Αναστάσιος Πολυζωίδης (1802-1873) Ένας δικαστής με (ψυχ)ιατρική παιδεία (του Θανάση Καράβατου)

1
259

 

 

του Θανάση Καράβατου

 

Η σχέση της ψυχιατρικής με τη δικαιοσύνη ανιχνεύεται μέσα από την ιστορία της ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, που κάποια στιγμή θα πάρει τη θέση της εντός του ευρύτερου πλαισίου της εγκληματολογίας, Η ιστορία αυτή δεν αρχίζει, όπως ευρύτερα νομίζεται, στα τέλη του 19ου αιώνα, με τον Cesare Lombroso, διάσημο για το έργο του Ο εγκληματίας άνθρωπος. Ο Lombroso δεν είναι ιδρυτής της αλλά κληρονόμος προγενέστερων αντιλήψεων και πρακτικών που αφορούσαν σε θέματα παθολογικής ανατομίας, ιατροδικαστικής, δημόσιας υγείας και φρενολογίας-ψυχιατρικής. Θα πρέπει δηλαδή να ανατρέξουμε στη φρενολογία του Gall, τον ζωϊκό μαγνητισμό του Mesmer και την ανθρωπολογία, καθώς και στις πρώτες θεωρίες του Pinel περί ψυχικής αλλοτρίωσης. Στα χρόνια μεταξύ 1880-1914, απλώς θεσμοθετήθηκε ό,τι από την προηγούμενη εποχή είχε κρυσταλλωθεί γύρω από την «εγκληματολογική ανθρωπολογία», με την αποκλειστικά φυσιοκρατική, μηχανιστική θέση της.[1]

Έτσι, οι απαρχές της εγκληματολογίας βρίσκονται στο πέρασμα από τον 18ο στον 19ο αιώνα, τότε που αρχίζει να ανοίγεται στον πνευματικό, κοινωνικό και πολιτικό στίβο το επαγγελματικό σώμα των γιατρών που θα αντι-παρατεθεί σε ένα άλλο επαγγελματικό σώμα, τους δικαστές, για να του συν-παρατεθεί ακολούθως μέσα από ένα αναγκαίο consensus, έτσι ώστε να μην απειλείται η αυτονομία της δικαιοσύνης, αλλά και να γίνεται αποδεκτή εκ μέρους των δικαστών η θέση των γιατρών ως ειδικών στα θέματα της ψυχικής υγείας.[2] Είναι τότε που αρχίζει να διαμορφώνεται και η ιατρική ειδικότητα που θα μελετήσει την «τρέλα». Πρόκειται για λίαν ενδιαφέρουσα ιστορία, αλλά θα μας ξεστράτιζε από το θέμα μου που αφορά έναν Έλληνα δικαστή με (ψυχ)ιατρική παιδεία, τον πολύ γνωστό για την άρνησή του να υπογράψει μαζί με τον Τερτσέτη τη θανατική καταδίκη του Κολοκοτρώνη, Αναστάσιο Πολυζωίδη (1802-1873), στα χρόνια της εμφύλιας διαμάχης που σκίασε τον αγώνα του 1821. τον οποίο θα προσεγγίσουμε ανατρέχοντας στις ρίζες της εγκληματολογίας.

Θα υπενθυμίσω όμως πρώτα ότι, εδώ και πάνω από 50 χρόνια, η σύγχρονη εγκληματολογία ακολουθεί τους βασικούς άξονες θεωρίας, πρακτικής και έρευνας που χαράσσονται από την κοινωνιολογία, τη βιολογία, την ψυχιατρική και την ψυχανάλυση.[3] Το πλαίσιο αυτό αντιστοιχεί, βέβαια, στον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε σήμερα τον άνθρωπο, ο ψυχισμός του οποίου διαμορφώνεται μέσα από τη συν-πλοκή της βιο-ψυχικής του ανάπτυξης με τα κοινωνικο-πολιτισμικά στοιχεία που την προσδιορίζουν. Βλέπουμε δηλαδή τον άνθρωπο στην ολότητα και τους διχασμούς του: ο άνθρωπος είναι συνειδητός, έχοντας ένα ασυνείδητο.

Έτσι, η ανανέωση της εγκληματολογίας θα είναι υπόθεση του 20ού αιώνα που θα προκύψει μέσα από την «ανακάλυψη» μιας κοινωνικής (Tarde, Durkheim) και μιας ψυχικής συνιστώσας (Ribot, Freud).[4] Ήδη από το 1894, ο Αυστριακός εγκληματολόγος Hans Gross αποδεχόταν τη σημασία του lapsus linguae κατά την ανακριτική διαδικασία, το δε 1898 έθετε στον προβληματισμό του την επίδραση ενός καταπιεσμένου σεξουαλικού ενστίκτου σε ορισμένες εγκληματικές πράξεις.[5] Ο δε Freud δημοσίευε το 1906 στο Archiv fur kriminalanthropologie und kriminalistik του Hans Gross, το άρθρο «Η ψυχανάλυση και η στήριξη γεγονότων στον δικαστικό τομέα μέσω μιας διαγνωστικής μεθόδου», όπου αναφέρει πως ο εγκληματίας, όπως και ο υστερικός, έχει κάτι να κρύψει, μόνο που ο δεύτερος δεν το γνωρίζει.[6]

Αυτονόητα, η κάθε μια από αυτές τις συνιστώσες διαθέτει τη δική της ιστορία. Θα μείνω στην «ψυχική», για να σημειώσω ενδεικτικά ότι:

  • Ο μεν φροϋδισμός μπόρεσε να αποσπάσει το ξεχωριστό επιστημονικό «αντικείμενό» του, το ασυνείδητο, και να αναπτύξει το ιδιαίτερο πεδίο της ψυχανάλυσης, διερευνώντας το κλινικό σύνολο της υστερίας· χρησιμοποιώντας βέβαια τον υπνωτισμό που δεν έπεσε ξαφνικά εξ ουρανού αλλά προέκυψε μέσα από τη «μετεξέλιξη» του λεγόμενου ζωικού μαγνητισμού-μεσμερισμού, στον οποίο θα αναφερθώ εκτεταμένα πιο κάτω.[7] Προς το παρόν ας πω ότι αυτή η (ψυχ)ιατρική θεωρία και πρακτική των πρώτων χρόνων του 19ου αιώνα, ανήκει μεν στην ιστορία της ανακάλυψης του ασυνειδήτου,[8] εντάσσεται όμως και στην προ-ιστορία της εγκληματολογίας.
  • Ο δε Ribot «συλλαμβάνει», μεταξύ 1905 και 1910, την ιδέα ότι το συναίσθημα, «στην απαλλαγμένη από κάθε διανοητικό στοιχείο μορφή του», αποτελεί την «επιβεβαίωση της οργανικής μας κατάστασης», περιέχοντας «ανάγκες και επιθυμίες που τείνουν να ικανοποιηθούν», αποκαλύπτοντας έτσι το «έμφυτο», τις καλές και κακές τάσεις, «προσαρμοσμένες ή μη» στο κοινωνικό περιβάλλον.[9] Με τον Ribot θα καθιερωθεί στη Γαλλία [τέλος του 19ου-αρχές του 20ού αιώνα] η επιστημονική ψυχολογία που επιχειρεί να φθάσει στην κανονική (normale) ψυχολογία μέσω του παθολογικού γεγονότος. Εν τέλει θα αναδειχθεί και η ψυχοπαθολογία [ψυχολογία του παθολογικού], που σημαίνει τόσο τις υπό μελέτη διαταραχές όσο και την επιστήμη που τις μελετά, αναζητώντας την υποκρυπτόμενη φύση τους.[10]

Να σημειώσω ακόμα ότι:

  • Ο Friedrich Nasse εξέδωσε το Zeitschrift für psychische Ärzt (1818) –ένα περιοδικό για τους «γιατρούς της ψυχής»–, όπου προσέγγιζε την ψυχική αρρώστια μέσω της ιατρικής. Υπήρξε μαθητής του Reil, του ονοματοδότη της επιστήμης μας, εντάχθηκε στο ρεύμα της ρομαντικής Naturphilosophie και ακολούθησε τους «σωματιστές» γιατρούς. Αργότερα εξέδωσε το Zeitschrift für Anthropologie (1823). Ως γνωστόν, μέσω της ανθρωπολογίας θα μελετηθεί και η εγκληματικότητα. Ξεκινώντας από τη «φυσιογνωμική» του Lavater θα φτάσει στην «εγληματολογική ανθρωπολογία» του Lombroso, με ενδιάμεσο τον όρο «δικαστική ανθρωπολογία», του Johann Baptist Friedrich, ο οποίος θα αναπτύξει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για ό,τι θα γίνει κατόπιν «ψυχιατροδικαστική», μέσα από βραχύβιες εκδόσεις, όπως τα περιοδικά Archiv für Psychologie für Ärtze und Juristen (1834), Magazin für die philosophische und gerichtlishe Seelkunde (1829-1838) και Blättern für gerichtlische Anthropologie (1850). Στο μεταξύ, το 1844, είχε εκδοθεί το Allgmeine Zeitschrift für Psychiatrie und psychische und gerichtlische Medicine – ένα γενικό περιοδικό για την ψυχιατρική και την ψυχική και δικαστική ιατρική – που θα υπάρξει για πάνω από 100 χρόνια.[11]

 

*

Η επιλογή του παραδείγματος της ψυχανάλυσης που μας οδήγησε πίσω στον ζωικό μαγνητισμό δεν γίνεται εδώ τυχαία. Διότι, όπως προείπα, πρόκειται να εστιάσω την ομιλία μου σε έναν από τους πρώτους που τον «μετακενώνουν» – κατά τη γνωστή προτροπή του Κοραή – στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο, που δεν είναι άλλος από τον Αναστάσιο Πολυζωίδη. Τον ιδιαίτερα τιμώμενο δικαστή και αρεοπαγίτη του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Το 1818 ο Πολυζωίδης είναι δεκαέξι ετών και σπουδάζει στη Βιέννη. πριν μεταγραφεί στην Ιατρική Σχολή του Γκέτινγκεν (1819-1820), θα μεταφράσει για το σημαντικότερο περιοδικό του νεοελληνικού διαφωτισμού, τον Ερμή τον Λόγιο [πρωτοεκδόθηκε το 1811 στη Βιέννη], κείμενα για τον ζωικό μαγνητισμό-μεσμερισμό, που τότε ήκμαζε, όντας η κυρίαρχη επιστημονική αντίληψη για τον ψυχισμό και την επίδραση του θεραπευτή πάνω στην αρρώστια. Ιδού περί τίνος ακριβώς επρόκειτο.[12], [13]

Στα μέσα του 18ου αιώνα, ο πατήρ Johann Joseph Gassner (1727-1779) πραγματοποιούσε θεραπευτικούς εξορκισμούς σε αρρώστους μιας μικρής πόλης της Βαυαρίας. Γρήγορα έγινε διάσημος, επισύροντας όμως ταυτόχρονα την προσοχή του Πρίγκηπα-Εκλέκτορα της Βαυαρίας που, το 1775, διέταξε τη σύσταση ειδικής επιτροπής για να ερευνήσει αυτές τις πρακτικές. Η επιτροπή αυτή είχε την έμπνευση να καλέσει τον γιατρό Franz Anton Mesmer (1734-1815), ο οποίος, εκείνη την εποχή διατεινόταν πως είχε ανακαλύψει μια νέα «αρχή» για την αρρώστια και την υγεία. Το συμπέρασμά του ήταν πως ο Gassner θεράπευε, χωρίς να το ξέρει, με τον «ζωικό μαγνητισμό», τις βασικές αρχές του οποίου θα εκθέσει ο Mesmer το 1779 στο Mémoire sur la découverte du magnétisme animal:

  • Ένα φυσικό ρευστό είναι διάχυτο στο σύμπαν, όντας το ενδιάμεσο μεταξύ των ανθρώπων, της γης και των ουρανίων σωμάτων.
  • Η αρρώστια προέρχεται από κακή κατανομή αυτού του ρευστού στο σώμα του ανθρώπου και η θεραπεία της πρέπει να αποσκοπεί στην αποκατάσταση αυτής της ισορροπίας.
  • Χάρη σε μερικές τεχνικές, αυτό το ρευστό μπορεί να κατευθυνθεί και να μεταφερθεί σε άλλα πρόσωπα.
  • Έτσι προκαλούνται θεραπευτικές «κρίσεις» στους αρρώστους. Ο σχετικός αφορισμός του είναι χαρακτηριστικός: «δεν υπάρχει παρά μόνο μία αρρώστια, ένα φάρμακο, μία θεραπεία».

Ο μεσμερισμός εγκαινιάστηκε μέσα στο ορθολογικό πλαίσιο του Διαφωτισμού, χωρίς δηλαδή τους θρησκευτικούς εξορκισμούς του Gassner, διατηρώντας όμως τον μυστικισμό στο πρόσωπο του χαρισματικού, «θαυματουργού» μαγνητιστή-θεραπευτή. Ο Mesmer αντλούσε «θεωρία» και από την αρχαιότητα, την ιπποκρατική έννοια της «κρίσης», και από τη σύγχρονή του εποχή την έννοια του «ρευστού» που, αν και είχε εντελώς επιφανειακή γνώση της φυσικής, πίστευε ότι ήταν κάτι ανάλογο με τη βαρύτητα, τον φυσικό μαγνητισμό και τον ηλεκτρισμό.

 

*

Όσο κι αν θεωρήθηκε αγυρτεία, όσο κι αν οι διάφορες επίσημες επιτροπές, που συγκροτήθηκαν για να αποφανθούν περί της εγκυρότητάς του, ήταν εχθρικές ή ουδέτερες, ο ζωικός μαγνητισμός του Mesmer αποτέλεσε μια σημαντική στροφή στην ιστορία της ιατρικής και ειδικότερα των θεραπευτικών αντιλήψεων στα τέλη του 18ου αιώνα.

Διότι, στην πρώτη περίοδο της ακμής του (μεταξύ 1777 και 1785 που αντιστοιχεί στις δραστηριότητες του ίδιου του Μesmer στο Παρίσι), επανέφερε στο προσκήνιο την επίδραση του ψυχολογικού παράγοντα στην υγεία και τη νόσο, χρησιμοποιώντας ένδυμα επιστημονικό αλλά και στοιχεία από παλιές μαγικο-θρησκευτικές τελετουργίες.

Η στροφή αυτή θα προωθηθεί περαιτέρω κατά τη δεύτερη περίοδο (που αρχίζει μετά τον θάνατο του Mesmer το 1815 και φτάνει μέχρι το 1820): O Puyssegurd θα απομακρυνθεί από τη θεωρία του μαγνητικού ρευστού και θα προσθέσει την «κλινική» έννοια του «μαγνητικού ύπνου», της «τεχνητής υπνοβασίας», διανοίγοντας έτσι τον δρόμο για την έννοια της «θεραπευτικής σχέσης», ανάμεσα σε θεραπευτή (μαγνητιστή) και θεραπευόμενο (μαγνητιζόμενο).

Η τρίτη και τελευταία περίοδος (που ξεκινάει το 1840 και κορυφώνεται στη δεκαετία 1850-60) χαρακτηρίζεται από τον πολλαπλασιασμό των σχετικών Εταιρειών και Περιοδικών αλλά και την έξαρση της εκτροπής του προς τον τσαρλατανισμό, τη μαγεία και τον αποκρυφισμό, την οποία υποβοήθησε η εμφάνιση και η επιρροή μιας ανάλογης εκτροπής του νέου ρεύματος που ακολούθησε, του πνευματισμού. Στην αρχή, όμως, αυτής της περιόδου, ο Σκώτος χειρουργός James Braid (1795-1860) θα ονομάσει ύπνωση την «τεχνητή υπνοβασία» (1843) και στη συνέχεια θα μεταφέρει τις σχετικές έρευνες από τον χώρο του υπερφυσικού στο επίπεδο της ψυχοφυσιολογίας.

Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι όλη αυτή η μακρόχρονη πορεία της θεωρίας και της πρακτικής του ζωικού μαγνητισμού, από τη μια επιτρέπει την ανάπτυξη της ψυχοφυσολογίας κι από την άλλη οδηγεί στον τσαρλατανισμό. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι μέσα από όλη αυτή την ιστορία θα δημιουργηθεί ένα γόνιμο πεδίο κλινικών και ψυχοπαθολογικών γνώσεων σχετικά με την επίδραση του ψυχολογικού παράγοντα στην υγεία και τη νόσο, και πιο ειδικά σχετικά με το πανάρχαιο πρόβλημα της υστερίας. Στα τέλη του 19ου αιώνα, από αυτές τις γνώσεις θα αντλήσουν αρχικά οι Liebault και Bernheim, κατόπιν ο Charcot και στη συνέχεια ο Freud.

*

Πριν από δεκαπέντε περίπου χρόνια είχα δημοσιεύσει στο περιοδικό Τα Ιστορικά τα αποτελέσματα της μελέτης μου για τον τρόπο εισαγωγής του ζωικού μαγνητισμού στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο κατά τον 19ο αιώνα. Το βασικό μου εύρημα ήταν πως το κύριο περιοδικό του νεοελληνικού διαφωτισμού, ο Λόγιος Ερμής που εξέδιδε στη Βιέννη ο Άνθιμος Γαζής, στάθηκε το πρώτο βήμα διαλόγου για τη μετακένωση των νέων, τότε, γνώσεων.[14] Στο εγχείρημα αυτό είχε πρωτοστατήσει ο Αναστάσιος Πολυζωίδης.

Το πρώτο κείμενο του Πολυζωίδη δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 1818 και ήταν μετάφραση από τα γερμανικά με τίτλο «Σκέψεις γενικαί περί Ζωικού Μαγνητισμού και Οργανικού Αιθέρος». Ο ίδιος υποσημειώνει ότι ο συγγραφέας του άρθρου υποστηρίζει την ύπαρξη Οργανικού τινός Αιθέρος, με την παραδοχή του οποίου αναπτύσσονται τα φαινόμενα του Ζωικού Μαγνητισμού. Τα θαύματα αυτού του εξαισίου και εις πάσαν την Γερμανίαν ήδη πολυθρυλλήτου Ζωικού Μαγνητισμού, η παράξενη ενέργεια του οποίου στον άνθρωπο εκτίθεται σε πολλές νεότατες διατριβές και ιστορίες. Κι ύστερα προσθέτει, «συνοπτικώς», όσα ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει για τον «μαγνητιζόμενο άνθρωπο», σε άλλη διατριβή του. Ανάμεσά τους και τούτο: ένας άνθρωπος, «ασθενής ων, και μάλιστα από νευρικήν τινά ασθένειαν πάσχων, διά του Μαγνητισμού φθάνει εις το μέγιστον ιατρικόν». Θα καταλήξει εκθειάζοντας τον Μαγνητισμόν, ο οποίος βρίσκεται στο κέντρο της σοφωτάτης Γερμανίας, καθώς τα φαινόμενά του είναι «τωόντι παράξενα» ή και «δυσπίστευτα». Αλλά τι μπορεί κανείς «να αντιπαραβάλλει» αφού τα πράγματα υποστηρίζονται «από πείρας και παρατηρήσεις ανδρών πεπαιδευμένων; Ο σοφός χρόνος επομένως ή θέλει δείξει φρούδα και κενά ταύτα πάντα ή σωτήρια και χρήσιμα εις το ανθρώπινον Γένος».

Ο Πολυζωίδης θα επανέλθει τον επόμενο μήνα, με κείμενο άλλου συγγραφέα το οποίο αντλεί εκ «των νεωστί εκδεδομένων Αρχείων του Ζωικού Μαγνητισμού». Εδώ, υπό τον τίτλο «Περί του Αιτίου της Ζωικο-μαγνητικής Επιρροίας», ο συγγραφέας του αποβάλλει «την περί του Οργανικού Αιθέρος δόξαν» και διατυπώνει «ετέραν τινά» που είναι πιθανότερη, πιο καταληπτή «και εις ορθούς λόγους εστηριγμένην». Κρίνοντάς την «εύλογον» και «περιεκτικήν» ο Πολυζωίδης δεν αμφιβάλλει ότι αυτή θα φανεί «αρεστή εις τους αναγιγνώσκοντας φιλομαθείς, χάριν των οποίων εφεξής, εάν τα ανά χείρας μαθήματά μου μοι δώσουν ευκαιρίαν, θέλω εκθέσει και διηγήσεις τινάς των του Ζωικού Μαγνητισμού θαυμάτων, όσα εις πολλά των σοφωτάτων Γερμανών συγγραμμάτων αναφέρονται».

Μικρή λεπτομέρεια, πλην όμως σημαντική: ο Πολυζωίδης βρίσκεται εδώ στην ανάγκη να αποδώσει στα ελληνικά τον όρο somnanbulismus με τη λέξη υπνοβασία στην ακόλουθη φράση: «Όλα τα φαινόμενα της μαγνητικής υπνοβασίας, τα οποία ανάγονται εις την σχέσιν του ενεργούντος προς τον την ενέργειαν δεχόμενον, εκφράζεται υπό εσωτερικήν τινά ένωσιν της πνευματικής ζωής του πρώτου με την πνευματικήν ζωήν του δευτέρου». Ο Κουμανούδης, στη Συναγωγή νέων λέξεων, αποδίδει στον Πολυζωίδη και στο συγκεκριμένο αυτό κείμενο την πρώτη χρήση του όρου υπνοβασία. Προηγουμένως, ο Αναστάσιος Γεωργιάδης, μεταφράζοντας [1810] την ανθρωπολογία του Μεσγέρου, είχε χρησιμοποιήσει τον όρο υπνοπλάνησις: «η μαγνητική καλουμένη υπνοπλάνησις, την οποίαν ακολουθεί η προφητική δύναμις είναι αποτέλεσμα της υπό αδιακόπων ερεθισμών άκρως θερμανθείσης φαντασίας».

Το τρίτο κείμενο [«Έκθεσις περί του Ζωικού Μαγνητισμού», 1 Ιουλίου 1818] είναι, όπως και πάλι υποσημειώνει ο Πολυζωίδης, «Εισαγωγή εις μίαν ευτυχούς Μαγνητικής Θεραπείας περιγραφήν», την οποία μεταφράζει και πάλι από τα Αρχεία του Μαγνητισμού. Τώρα ο Πολυζωίδης φαίνεται ακόμη περισσότερο πεπεισμένος για την ορθότητα της μαγνητιστικής θεωρίας και πρακτικής: «Η παρούσα του χρόνου περίοδος είναι εκείνη της Σοφίας και της βαθείας των πραγμάτων ερεύνης». Τώρα πιστεύει ότι δεν υπάρχει «ίχνος απάτης», ο μαγνητισμός δεν είναι πλάνη ή αποκύημα φαντασίας, καθώς τώρα πρεσβεύεται «υπό των νυν σοφών της Γερμανίας ανδρών». Με το άρθρο αυτό εισάγεται η διάκριση μεταξύ της νέας αντίληψης για τον «ζωικό μαγνητισμό» του Puysegurd και του «μεσμερισμού».

Στο ίδιο κλίμα κινούνται και τα επόμενα άρθρα που μεταφράζει ο Πολυζωίδης, τονίζοντας τις θεραπευτικές επιδόσεις του ζωικού μαγνητισμού στη νέα περίοδο που έχει αρχίσει με τον μαρκήσιο de Puysegurd. Μέσω των άρθρων αυτών εμπεδώνεται η υπέρ του «νέου μαγνητισμού» στάση του Πολυζωίδη.

Στον Ερμή τον Λόγιο θα δημοσιευτούν και άλλα κείμενα για τον μεσμερισμό. Ανάμεσά τους και ο διάλογος μεταξύ του Νικολάου Σεργίου και του Διονυσίου Ζαγορίτου, φοιτητών ιατρικής. Ο αντίλογος διατυπώνεται από τον Σεργίου [Απρίλιος 1919], αντλούμενος από τις εναντίον του «μαγνητισμού» θέσεις, που ήταν ιδιαίτερα ισχυρές στην Ιταλία. Γι’ αυτόν, τα αποτελέσματα του «ζωικού μαγνητισμού» οφείλονται στη φαντασία των αρρώστων: «Δεν είναι διόλου παράδοξον εάν το εδέχθησαν μερικοί ως νέον σύστημα, και εάν δι’ αυτού έγιναν ιατρείαι. Αλλ’ εις ποίους; εις γυναίκας, εις υποχονδριακούς, εις νευρικάς ασθενείας, εις τας οποίας η Ιατρική ολίγον ωφελεί και εις τας οποίας η φαντασία ενίοτε αποκαθίσταται άριστος ιατρός, και θεραπεύει τας πλέον ανιάτους νόσους. εις τούτο έχομεν άπειρα παραδείγματα εις την ιστορίαν της Ιατρικής, και εις αυτόν τον ίδιον Μέσμερον έχομεν πολλάς θεραπείας διά μόνης της θεραπείας, και όχι διά της δυνάμεως του Μαγνητισμού. […] Ίσως με καιρόν […] δώσωσιν άλλην εξήγησιν του συστήματος ή μάλλον διορθώσωσιν τα άτοπα και τας φλυαρίας […], ίσως, λέγω, τότε λάβη γενικήν ψήφον, και εύρη υπερασπιστάς πεπαιδευμένους άνδρας.»

Η «άλλη εξήγηση» είναι σήμερα η επιστημονική γνώση της σύγχρονης ψυχοσωματικής, που εστιάζει την προσοχή της και στην επίδραση του ψυχισμού επί του ανοσοποιητικού συστήματος διά του νευρο-ενδοκρινικού άξονα. Εκείνον, όμως, τον καιρό ήταν, κατά τη γνώμη μου, πολύ σημαντικό να διαχέεται στο ευρύτερο κοινό, μέσω του Ερμή του Λογίου, η αντίληψη για την ψυχική συμμετοχή στην υγεία και την αρρώστια.

*

Πιστεύω ότι ο δικαστής Αναστάσιος Πολυζωίδης πρέπει να τιμάται και γι’ αυτά τα πρωτόλεια, νεανικά, καινοφανή τότε πονήματά του. Ο Πολυζωίδης είναι ο πρώτος που εισάγει στην Ελλάδα έννοιες που σχετίζονται με την ύπνωση, η οποία θα απασχολήσει, εν καιρώ, και την εγκληματολογία. Δεν παράγει – πώς άλλωστε – αλλά μεταφέρει επιστημονική γνώση. Εκείνο τον καιρό είναι μια πολύτιμη προσφορά. Με τον ίδιο, βέβαια, τρόπο θα αρχίσει να αναπτύσσεται στην Ελλάδα του τέλους του 19ου αιώνα και η «εγκληματολογική ανθρωπολογία» του Lombroso, που είναι μια άλλη, ενδιαφέρουσα ιστορία.

Τον χειμώνα του 1820-21 ο Πολυζωίδης συνέχισε τις ιατρικές σπουδές στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Όμως, οι συγκυρίες έτυχαν έτσι ώστε να τις εγκαταλείψει για να μετάσχει στον Αγώνα του 1821 και να απασχοληθεί, τελικά, στη διοίκηση του νεοελληνικού κράτους. Άραγε, εκείνες οι πρώτες επαφές του με θέματα του ανθρώπινου ψυχισμού να επέδρασαν στην τελική του επιλογή να γίνει δικαστής;

Έμμεσα, μόνο, μπορεί να απαντηθεί το ερώτημα αυτό. Με βάση, δηλαδή, τη γνωστή επίδραση που δέχτηκε ο Πολυζωίδης από τις πολιτικο-φιλοσοφικές ιδέες του Bentham (1748-1832), που είναι ιδιαίτερα γνωστός για το περίφημο Πανοπτικόν, την πρότασή του για μια πρότυπη φυλακή βασισμένη στην επιτήρηση, στο πλαίσιο της αντίθεσής του στο σύστημα εκτοπισμού των βαρυποινιτών.[15]

Πρόσφατα, ο αναπληρωτής καθηγητής ηθικής και πολιτικής ψυχολογίας στο ΑΠΘ Φιλήμων Παιονίδης παρουσίασε την «ασυνήθη φιλελεύθερη» αντίληψη του Bentham για την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, τονίζοντας ότι στην «ωφελιμιστική κοινωνία» που ονειρευόταν, ο λαός θα προστατεύεται από τις αυταρχικές τάσεις των κρατικών αρχών, όντας η έσχατη και αναμφισβήτητη πηγή εξουσίας. Η υιοθέτηση της ριζοσπαστικής αυτής στάσης δεν ήταν άσχετη με τις ποικίλες απογοητεύσεις του, π.χ. από τη στάση του θρόνου και της κυβέρνησης έναντι του «κακότυχου» Πανοπτικού του, τη δημιουργία της Ιερής Συμμαχίας ή την αναστολή του habeas corpus. Ωστόσο, ήταν «μειονέκτημα» του εντυπωσιακού φιλοσοφικού του οικοδομήματος «η αδυναμία του να αποδεχτεί την ανάγκη που θα έπρεπε να απαιτεί ένα δημοκρατικό ωφελιμιστικό όραμα για σημαντικές όσο και δυσάρεστες θυσίες όλων των πολιτών, οι οποίες θα συνεπάγονταν σοβαρούς και ανυπόκριτους εθελοντικούς περιορισμούς στην επιδίωξη προσωπικών συμφερόντων».[16]

Η ψυχολογία δεν είναι απούσα από το έργο του Άγγλου νομομαθή και πολιτικού στοχαστή. Η ριζοσπαστικά διαμορφωμένη από αυτόν φιλοσοφική ιδέα του «ωφελιμισμού» στηρίχτηκε «στην ιδέα της συνειρμικής ψυχολογίας ότι, καθώς η εκπλήρωση μιας επιθυμίας συνοδεύεται πάντοτε από κάποια ευχαρίστηση, η προσδοκία ευχαρίστησης είναι το απώτατο κίνητρο κάθε βουλητικής εκδήλωσης».[17] Το γεγονός αυτό αντανακλούσε στη χρησιμοκρατική αρχή του για τη θέσπιση των νόμων. Γι’ αυτό και δίδασκε «ότι κατά τη στάθμιση της σκοπιμότητας των επιμέρους νομικών διατάξεων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προσεκτικά οι ποσοτικά καθορισμένες τιμές της χαράς και της λύπης και να συγκεντρώνονται για κάθε περίπτωση χωριστά οι ιδιαίτερες συνθήκες της».[18]

Ο Bentham υποστήριξε την υπόθεση της ελληνικής ανεξαρτησίας, διατηρώντας επαφή με τον Κοραή και τον Μαυροκορδάτο. Ο Πολυζωίδης, ο δικαστής που από τα νιάτα ενδιαφέρθηκε και για την ψυχολογία, μετέφερε, πλέον, στην Ελλάδα τις ριζοσπαστικές φιλελεύθερες ιδέες του Bentham, με τίμημα τις γνωστές του περιπέτειες· περιπέτειες που ήταν κι αυτές μια προσφορά όχι μόνο στην ελληνική δικαιοσύνη, αλλά και στην κοινωνία ευρύτερα.

 

(*) Ο Θανάσης Καράβατος είναι ομότιμος καθηγητής ψυχιατρικής του ΑΠΘ

 

[1] Mucchielli L. Naissance de la criminologie. Στο: L. Mucchielli (Ed), Histoire de la criminologie française. L’Harmattan, Paris 1995, 7-15.

[2] Lanteri-Laura G. Évolution de la fonction d’expert au pénal: du code de 1810 à la circulaire Chaumie. Στο Henri Grivois (ed) Les monomanies instinctives. Masson, Paris 1990, 39-60.

[3] Mucchielli L. Renouvellements et déplacements dans le champ criminologique au XXème siècle». Στο: L. Mucchielli (Ed), Histoire de la criminologie française. Paris, L’Harmattan 1995, 239-247.

[4] Mucchielli L. Renouvellements et déplacements…, ό. π.

[5] H. F. Ellenberger, The Discovery of the Unconscious. The History and Evolution of Dynamic Psychiatry, N, York, Basic Books, 1970. Γαλλική έκδοση SIMEP 1974, 256 και 419.

[6] Mucchielli L. Le sens du crime. Histoire des (r)apports de la psychanalyse à la criminologie, ό.π., 351-410.

[7] Bercherie P. Genèse des concepts freudiens. Les fondements de la clinique 2. Editions Universitaires, 1991, 9-12.

[8] Ellenberger HF. À la découverte de l’ inconscient SIMEP 1974.

[9] Mucchielli L. Renouvellements et déplacements…, ό. π.

[10] Βλ. Θανάσης Καράβατος. Μια ιστορική και επιστημολογική προσέγγιση της ψυχοπαθολογίας. Σύναψις 2017, τχ. 45, 29-36.

[11] Shepherd P. Psychiatric Journals and the evolution of psychological medicine». Psychological Medicine, 1992, 22, 15-25.

[12] Εllenberger HF, ό.π.

[13] Postel J, Quetel Cl. Nouvelle histoire de la psychiatrie. Privat, Toulouse 1983.

[14] Καράβατος Aθ. Ερμής ο Λόγιος: ένα βήμα διαλόγου για τη μετακένωση του ζωικού μαγνητισμού-μεσμερισμού. Τα Ιστορικά, 1995, 12, 3, 299-316.

[15] Βλ. τη βιογραφία του Πολυζωίδη στην Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Εκδοτική Αθηνών, 1988.

[16] Peonidis F. Jeremy Bentham’s “unusually liberal” representative democracy. History of European Ideas 2011, 37, 446–453.

[17] Windelband W, Heimsoeth H. Εγχειρίδιο Ιστορίας της Φιλοσοφίας, Αθήνα, ΜΙΕΤ 1986, τ. Γ’, 176.

[18] Στο ίδιο, τ. Β’, 319.

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Και μια ακόμη πληροφορία για τον σπουδαίο Πολυζωίδη. Είχε γεννηθεί στο Μελένικο, την παλιά βυζαντινή πόλη, της τότε Οθωμανικής Μακεδονίας του Πιρίν, Μέλνικ, μετά την παραχώρησή του στην Βουλγαρία, με την Συνθήκη του Βουκουρεστίου1913. Συνήθιζαν οι εύποροι Μελενίκιοι να στέλνουν τους γιους τους για σπουδές στη Βιέννη ή στο Βουκουρέστι.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here