Ο Μακιαβέλι της δημοκρατίας (του Θανάση Μήνα)

1
194

 

του Θανάση Μήνα

 

«Pro captus lectoris habent sua fata libelli» – Τερέντιος

Ο Μακιαβέλι θεωρείται ο θεμελιωτής της νεότερης πολιτικής θεωρίας. Οι περισσότεροι από τους μεγάλους πολιτικούς στοχαστές έχουν μελετήσει ή/και σχολιάσει το έργο του. Η σχετική βιβλιογραφία είναι από τις εκτενέστερες στις ανθρωπιστικές σπουδές. Στα ελληνικά, παραμένει πρωτοπόρα η μεταφραστική και ερμηνευτική εργασία του Παναγιώτη Κονδύλη (εκδόσεις Κάλβος, 1984).

Τα κείμενα του παρόντος τόμου επιχειρούν αφενός να αποδομήσουν τον μύθο του «μακιαβελικού», δηλαδή ενός κυνικού τρόπου αντιμετώπισης της πολιτικής, αφετέρου να αναδείξουν έννοιες κεντρικές στο έργο του (επιθυμία, διχασμός, προοπτική), καθώς και τη σχέση του Μακιαβέλι με τη δημοκρατική και τη σοσιαλιστική θεωρία.

Στο εισαγωγικό κείμενο με τον τίτλο «La verita effetuale delta cosa», ο Etienne Balibar ανατρέχει στην αναγεννησιακή έννοια της λέξης «effetuale» προκειμένου να καταδείξει ότι το περίφημο σχήμα «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», απέχει παρασάγγας από τη σκέψη του Μακιαβέλι. Ο Balibar σημειώνει ότι ο «αμοραλισμός» του γραμματέα της Σινιορία (η Δημοκρατία της Φλωρεντίας) συνιστά ρήξη με τις θεολογικές προκαταλήψεις. Μια τέτοια κριτική στάση είναι κοινή σε κάθε ρεαλιστική και ορθολογιστική παράδοση. Αλλά κατ’ αντιπαράθεση με τον Χομπς, για παράδειγμα, ο Μακιαβέλι δεν ζητά να βρει γενικούς περιγραφικούς νόμους της πολιτικής επιστήμης, μια σκέτη γνώση των γεγονότων. Επιδιώκει μάλλον να αντιτάξει έναν ρυθμιστικό κανόνα από τη σκοπιά του δημόσιου συμφέροντος. Το ζητούμενο είναι η θεμελίωση μιας πολιτικής της ελευθερίας του λαού. Την αναζητά στον ίδιο τον “Ηγεμόνα” και στη θεωρία περί αρετών ή ιδιοτήτων του πολιτικού ηγέτη που περιέχει, και κυρίως στο άλλο μεγάλο έργο του, τις “Διατριβές πάνω στην πρώτη Δεκάδα του Τίτου Λίβιου”.

Το βιβλίο χωρίζεται σε πέντε ενότητες που αντιστοιχούν σε ισάριθμες θεματικές.

Διχασμός

Ο Hugues Poltier γράφει «για τον διχασμό της πόλεως, το νόημα και την ιστορική του εμβέλεια». Στέκεται στο περίφημο απόσπασμα από το κεφάλαιο 9 του “Ηγεμόνα”: «Σε κάθε Πολιτεία βρίσκονται αυτές οι δύο διαφορετικές διαθέσεις: και αυτό προκαλείται από το γεγονός ότι ο λαός επιθυμεί να μην τον κυβερνούν ούτε να τον καταπιέζουν οι μεγάλοι και οι μεγάλοι επιθυμούν κα κυβερνούν και να καταπιέζουν τον λαό∙ και από αυτές τις δύο διαφορετικές ορέξεις προκαλείται στην πόλη ένα από τα εξής τρία αποτελέσματα: ή ηγεμονία ή ελευθερία ή ασυδοσία». Όπως παρατηρεί ο Κλωντ Λεφόρ, από τους πιο συστηματικούς ερμηνευτές του Φλωρεντίνου, «ο Μακιαβέλι μετατοπίζει τον τόπο της πολιτικής προβληματικής από τη μορφή του πολιτεύματος στις ταξικές σχέσεις».

Αντίστοιχα, «τα όρια της ερμηνείας του Μακιαβέλι από τον Λεφόρ» απασχολούν τον Σωτήρη Σιαμανδούρα. Ο Λεφόρ εγγράφει τον Φλωρεντίνο στη δημοκρατική παράδοση, όμως ερμηνεύει τον δημοκρατικό Μακιαβέλι σε διαφορετικό πλαίσιο, υπερασπιζόμενος μια έννοια της δημοκρατίας  που οφείλει πολλά στην ελευθεριακή παράδοση. Ο Ρουσσώ άλλωστε σημείωνε ότι «ο “Ηγεμόνας” του Μακιαβέλι είναι το βιβλίο των δημοκρατικών».

 Στο δοκίμιο το «Διχόνοιας Εγκώμιο: η δημοκρατία ως ενεργητική ισορροπία δυνάμεων στον Μακιαβέλι» του Μιχάλη Μπαρτσίδη, εντοπίζεται μια αντίφασή στη σχέση μαζών-εξουσίας πέρα από τη σχέση αντιπροσώπευσης. Το παράδοξο αυτό επιχειρούν να συλλάβουν φιλόσοφοι όπως ο Σπινόζα, ο Ρουσσώ, αλλά και σύγχρονοι στοχαστές όπως ο Λεφόρ, ο Αμπενσούρ με το αρχέγονο χάσμα δημοκρατίας και κράτους, και η Μουφ με την αγωνιστική-ριζοσπαστική δημοκρατία, ο Ρανσιέρ με τη διαφωνία κ.ά. Για το δε Αλτουσέρ η δημοκρατία νοείται ως μορφή «διακυβέρνησης». Αποτελεί μια ισορροπία δυνάμεων μέσα στην Πολιτεία.

Ο Albano Pina γράφει ότι o  ρεπουμπλικανισμός του Μακιαβέλι εδράζεται στην ιδέα ότι το κοινωνικό σώμα είναι εγγενώς διχασμένο ανάμεσα στη βούληση των μεγάλων και στη βούληση του λαού να μην κυριαρχείται. Ο Μακιαβέλι αναγνωρίζει τον άρρηκτο δεσμό μεταξύ τάξης και σύγκρουσης. Αντί να προσπαθήσει να διαλύσει αυτή την ακατάλυτη σύνδεση, την ενσωματώνει στη δομή του νόμου.

 Ηγεμονία

Ο Παναγιώτης Σωτήρης ανατρέχει στη «συνάντηση» του Μακιαβέλι με τον Γκράμσι και τον Αλτουσέρ», πάντα υπό το πρίσμα της πρακτική της ηγεμονίας. «Ποιος μετά τον Μαρξ και τον Λένιν, επιχείρησε αληθινά την εξερεύνησή του; Γνωρίζω μόνο τον Γκράμσι», αναρωτιέται ο Αλτουσέρ. Έτσι προκύπτει το ζήτημα της συγκρότησης της ηγεμονίας πριν από την ανάδυση του νέου κράτους∙ το πρόβλημα που ο Γκράμσι αποπειράται να επιλύσει με «τη θέση της πραγματοποίησης της ηγεμονίας πριν από την κατάληψη της κεντρικής εξουσίας και με τη σύλληψη του κομμουνιστικού κόμματος ως συλλογικού διανοούμενου, ως σύγχρονου Ηγεμόνα».

Σύμφωνα με τον Vittorio Morfino («Ο “Ηγεμόνας” μεταξύ Γκράμσι και Αλτουσέρ»), ο Γκράμσι διαβάζει το έργο ως παρέμβαση του Μακιαβέλι στην ιταλική συγκυρία, δηλαδή στην ανάγκη να ιδρυθεί ένα ιταλικό εθνικό κράτος Ο Μακιαβέλι έγραψε ένα κείμενο ικανό να προκαλέσει τους ανθρώπους να πράξουν, το οποίο περιγράφει τα αναγκαία μέσα για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου σκοπού.

Η Βίκυ Ιακώβου εξετάζει συγκλίσεις και αποκλίσεις στο έργο του Μακιαβέλι και του Μαρξ, αναζητώντας τη «μακιαβελική στιγμής του τελευταίου. Σημειώνει: «Από μακιαβελική σκοπιά, ο Μαρξ παρουσιάζει το ακόλουθο παράδοξο: ενώ αναγνωρίζει την κεντρικότητα της σύγκρουσης και της ταξικής πάλης, συνάμα τις συλλαμβάνει ως αναγώγιμες και επομένως προσωρινές. Ενώ στον Μαρξ υπάρχει μια φιλοσοφία της ιστορίας, ο Μακιαβέλι είναι, αντίθετα, ένας στοχαστής της ενδεχομενικότητας. Εξερευνά τη σχέση ανάμεσα στη virtù και στη fortuna».

 Δίκαιο

Ο Γιώργος Στείρης καταπιάνεται με την «πολιτική πρόταση του Μακιαβέλι υπό το πρίσμα του νομικού θετικισμού». Επισημαίνει ορθά ότι ο Μακιαβέλι διαχωρίζει το κράτος από τη βία. Εντούτοις, δεν ανήκει στους στοχαστές που θα περιγράφονταν μεταξύ των απολογητών του φυσικού δικαίου. Δεν υπάρχουν στο κείμενο του σημεία που να δείχνουν ότι αποδέχεται την ύπαρξη θεόπνευστων κανόνων δικαίου ή ηθικής.. Ο Μακιαβέλι θεωρεί ότι στόχος του δικαίου δεν είναι η καθοδήγηση όλων των πλευρών της ατομικής ύπαρξης, αλλά μόνο εκείνων που αφορούν την Πολιτεία.

Ο Γιώργος Βασιλάκος μελετά τις «όψεις του δικαίου στις “Διατριβές” και στον “Ηγεμόνα”». Αν ο νόμος είναι η βάση για την ελευθερία στις Διατριβές, θεμέλιο του νόμου είναι η διχόνοια (disiulone) μεταξύ των πολιτών και οι αναταραχές (tumulti) που αυτή επιφέρει στο κοινωνικό σύνολο. Οι νόμοι εισάγονται σε μια Πολιτεία σαν μια αναγκαιότητα (necessitas) για την υπενθύμιση του καλού. Ο Μακιαβέλι αναδεικνύει τις δύο διαθέσεις που συγκρούονται για ποια θα επικρατήσει∙ εκείνη δηλαδή των μεγάλων έναντι εκείνης του λαού. Σε αυτό, άλλωστε στάθηκαν και πολλοί νεότεροι στοχαστές, μεταξύ των οποίων και ο Αλτουσέρ, για να αποδώσουν στον Μακιαβέλι μια πρώτη σύλληψη της πάλης των τάξεων.

Τη θεματική αυτή κλείνει το κείμενο της Αγγελικής Παπαθανασίου «Σκιαγραφώντας το πολιτικό υποκείμενο της νεωτερικότητας», που εστιάζει στην ερμηνεία του Μακιαβέλι μετά τον Φουκώ.

Αρετή

Ο Ευθύμιος Κατσούλης γράφει για τον αντι-μακιαβελισμός στην Ιβηρική, μελετώντας τα έργα στοχαστών της Αντιμεταρρύθμισης όπως των Πέντρο ντε Ριμπαντενέιρα, Χουάν ντε Σάντα Μαρία και Φερνάντο Αλβία ντε Κάστρο.

Ο Augusto Dolfo αναφέρεται στην αυτονομία της πολιτικής έναντι της ηθικής στο έργο του Μακιαβέλι. Όταν οι άνθρωποι συμμετέχουν στο παιχνίδι της πολιτικής, πρέπει να ακολουθούν τους κανόνες του. Ωστόσο, ο αφορισμός salus rei publicae suprema lex esto, δηλαδή ότι οι «εξαιρετικοί καιροί απαιτούν εξαιρετικές πράξεις», αποφάσεις ίσως αδικαιολόγητες σε άλλες περιστάσεις, αυτό δεν σημαίνει πως οι εξαιρετικές πολιτικές πράξεις δεν μπορούν να αναχθούν στη συνήθη ή κοινή λογική. Για τον Μακιαβέλι η ίδια η ιδέα διάπραξης διεφθαρμένων πράξεων στο όνομα της σωτηρίας της Πολιτείας συνιστά αντίφαση εν τοις όροις. Για έναν βέρο πολιτικό ουμανιστή όπως ο Φλωρεντίνος, ο σκοπός του salus rei publicae είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τις ρεπουμπλικανικές αξίες της ελευθερίας ως μη κυριαρχίας και της πολιτικής αρετής.

Για τις έννοιες της αναγκαιότητας, του συμφέροντος  και της αρετής στο έργο του Μακιαβέλι γράφει ο Γιώργος Φαράκλας. Βασίζει τη συλλογιστική του για τον Φλωρεντίνο σε μια ρήση του Χέγκελ: «Ηθικός δεν είναι όποιος επιθυμεί, αλλά όποιος επιθυμεί το καλό». Την πολιτική κινούν επιθυμίες και συμφέροντα, άρα πάθη. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως υπάγουν τον λόγο στα πάθη αλλά ότι τα αναλύουν με τον λόγο. Τίποτε στον κόσμο δεν γίνεται χωρίς «πάθος», αλλά ευτυχώς πολλά εγκρίνονται από τον λόγο, σύμφωνα με τον Χέγκελ.

 Τέχνες

Αν και οι αναφορές στα αρχεία είναι λιγοστές, ο Μακιαβέλι και ο Λεονάρτο Ντα Βίντσι, αμφότεροι Φλωρεντίνοι που εργάστηκαν σε παρόμοια περιβάλλοντα, σίγουρα γνωρίζονταν και αλληλοεπηρεάστηκαν. Καταγράφονται τρεις τουλάχιστον συναντήσεις τους μεταξύ του 1502 και του 1504. Μία στο Ούρμπινο, στο στρατόπεδο του Καίσαρα Βοργία, του υποδείγματος του “Ηγεμόνα”, μία στη Φλωρεντία όπου ο Λεονάρντο σχεδίαζε μια τοιχογραφία για την αίθουσα του Συμβουλίου των Δέκα της πόλης, και μία κατά τη διάρκεια των έργων εκτροπής του ποταμού Άρνου, όταν η Φλωρεντία πολιορκούσε την Πίζα (βλέπε το βιβλίο “Λεονάρντο Και Μακιαβέλι” του ιστορικού Patrick Boucheron, Εκδόσεις Πόλις, 2019, μτφρ. Ρίκα Μπενβενίστε).

Η Μαριλένα Καρρά εξετάζει τα «Ζητήματα προοπτικής και απροσδιοριστίας στους Μακιαβέλι και Λεονάρντο ντα Βίντσι». Αλλιώς, τη μεταξύ τους διαλεκτική. Εστιάζει στην κοινή και στους δύο δυναμική θεώρηση της προοπτικής. Σημειώνει ότι «στους δύο στοχαστές η εισβολή της κίνησης λαμβάνει τον χαρακτήρα μιας απροσδιόριστης δύναμης που διαταράσσει τη διαδεδομένη τάξη. Στα έργα του Λεονάρντο και του Μακιαβέλι δεν ατενίζουμε κάποιο γνωστό στιγμιότυπο των ήδη γνωστών γεγονότων, αλλά την ίδια την κίνηση ως δύναμη διαμόρφωσης ενός πεδίου για την εκ νέου νοηματοδότηση των γεγονότων αυτών».

Ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος, τέλος, προχωρά σε μια κριτική ανάγνωση του “Μανδραγόρα”. Το θεατρικό έργο του Μακιαβέλι ολοκληρώθηκε το 1518 και τυπώθηκε το 1524, περίοδο κατά την οποία, μετά από την επιστροφή των Μεδίκων στην εξουσία της Φλωρεντίας, ο γραμματέας της Σινιορία βρισκόταν σε δυσμένεια. Τυπικά κωμωδία, αιχμηρή όμως σαν πολιτική πραγματεία, στήνει ένα κάτοπτρο, υφαίνει μια μακιαβελική πλεκτάνη, ένα speculum. Ο “Μανδραγόρας” σχολιάζει την έκπτωση του πολιτικού Είναι στο πολιτικό Φαίνεσθαι. Μπροστά μας ξετυλίγεται το θέαμα της ηγεμονίας ως θεάματος.

Κλείνουμε με τα λόγια του Αντόνιο Γκράμσι: «Ανάμεσα στην ουτοπία και τη σχολαστική πραγματεία, μορφές με τις οποίες παρουσιαζόταν η πολιτική σκέψη πριν από τον Μακιαβέλι, αυτός έδωσε στη δική του σύλληψη τη φανταστική και καλλιτεχνική μορφή, στην οποία το θεωρητικό και ορθολογικό στοιχείο αντιπροσωπεύει με πλαστικότητα και “ανθρωπομορφικό τρόπο” το σύμβολο της “συλλογικής βούλησης”.

 

Συλλογικό, Ο Μακιαβέλι μετά τον Μακιαβέλι

Angelus Novus, 2023

Μετάφραση: Χρυσάνθη Αυλάμη

Επιμέλεια: Χρυσάνθη Αυλάμη, Βίκυ Ιακώβου, Σωτήρης Σιαμανδούρας, Γιώργος Φαράκλας

 

 

Προηγούμενο άρθροΗ εικονογράφηση ως τέχνη (της Μαρίζας Ντεκάστρο)
Επόμενο άρθροWoke, η συκή των φύλων, ολοκληρωτισμός και περιπτωσιολογία στη σύγχρονη ποίηση (γράφει ο Γιάννης Λειβαδάς)

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Αναρωτιέμαι με ποιο κριτήριο ο καλός συντάκτης αποφάσισε να μην αναφέρει τα επιπλέον τρία κείμενα που περιέχονται στον τόμο: της Marie Gaille, του Νικόλαου Τσίρου και το δικό μου.
    Πρόκειται για τρία διαφορετικά μεταξύ τους κείμενα, σε διαφορετικές ενότητες του τόμου, που δεν καταλαβαίνω γιατί διέφυγαν της προσοχής του κ. Μηνά. Έστω μία σημείωση ότι ο τόμος δεν εξαντλείται στα κείμενα που αναφέρει στο άρθρο του θα ήταν ένδειξη ευγένειας και συνέπειας.
    Με απορία,
    Αλέξανδρος Σχισμένος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ