Woke, η συκή των φύλων, ολοκληρωτισμός και περιπτωσιολογία στη σύγχρονη ποίηση (γράφει ο Γιάννης Λειβαδάς)

3
4856

 

γράφει ο Γιάννης Λειβαδάς

Η στρέβλωση δεν έγκειται σε αυτό για το οποίο πρέπει κανείς να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει μα σε αυτό που πρέπει να γνωρίζει για να είναι σε θέση να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει.

Ο βαθμός στρεβλότητας γίνεται ιδιαίτερα αντιληπτός στο γεγονός πως οι εκφραστές του πρώτου μισού του τίτλου έχουν την εντύπωση πως ο πνευματικός άνθρωπος, ο ποιητής, κτλ., εκτός των ορίων που προϋποθέτουν οι ίδιοι (οι εκφραστές) ως νέα κανονικότητα -ή ορθότερα ως νέα εξουσία-, δεν βασανίζεται, δεν βάλλεται, δεν είναι οριακός, αντιθέτως απολαμβάνει τα πρωτεία μιας ευρείας αναγνώρισης και πρωτοκαθεδρίας, γι’ αυτούς ο πνευματικός άνθρωπος φέρει ιεραρχικό σύμβολο και καθηλώνει ό,τι τείνει σε υπέρβαση ή απελευθέρωση. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πως δεν στρέφουν την προσοχή τους σε ποιητές και πνευματικούς ανθρώπους, τη στρέφουν σε προβεβλημένους δοκησίσοφους λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών μέσων ενημέρωσης. Η ανεμπειρία και η βαθύτητα άγνοιας στον ορισμό της ποιητικής τέχνης και της δημιουργικής πνευματικότητας είναι τουλάχιστον αξιοπρόσεκτη.

Το αυτόδηλο αυτής της μόδας (όπου το φύλο καθίσταται ιδεολογική έκφραση η οποία θεσπίζει μια εξουσία υπερδιαχωρισμού, επιφέροντας μια ακόμα εξουσία  στο πλήθος των εξουσιών οι οποίες βάλλουν και υποβαθμίζουν τη ζωή και το νόημά της) έγκειται σε μια πρόδηλα ολοκληρωτική ιδεολογία παράβλεψης συνάψεων και ορισμών που καθιστούν την πραγματικότητα καθημερινή ζωή, καθώς επιβάλει πλεονάζοντα είδη πραγματικοτήτων σ’ αυτή, πολιτικοποιώντας μάλιστα την έννοια της καθημερινότητας μέσω διαβαθμίσεων μερικότητας.

Ας δείξω, συνοπτικά, πόσο κάτι τέτοιο έχει αντίκτυπο, συνέπεια, στο αντικείμενο (δηλαδή στην ποίηση) ή στην ανάγκη εκπροσώπησης μιας τάσης ή μιας αντέγκλησης.

Είναι γνωστό πως η μίμηση αποδίδει μια διαρκώς μετατρεπόμενη σημασιολογική αλληλουχία, καθώς όλα τα είδη αποτύπωσης  εδράζονται σε αναφορικότητα γλώσσας, στα περιθώρια της σχέσης των λέξεων με τα πράγματα. Τίποτα λοιπόν δεν φέρει πραγματική σημασία πέραν της διαρκούς μετατόπισης της εστίασης ώστε να γίνει καταφερτός ένας σχεσιακός δεσμός με την κοινή πραγματικότητα, καθώς όχι μόνο η πραγματικότητα είναι λειτουργικά πολύπλοκη μα έρχεται σε ρήξη με τις βασικές του λεπτομέρειες και το κείμενο που ετοιμάζεται να γίνει ποίημα. Συνεπώς η ρήξη ποιήματος απηχεί ρήξη με την ευρύτερη κατάσταση, ενώ η επιταγή αυτοπροσδιορισμού με πρόσχημα τη γραφή ποιήματος δηλώνει μόνο την αντίδραση του συντάκτη του.

Σε πληροφορίες που θεσπίζουν ένα επίπεδο σωματικο-κοινωνικής ή φυλο-κοινωνικής σημασίας -η οποία ουσιαστικά αποτελεί μετωνυμία οντότητας η οποία είναι μεν κοινωνικά παρούσα μα δεν είναι γλωσσικά, η χρήση της ποίησης περιττεύει, πλεονάζει- δεν υπάρχει λόγος ποίησης, ή έστω λόγος για ποίηση. Εφόσον η οντότητα δεν είναι γλωσσική/ποιητική και απλά χρησιμοποιεί ιδιοποιημένες παρεκδοχές γλώσσας και ποίησης,  αυτό το είδος δικαιώματος είναι απολύτως δικαιολογημένο μα δεν είναι ποιητικό, υπό την έννοια πως δεν λειτουργεί με ποίηση μα με κοινωνικο-πολιτική έκφραση και δικαιωματισμό.

Το πρόβλημα δηλαδή δεν εντοπίζεται στην προάσπιση ή στην ανάδειξη ενός αυτονοήτου μα στην ιδεολογία που αυτό συστήνει, στους τύπους αντιθετικών ή συμπληρωματικών εξουσιών που, συνειδητά ή όχι, οι υποστηρικτές του συγκροτούν. Ό,τι είναι να κερδηθεί κοινωνικά όχι μόνο δεν κερδίζεται ποιητικά -διότι προϋποτίθεται ποίηση- μα χάνεται κοινωνικά διότι όντας ιδεολογικό αίτημα δεν μπορεί να είναι ποιητικό.

Μια νέα ορολογία και κειμενικά σεντόνια με τα οποία αποπειράται αποφυγή  νοηματικών και συγκριτικών δυσκολιών -οι οποίες εξακολουθούν να είναι ιδιαίτερα γόνιμες-, προσδιορίζουν μια ιδεολογία αντιξοοτήτων η οποία εκφράζεται σθεναρά ενάντια σε απότοκα των οποίων την αιτία ούτε διερευνά ούτε περιλαμβάνει.

Ο ποιητικός λόγος αποτελεί οριακή ισορρόπηση σε περιεχόμενο ποίησης, όχι σε στιχική γνωστοποίηση που προωθείται ως ποίηση ή αρνείται τη δοκιμασία ισορρόπησης όπου η απόβλεψη δεν έχει διυλιστεί σε πρωταρχική δημιουργική υποχρέωση.

Ας εξηγήσω για ποιον λόγο το ιδεολογικό δεν είναι ποιητικό: ο όρος της αισθητικής δεν είναι σύμβολο και δεν πρόκειται να μετατραπεί σε κάτι τέτοιο όσο κι αν διαμαρτύρεται κανείς στη βάση αμφισβήτησης της γλωσσικής πραγματικότητας. Στην ποίηση τίποτα δεν επιβάλλεται, πόσο μάλλον η εικόνα ενός αντικειμένου η οποία γίνεται προσπάθεια να παγιωθεί ως «σύμβολο» μολονότι δεν αποτελεί παρά διαπιστευτήριο που προσδιορίζει τον κάτοχό του εκτός γλωσσικής δημιουργίας. Παρατηρείται λοιπόν το εξής φαινόμενο: η σημασία δεν είναι αρκετή γι’ αυτό, έτσι η αδυνατότητα συμβόλου αντικαθίσταται με την υιοθέτηση μιας σχέσης «δικαιώματος» η οποία γλωσσικά/δημιουργικά δεν προκύπτει, φέρει μόνο ρόλο ιδεολογικής υποστήριξης.

Το ζήτημα της οργανικότητας -το οποίο εκθέτω επισταμένως εδώ και μια εικοσαετία περίπου- δεν αποτελεί αντιγνωμία στάσης ή ευρύτερης θεώρησης της ποίησης, ακόμη και όταν αφορά κοινωνική στάση η οποία αποσκοπεί σε ποίηση: η οργανικότητα δεν προηγείται της ποίησης, συγχωνεύεται σε αυτή ακριβώς όπως ο πειραματισμός και η υπέρβαση συγχωνεύονται στην ποιητική δημιουργία καθώς λειτουργούν για την ολοκλήρωσή της, η δημιουργία της ποίησης δεν προηγείται κανενός στοιχείου, δεν συγχωνεύεται σε τίποτα, αντιθέτως, σε αυτή συγχωνεύονται και δαπανούνται τα πάντα.

Το εν λόγω «κίνημα» φέρει χαρακτηριστικά κάστας και τελικώς προκαλεί περισσότερο για την έλλειψη κατάρτισης και πρωτοτυπίας παρά για εκείνο που κάνει το στόμα του να ανοίγει διάπλατα.

Κάθε μόδα στηρίζεται στη διαμόρφωση δύο εφήμερων πλευρών, στη μία βρίσκονται όσοι την υποστηρίζουν και στην άλλη όσοι σ’ αυτή εναντιώνονται. Η ποίηση δεν δημιουργεί ούτε διαμορφώνει τέτοιες πλευρές, ούτε στηρίζεται σε ανάλογες υπάρχουσες, παρότι αναπόφευκτα υφίστανται δύο πλευρές, στη μία βρίσκονται εκείνοι που την αναγνωρίζουν, στην άλλη εκείνοι που δεν αναγνωρίζουν. Αν υπάρχει κάτι αξιοσημείωτο σε αυτό το καθόλα εφήμερο φαινόμενο είναι πως η άσωτη δοκιμασία του αληθούς έχει προστεθεί  στις παγίδες στις οποίες πρέπει να προσέχει κανείς να μην πέσει.

 

Παρίσι 2024

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΟ Μακιαβέλι της δημοκρατίας (του Θανάση Μήνα)
Επόμενο άρθροΕίναι  «Ο μάγος» του Κολμ Τόιμπιν μέρος της cancel ή/και της woke κουλτούρας; (της Κέλλυς Πάλλα)

3 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Όπως λέει ο σοφός λαός, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, και ο απεχθής συντηρητισμός σας, όπως τείνει ανέκαθεν να κάνει, άσκοπα κρύβεται πίσω από έναν χείμαρρο ανουσιότητας και προσποιητής διανόησης, κατά βάθος μιας μεσοαστικής μετριότητας.

    Ζητείτε η ποίηση να είναι οργανική και όχι ιδεολογική, αλλά η αντίληψη σας για το τι εστί οργανικότητα είναι απλά έκφραση της δικής σας ιδεολογίας, ο φόβος σας για τις διαιρετικές κοινωνικές συνέπειες (έναν φόβο που ευγενικά θα αποκαλούσα γελοίο) κρύβει απλά την διεστραμμένη σας ανάγκη για την επιβολή και διατήρηση των διαιρέσεων της δικής σας προτίμησης, ενώ σαφώς η υπερβατικότητα αναφωνρίζεται μόνον όταν ταυτίζεται με μια μορφή που βρίσκετε εσείς γνώριμη και βολική.

    Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, και η δική μου φτώχεια υπομονής αποδείχθηκε από το γεγονός ότι μπήκα στον κόπο να σχολιάσω ένα άρθρο που η χαμηλή ηθική και διανοητική ποιότητα του θα έπρεπε να ορίζει μια μοίρα λήθης σε κάποια γωνία του διαδικτύου, επομένως σταματώ, καθώς το μόνο σχόλιο που θα άξιζε πραγματικά να ειπωθεί είναι ότι δεν θα αναγνωρίζατε την ποίηση ούτε αν ανασταινόταν ο Σαχτούρης για να σας την απαγγείλει ο ίδιος.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ