Ροΐδης και Ροΐδης (του Θανάση Καράβατου)

0
505

 

Του Θανάση Καράβατου.

Δολοφόνος ο κύριος Ροΐδης; Ποιος ξέρει; Μπορεί… Δε μένει παρά να παρακολουθήσουμε, μαζί με τον αφηγητή αυτής της «αινιγματικής νουβέλας», την αποκρυπτογράφηση κάμποσων «ιδιοχείρως πυκνογραμμένων» σημειώσεων, τις οποίες ανακάλυψε μέσα «σ’ ένα παχύ λεξικό» της βιβλιοθήκης του την οποία επισκέφτηκε «στα έγκατα της Ακαδημίας Αθηνών» όπου βρίσκεται. Σαν τον συγγραφέα είναι κι αυτός μελετητής του Ροΐδη και βαθύς γνώστης του έργου του, που ψάχνει όσα «εφήμερα μονοπάτια» διαβρώνουν την «απεραντοσύνη των κειμένων», όπως προϊδεάζει εξ αρχής τον αναγνώστη.

«Φιλολογική» χαρακτηρίζει τη νουβέλα του με τον προκλητικό τίτλο ο, ψευδωνύμως μέχρι σήμερα, υπογράφων συγγραφέας της Σταύρος Κρητιώτης. Φιλολογική οπωσδήποτε, μια και αναφέρεται στον Ροΐδη. «Δοκιμιακή» θα λέγαμε, αν σταθούμε στον αφηγητή-ερευνητή που φαντασιώνει όσες αξιόλογες δημοσιεύσεις ενδεχομένως προκύψουν από το εύρημά του, αν δεν βλέπαμε να ξετυλίγεται μπροστά μας η αστυνομική δομή του κειμένου. «Αστυνομική νουβέλα» επομένως, όσο κι αν απέχει από τον βασικό πυρήνα του είδους: την αναζήτηση του δολοφόνου μεταξύ ενός πλήθους υπόπτων. Αφού και πάλι ύποπτο δολοφονίας θα ψάχνουμε, έστω κι αν μας προσφέρεται ήδη έτοιμος από τον τίτλο. Επειδή θα πρέπει να παρακολουθήσουμε τις ενέργειες του αφηγητή που γίνεται ντεντέκτιβ για να εξιχνιάσει το «μυστήριο».

Έτσι αρχίζει ένα παιχνίδι αναζήτησης σε εφημερίδες και αρχεία για να επαληθευτούν οι υποψίες ή να προκύψουν άλλοθι. Παιχνίδι με οκτώ τουλάχιστον άλλοθι, όσα και τα σημειώματα του Ροΐδη. Γιατί από αυτά ξεκινούν οι υποψίες που τον βαρύνουν. Το παιχνίδι έχει την ιδιορρυθμία του: Υποκαθιστά το κλασικό παιχνίδι με τους πολλούς υπόπτους στα συνήθη αστυνομικά διηγήματα ή μυθιστορήματα.

Ποιος όμως είναι το θύμα; Και πάνω απ’ όλα υπάρχει φόνος;

Ως θύμα παρουσιάζεται ο κεφαλλονίτης δημοσιογράφος και μεταφραστής, Παναγιώτης Πανάς, με τον οποίο ο Ροΐδης είχε ανοιχτούς λογαριασμούς – τον υποπτεύθηκε κάποια στιγμή ως υπεύθυνο της κυκλοφορίας μιας κλεψίτυπης έκδοσης της Πάπισσάς του και, κυρίως, είχε «τολμήσει» να μεταφράσει την Πάπισσα Ιωάννα του Ιταλού Mazzabota που τον θύμωσε πολύ, πιστεύοντας πως μείωνε το δικό του πόνημα  – αντίτυπό της βρίσκεται κατατρυπημένο με μαχαίρι από τον «εξοργισμένο» Ροΐδη» στη βιβλιοθήκη του.

Κι ο φόνος; Είναι γεγονός; Πώς είναι δυνατόν, όταν όλη η έρευνα στρέφεται γύρω από την αυτοκτονία του …θύματος; Μήπως δεν ήταν αυτοκτονία, αλλά «αποπληξία» που προκάλεσε κάποιος «τσακωμός» τους στο ξενοδοχείο όπου είχε καταφύγει ο Πανάς για να αυτοκτονήσει… ήταν όμως εκεί ο Ροΐδης;

Φιλοπαίγμων, από χέρι λοιπόν, η νουβέλα. Πολύ περισσότερο όταν στην ευρηματική ανάπτυξη της υπόθεσης, ο ερευνητής σκέφτεται να έρθει ο ίδιος στη θέση του Ροΐδη. Για να μπορέσει να καταλάβει τον «χαρακτήρα» του. «Για να μπορέσω, λέει, να δω κατόπιν ξεκάθαρα τι θα κάνω, ποιος είναι ο στόχος των σημειωμάτων μου».

Αληθοφανής σε ροΐδειο ύφος η διήγηση του «ψευδο-Ροΐδη», στη δημοτική έστω, όπου αναγνωρίζουμε φράσεις παρμένες από τις σατιρικές Σκνίπες του που δημοσίευε στον Ασμοδαίο ή ιδέες που ανέπτυξε σε κείμενά του, όπως π.χ. στον Άγιο Σώστη όπου κυριαρχούν όσα ο αναρχικός συνομιλητής του αναπτύσσει εκεί περί «προόδου» που φέρνει «δυστυχία», όπως κι ο «εγκέφαλος», αν δεν περιοριστεί η «εργασία του». Σκιαγραφώντας έτσι και το λίγο πολύ γνωστό «ψυχογράφημα» του Ροΐδη, μέσα από όσα ο ίδιος «εξομολογείται».

Πίκρα από διαψεύσεις και απογοητεύσεις γεμάτη η ζωή του: Στον έρωτα, στην κατάρα της κώφωσής του και την ανάγκη να καλύπτει στη μάνα του την αυτοκτονία του αδελφού του, εξακολουθώντας να της διαβάζει επιστολές του που γράφει ο ίδιος, στη χρεωκοπία του με τη φούσκα των ομολόγων χρυσού του Λαυρίου, τις διαδοχικές απολύσεις του από την Εθνική Βιβλιοθήκη, σε κάθε κυβερνητική αλλαγή.

Κι από κοντά η «ομολογία» του για έλλειψη δημιουργικής φαντασίας… Την οποία καλύπτει… «Μπορώ όμως να είμαι ένας ιδιοφυής συμπιλητής και μετασκευαστής. Ο εφευρέτης του ομώνυμου ύφους. Ο χρονικογράφος των αναμνήσεών μου, ο ερανιστής κειμένων που συλλέγω μέσα σε κλεψύδρες, σε κιβωτούς του χρόνου, και που έπειτα φυτεύω στην έρημο των κειμένων των ανθρώπων, ελπίζοντας ότι κάποιος κάποτε θα τις βρει και θα τις εκτιμήσει».

Θα ήταν όμως δυνατόν να ενοχοποιήσει τον ίδιο του τον εαυτό του μέσα από τα «σημειώματα»; Όχι βέβαια… άνθρακες ο θησαυρός… Όλες οι «ερμηνείες» που εκτίθενται καταρρέουν, όλα τα σημειώματα «έχουν να κάνουν με τη γραφή» του Ροΐδη, αυτήν κυρίως θέλει να προβάλει ο συγγραφέας μέσα από αυτό το απολαυστικό μικρό του πόνημα, κι όχι την προπαρασκευή φόνου.

 

info: Σταύρος Κρητιώτης, Δολοφόνος ο κύριος Ροΐδης;Φιλολογική νουβέλα, The Athens Review of Books, 2017

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here