Βιβλία και ιστορίες που έφερε η καραντίνα (του Σπύρου Κακουριώτη)

0
1231

του Σπύρου Κακουριώτη

 

 

Δειλά-δειλά, τα βιβλία που οι περισσότεροι εκδοτικοί οίκοι προετοίμαζαν κατά τη διάρκεια της καραντίνας βρίσκουν τη θέση τους στους πάγκους, προσπαθώντας να διασκεδάσουν το μούδιασμα που αισθάνονται όλοι στη σκέψη να βρεθούν σε ένα βιβλιοπωλείο, μαζί με άλλους βιβλιόφιλους. Η κρυφή αίσθηση του μοιράσματος που μας ένωνε κάποτε, σήμερα σημαδεύεται από μια καχυποψία που ακόμα δεν έχουμε καταφέρει να διαχειριστούμε. Η κληρονομιά της πανδημίας φαίνεται πως θα βρίσκεται μαζί μας για πολύ ακόμη…

 

Δημήτρης Χριστόπουλος, Αν το προσφυγικό ήταν πρόβλημα, θα είχε λύση, Πόλις

«Αντιδρούν οι δήμοι στην προοπτική έλευσης νέου κύματος προσφύγων», έλεγε η είδηση, θυμίζοντας με κάποιον τρόπο τη δεκαετία του ’80, όταν στους ανά την επικράτεια δήμους ξεφύτρωναν πινακίδες που ανακήρυσσαν την περιοχή τους «Αποπυρηνικοποιημένη Ζώνη», λες και κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποτελέσει ικανό μέτρο προστασίας για τους δημότες… Η ίδια λογική φαίνεται να πρυτανεύει ανάμεσα στους διαμαρτυρόμενους για την παρουσία προσφύγων στον τόπο τους ‒για όσους, τουλάχιστον, δεν εργαλειοποιούν αυτήν την παρουσία προκειμένου να επιτύχουν αλλότριους στόχους. Όμως η προσφυγική κρίση αποτελεί κοινωνικό φαινόμενο, όχι ένα πρόβλημα που θα μπορούσε να λυθεί με φράχτες, στρατόπεδα ή κάνοντας τη ζωή κόλαση σε όσους προσφεύγουν στις ελληνικές ακτές πιστεύοντας πως θα έχουν να αντιμετωπίσουν ένα ευρωπαϊκό δικαιοκρατικό σύστημα. Αντιθέτως, αποτελεί ένα φαινόμενο που γεννά προβλήματα, λιγότερα ή περισσότερα, ανάλογα με το πώς το διαχειριζόμαστε. Αυτό το φαινόμενο επιχειρεί να εξετάσει, στις διαστάσεις που έλαβε στις ελληνικές συνθήκες τα τελευταία τριάντα χρόνια, με ιδιαίτερη έμφαση στην προσφυγική κρίση της τελευταίας πενταετίας, ο πολιτειολόγος και τέως πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Δημήτρης Χριστόπουλος. Κείμενο μαχητικό, γραμμένο σε συνθήκες που στη διαχείριση του ζητήματος δείχνει και πάλι να πρυτανεύει η καταστολή και, σε κάποιες περιπτώσεις, όπως είδαμε πρόσφατα στη Λέσβο, η αγριότητα, θέλει να προσφέρει επιχειρήματα σε όλους εκείνους και εκείνες που θεωρούν ότι στην αντιμετώπιση μεταναστών και προσφύγων διακυβεύονται πολλά: όχι μονάχα τα ανθρώπινα δικαιώματα εκείνων που έρχονται εδώ, τράνζιτο ή μόνιμα· πολύ περισσότερο, διακυβεύεται η δημοκρατία και, ιδίως, η δική μας ανθρωπιά. Με αυτό το συναίσθημα καλούμαστε να προσεγγίσουμε τους αναγκεμένους που ξεβράζονται στις ακτές, όχι με θυμό ή πανικό. Η ψύχραιμη και ορθολογική προσέγγιση του Δημήτρη Χριστόπουλου ‒και μέσα από τις σελίδες του δοκιμίου αυτού‒ είναι, από αυτήν την άποψη, μια εξαιρετική παρέμβαση προκειμένου να διασώσουμε την ευθυκρισία μας απέναντι στη διαχείριση του ζητήματος.

 

Νίκος ΑνδριώτηςΠρόσφυγες στην Ελλάδα 1821-1940: Υποδοχή, περίθαλψη, αποκατάσταση, Ίδρυμα της Βουλής

Η υποδοχή και η περίθαλψη των αναγκεμένων, των ανθρώπων που απελπισμένοι αναζητούν ασφάλεια και μια μπουκιά ψωμί, δεν είναι φαινόμενο σημερινό. Συνοδεύει το ελληνικό κράτος καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του. Θα παρουσιαστεί πριν ακόμη κι από την επίσημη ίδρυσή του, με τους κρήτες, χιώτες και πρόσφυγες από άλλα μέρη όπου η Επανάσταση δεν επικράτησε, για να συνεχιστεί όλο τον 19ο αιώνα και να κορυφωθεί, βέβαια, με τη Μικρασιατική Καταστροφή και να συνεχιστεί μέχρι τις μέρες μας… Σε αυτή την ιστορία πόνου αλλά και αλληλεγγύης, που κάποτε έλαβε επικές διαστάσεις –όπως στην περίπτωση της αποκατάστασης των προσφύγων του 1922– αναφέρεται ο ιστορικός και εκπαιδευτικός Νίκος Ανδριώτης, εστιάζοντας στον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό κράτος αντιμετώπισε έως τα μέσα του 20ού αιώνα τις προσφυγικές ροές που έφταναν στον ελλαδικό χώρο. Μολονότι το μεγαλύτερο μέρος του τόμου εξετάζει την υποδοχή, την περίθαλψη, την εγκατάσταση και τη συνολική αποκατάσταση των προσφύγων του 1922, ο συγγραφέας επιχειρεί να τεκμηριώσει το σύνολο των προσφυγικών μετακινήσεων προς τη χώρα, από το 1831 μέχρι και τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, αναδεικνύοντας τους θεσμούς και την τεχνογνωσία που είχε κατακτήσει το ελληνικό κράτος ήδη προτού κληθεί να αντιμετωπίσει τη μείζονα κρίση της υποδοχής άνω του ενός εκατομμυρίου προσφύγων στα 1922-1924. Ακόμη, στα Παραρτήματα προσεγγίζονται οι μετακινήσεις ομογενών από και προς την Ελλάδα μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, καθώς και η διεθνής διάσταση του προσφυγικού ζητήματος, ενώ ο τόμος εμπλουτίζεται με αρχειακό φωτογραφικό και άλλο εικονογραφικό υλικό και πίνακες. Η έκδοση εντάσσεται στα σταθερά ερευνητικά ενδιαφέροντα του Ιδρύματος της Βουλής της Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία για το προσφυγικό ζήτημα, τόσο επιστημονικά όσο και εκλαϊκευτικά.

 

David Armitage, Εμφύλιοι πόλεμοι: μια ιστορία στο πεδίο των ιδεών, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Η εξαιρετικά μεγάλη διάδοση της «εμφυλιοπολεμολογίας» στον χώρο των ιστορικών σπουδών και των κοινωνικών επιστημών μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου οφείλεται μονάχα εν μέρει στο γεγονός ότι οι ενδοκρατικές συρράξεις κυριάρχησαν συντριπτικά ‒από τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας ή τη γενοκτονία στη Ρουάντα μέχρι τη σημερινή συριακή κρίση‒ με μόνο ένα 5% να αφορά πολέμους μεταξύ κρατών. Όπως τονίζει ο διακεκριμένος ιστορικός Ντέιβιντ Άρμιτατζ, ο όρος «εμφύλιος πόλεμος» μπορεί να μοιάζει περιγραφικός, όμως έχει ξεκάθαρα κανονιστικό χαρακτήρα και η χρήση του προϋποθέτει αξιολογικές κρίσεις και ερμηνείες. Η επίκληση του εμφυλίου από τον πρόεδρο Τραμπ προκειμένου να χαρακτηρίσει τις κοινωνικές διαμαρτυρίες που ακολούθησαν τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, π.χ., μόνο τυχαία δεν είναι: αντανακλά, ακριβώς, αξίες και ερμηνείες. Ούτε ο «εμφύλιος» (δηλαδή civil), αλλά ούτε και ο «πόλεμος» είναι όροι εννοιολογικά σταθεροί, επισημαίνει ο συγγραφέας. Αυτός είναι και ο λόγος που στον ανά χείρας τόμο επιχειρεί να ιστορικοποιήσει την έννοια, ανατρέχοντας στη γενεαλογία της. Σε αυτή την έρευνα, ο Άρμιτατζ εξετάζει τρεις διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες, προκειμένου να εντοπίσει τη γένεση, τους μετασχηματισμούς και τις σύγχρονες εφαρμογές της έννοιας του εμφυλίου πολέμου. Εκκινεί από την αρχαία Ρώμη, όπου στον bellum civile, τον πόλεμο μεταξύ συμπολιτών, εντοπίζει την παράδοση της έννοιας έτσι όπως φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Στον ύστερο 18ο αιώνα αναζητά τους μετασχηματισμούς της, κυρίως μέσω της διάκρισής της από μια άλλη έννοια που οδηγεί στον κοινωνικό μετασχηματισμό, την έννοια της επανάστασης. Τέλος, τρίτο σημείο καμπής αποτελεί ο Αμερικανικός Εμφύλιος, στα μέσα του 19ου αιώνα, με τις απόπειρες νομικού ορισμού του εμφυλίου. Ο συγγραφέας ολοκληρώνει αυτό το ταξίδι στο πεδίο των ιδεών στο τελευταίο τρίτο του 20ού αιώνα, όταν οι κοινωνικοί επιστήμονες επιχειρούσαν να αποσαφηνίσουν τον όρο προκειμένου να αναλύσουν τις ποικίλες συγκρούσεις της εποχής της αποαποικιοποίησης. Πρόκειται για ένα γοητευτικό ταξίδι στην ιστορία των ιδεών, γραμμένο με συναρπαστικό τρόπο από έναν σημαντικό ιστορικό της εποχής μας…

 

M. Plokhy, Γιάλτα: Το τίμημα της ειρήνης, Πατάκης

Για μισό αιώνα περίπου η «Γιάλτα» ήταν συνώνυμη με την ψυχροπολεμική διαίρεση της Ευρώπης σε δύο αντίπαλα ιδεολογικοπολιτικά στρατόπεδα, με τον χωρισμό της ηπείρου σε σφαίρες επιρροής. Σηματοδοτούσε, ταυτόχρονα, την «προδοσία» της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, που οι δυτικοί σύμμαχοι, σε μια κυνική επίδειξη «ρεαλισμού», παρέδωσαν στον Στάλιν. Μια παρόμοια αντιμετώπιση της διάσκεψης των τριών μεγάλων συμμάχων (του Τσώρτσιλ, του Ρούσβελτ και του Στάλιν) στο θερινό θέρετρο της Κριμαίας, αποτελεί μια εκ των υστέρων ανάγνωσή της υπό το πρίσμα του Ψυχρού Πολέμου ‒στην πραγματικότητα, την εντάσσει στη γενεαλογία του Ψυχρού Πολέμου σαν ένα πρώιμο επεισόδιό του. Για τον ουκρανό ιστορικό Σέργιι Πλόχυ, η διάσκεψη της Γιάλτας οφείλει να εξετάζεται μέσα στα πραγματικά ιστορικά συμφραζόμενά της, που δεν είναι άλλα από αυτά του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Η προτελευταία συνάντηση των τριών συμμάχων διεξήχθη τον Φεβρουάριο του 1945, όταν οι στρατιές τους ήταν έτοιμες να εισέλθουν στο καθαυτό γερμανικό έδαφος με στόχο τους το Βερολίνο. Ο «χάρτης» του μεταπολεμικού κόσμου θα σχεδιαστεί στο Πότσδαμ, μετά τη ναζιστική παράδοση, όμως κάποιες βασικές παραδοχές είχαν επιτευχθεί ήδη στη Γιάλτα, κυρίως όσον αφορά την αποδοχή του «δικαιώματος» της ΕΣΣΔ να εγκαταστήσει φιλικές σε αυτήν κυβερνήσεις στα δυτικά της σύνορα. Ο συγγραφέας του ανά χείρας τόμου, έχοντας πρόσβαση σε υλικό που μέχρι το 1990 παρέμενε απόρρητο στα ρωσικά κρατικά αρχεία, εξετάζει λεπτομερώς τις οκτώ ημέρες των διαπραγματεύσεων ανάμεσα στους τρεις ηγέτες, τις μεταβαλλόμενες συμμαχίες ανάμεσά τους, τους διαφορετικούς στόχους και τις τακτικές που υιοθέτησαν για να τους πετύχουν, αναδεικνύοντας τις διαφορετικές διεθνοπολιτικές προσεγγίσεις, που έφερναν συχνά αντιμέτωπους τους δύο βετεράνους της realpolitik, Τσώρτσιλ και Στάλιν, με τον περισσότερο οραματιστή Ρούσβελτ. Ανασυνθέτοντας όχι μονάχα τα γεγονότα αλλά αποδίδοντας με ιδιαίτερα ζωντανό τρόπο την ατμόσφαιρα και τη δυναμική που διαμορφωνόταν ανάμεσα στους τρεις ηγέτες, ο Πλόχυ προσφέρει στον αναγνώστη μια εξαιρετικά διεξοδική και έγκυρη ιστορική ανάλυση μιας διάσκεψης που σφράγισε τον κόσμο στο δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα.

 

Michael Gruenbaum, Κάπου λάμπει ακόμα ο ήλιος, Παπαδόπουλος

Ο Μίσα Γκρούενμπαουμ, ο αφηγητής αυτής της μαρτυρίας που ο συγγραφέας Todd Hasak-Lowy μετέτρεψε σε λογοτεχνική αφήγηση, ήταν μόλις 9 ετών όταν τα ναζιστικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Πράγα, την πόλη όπου γεννήθηκε. Μέσα από τα παιδικά μάτια του, ο αναγνώστης παρακολουθεί τον τρόπο που, σταδιακά, η ζωή του μικρού εβραιόπουλου και της οικογένειάς του συντρίβεται από την εφαρμογή των αντισημιτικών μέτρων των ναζί: Πρώτα τα μαγαζιά και οι περιοχές που είναι απαγορευμένες για τους Εβραίους, έπειτα η αποβολή από το σχολείο, η πείνα και η μαύρη αγορά, ο εγκλεισμός στο γκέτο και το υποχρεωτικό κίτρινο άστρο στα ρούχα… Η παιδική ηλικία του συγγραφέα στην Πράγα θα διακοπεί βίαια, εξαιτίας της σύλληψης και της δολοφονίας του πατέρα του από τους ναζί. Θα ακολουθήσει η κάθοδος στην κόλαση, με την εκτόπιση της οικογένειάς του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Τερεζίν, στα τέλη του 1942. Στο στρατοπεδικό σύμπαν των ναζί, το Teresienstadt (όπως ονομαζόταν στα γερμανικά) διατηρούσε έναν ιδιαίτερο ρόλο: αφενός, ήταν στρατόπεδο εργασίας, αλλά και διαλογής, από το οποίο κρατούμενοι αποστέλλονταν στα στρατόπεδα εξόντωσης ανατολικότερα. Αφετέρου, όμως, ήταν ένα θεατρικό σκηνικό για τη γερμανική προπαγάνδα, που επιδεικνυόταν στους εκπροσώπους του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, προκειμένου να πειστούν ότι η μοίρα των εβραίων που απελαύνονταν από το Ράιχ ήταν ειδυλλιακή… Οι ιδιαιτερότητες αυτές επέτρεψαν στους εγκλείστους να διατηρήσουν μια πλούσια πολιτιστική ζωή, αλλά και παράνομες εκπαιδευτικές δομές, που ο Γκρούενμπαουμ περιγράφει με ζωηρά χρώματα στην αφήγησή του, καθώς συγκροτούσαν μορφές αλληλεγγύης σωτήριες για πολλούς από τους νεαρούς εγκλείστους. Υπολογίζεται ότι από το στρατόπεδο πέρασαν 15.000 παιδιά. Σχεδόν το 90% μεταφέρθηκε κάποια στιγμή στα στρατόπεδα εξόντωσης –ο ήρωας της αφήγησης είχε την τύχη το όνομα της οικογένειάς του να διαγραφεί από τους καταλόγους της μεταφοράς, παραμένοντας στο Τερεζίν μέχρι τη μέρα της απελευθέρωσης. Η αφήγηση του Γκρούενμπαουμ, χάρη και στην ελληνική της απόδοση από την Μαρίζα Ντεκάστρο, αποτελεί ιδανική εισαγωγή στη λογοτεχνία του Ολοκαυτώματος για ένα εφηβικό και ευρύτερα νεανικό αναγνωστικό κοινό.

 

Ανδρέας Μπουρούτης, Ολοκαύτωμα στη Θεσσαλονίκη: Η ιταλική στάση και οι Εβραίοι, Αλεξάνδρεια

Ο μύθος του «καλού Ιταλού» άρχισε να καλλιεργείται ήδη πριν το τέλος του πολέμου, χάρη στην αλλαγή στρατοπέδου της ηττημένης Ιταλίας το 1943. Και ήταν τόσο επιτυχημένος που οι βιαιότητες, οι διωγμοί, τα εγκλήματα των ιταλικών αρχών κατοχής, στη χώρα μας και αλλού, έδωσαν τη θέση τους στη μνήμη των «κοκορόφτερων», των λοχαγών με τα μαντολίνα κ.λπ. Το ίδιο θετική έχει υπάρξει και η μνήμη της στάσης των ιταλικών αρχών απέναντι στους εβραίους, μολονότι η φασιστική Ιταλία είχε υιοθετήσει και αυτή, ήδη από το 1938, φυλετικούς νόμους που τους εξοβέλιζαν από τη δημόσια ζωή. Αυτή τη στάση, όπως αποτυπώθηκε στη Θεσσαλονίκη και στη σχέση των ιταλικών προξενικών και εκπαιδευτικών αρχών με την εβραϊκή κοινότητα της πόλης, ιδιαίτερα με τις οικογένειες που είχαν ή έλαβαν την ιταλική υπηκοότητα ‒με αποτέλεσμα κάποιες να καταφέρουν να διαφύγουν εγκαίρως στην Αθήνα, αφήνοντας συχνά τις περιουσίες τους στο έλεος των σωτήρων‒ εξετάζει στην ανά χείρας μελέτη του ο oικονομολόγος και ιστορικός Ανδρέας Μπουρούτης. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην εκπαιδευτική πτυχή της ιταλικής παρουσίας στη Θεσσαλονίκη, καθώς ο συγγραφέας αφηγείται στις σελίδες του βιβλίου τις ιστορίες δέκα εβραίων μαθητών του ιταλικού λυκείου Ουμπέρτο Πρίμο, που κατόρθωσαν να συμμετάσχουν ως «ιδιωτικώς εκπαιδευθέντες» στις απολυτήριες εξετάσεις του 1941 και του 1942, αφού η φοίτηση εβραίων είχε απαγορευτεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Χάρη στην πρόσφατη εύρεση και διάσωση του αρχείου με τα έγγραφα αυτών των μαθητών, ο συγγραφέας κατορθώνει να αναπλάσει την ιστορία τους, η κατάληξη της οποίας υπήρξε για τους περισσότερους κοινή με αυτήν της υπόλοιπης κοινότητας: οδηγήθηκαν όλοι στα κρεματόρια του Άουσβιτς-Μπίρκεναου, εκτός από έναν που κατόρθωσε να διαφύγει στην Αθήνα, χάρη στη βοήθεια του δικηγόρου Δημήτρη Σπηλιάκου, ενός «Δίκαιου των Εθνών». Χάρη στην ανακάλυψη του χαμένου μαθητικού αρχείου φωτίζεται μια ιδιαίτερη πτυχή της ζωής, αλλά και της εξόντωσης, της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, νέων αγοριών και κοριτσιών που χάρη στην έρευνα του συγγραφέα παύουν να είναι αριθμοί και αποκτούν όνομα και πρόσωπο…

 

Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ – Γεβγκένι Ζαμιάτιν, Επιστολές στον Στάλιν, Άγρα

Διαβάζοντας κανείς αυτές τις ολιγάριθμες επιστολές, στις οποίες ο παραλήπτης ουδέποτε απάντησε, τουλάχιστον γραπτώς, πιθανόν να αισθανθεί ότι παρακολουθεί ένα παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι· ιδιαίτερα αν υιοθετεί την ευρέως διαδεδομένη εικόνα του «άξεστου γεωργιανού» που φιλοτεχνήθηκε για τον Στάλιν. Όμως για τον αναγνώστη που θα θελήσει να προχωρήσει πέρα από τα στερεότυπα, τα κείμενα που δημοσιεύονται στο ανά χείρας τομίδιο φωτίζουν με ένα λοξό φως μια ταραγμένη εποχή: Πρόκειται για πέντε επιστολές του πεζογράφου και δραματουργού Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ και μία του Γεβγκένι Ζαμιάτιν, συγγραφέα του δυστοπικού Εμείς, γραμμένες σε μια εποχή που και οι δύο έχουν πέσει σε δυσμένεια. Το αίτημά τους κοινό: η άδεια να ταξιδέψουν εκτός ΕΣΣΔ. Ο Ζαμιάτιν θα πετύχει με την πρώτη, το 1931. Μιλώντας τη γλώσσα του κόμματος, θα καταφέρει να αποκτήσει το πολυπόθητο διαβατήριο και να εγκαταλείψει τη χώρα, για να εγκατασταθεί στο Παρίσι, όπου και θα πεθάνει έξι χρόνια αργότερα. Αντίθετα, ο Μπουλγκάκοφ, έχοντας παρασυρθεί από τη δίνη των συνεχών απαγορεύσεων των έργων του και έχοντας οδηγηθεί σταδιακά στον αποκλεισμό του από το θέατρο, θα καταγράψει στις επιστολές του, που καλύπτουν την πενταετία 1929-1934, τις πικρίες και τις απογοητεύσεις του από την πολιτιστική ζωή της ΕΣΣΔ, από τις διώξεις που υφίσταται κ.λπ., αλλά και θα θυμάται με θέρμη τη σύντομη τηλεφωνική συνομιλία του με τον Στάλιν –υλικό το οποίο εκμεταλλεύτηκε κατάλληλα ο ισπανός δραματουργός Χουάν Μαγιόρκα συνθέτοντας τα δικά του Γράμματα αγάπης στον Στάλιν (Σοκόλης, 2014). Ο Μπουλγκάκοφ δεν θα εγκαταλείψει τη Σοβιετική Ένωση, όπου θα πεθάνει το 1940. Η παρούσα έκδοση συμπληρώνεται με ένα διορατικό κείμενο του Ζαμιάτιν, με τον τίτλο «Φοβάμαι», του 1921, σχετικά με τους κινδύνους που αντιμετώπιζε ήδη η ελευθερία της τέχνης, ενώ, στην εκτενή εισαγωγή της, η μεταφράστρια Αλεξάνδρα Ιωαννίδου προσφέρει την απαραίτητη ιστορική πλαισίωση σχετικά με τους δύο συγγραφείς και γενικότερα τις διώξεις καλλιτεχνών τη δεκαετία του 1930 στην ΕΣΣΔ.

 

Ece Temelkuran, Πώς χάνεται μια πατρίδα, Διόπτρα

Κραυγή απελπισίας απέναντι στην παγκόσμια άνοδο του δεξιού λαϊκισμού αποτελεί το βιβλίο της τουρκάλας δημοσιογράφου και πεζογράφου Ετζέ Τεμέλκουραν, με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο: Τα 7 βήματα από τη Δημοκρατία στη Δικτατορία. Επιτυχημένη δημοσιογράφος, αρχικά στην κεμαλική Cumhuriyet, στη συνέχεια σχολιάστρια στη Milliyet και αργότερα στο τηλεοπτικό κανάλι Habertürk, υπήρξε από την αρχή εξαιρετικά κριτική απέναντι στο ΑΚΡ και το καθεστώς που σταδιακά οικοδόμησε στην Τουρκία ο Ταγίπ Ερντογάν. Με τη δημόσια παρουσία της, αλλά και με τα μυθιστορήματά της, υπεράσπισε το κοσμικό κράτος και τον αγώνα για ανθρώπινα δικαιώματα, ιδιαίτερα των κρατούμενων απεργών πείνας –κάτι που της κόστισε τη δουλειά της στην Τουρκία (η ίδια πλέον γράφει για εφημερίδες όπως η Guardian ή η Washington Post), ευτυχώς όμως όχι και την ελευθερία της, όπως στους περισσότερους συναδέλφους της που δεν δέχτηκαν να σιωπήσουν και βρέθηκαν στις φυλακές του καθεστώτος. Η ανάλυση της Τεμέλκουραν για την άνοδο του εθνικισμού και του δεξιού λαϊκισμού εκτείνεται από την Αμερική του Τραμπ μέχρι τη Βρετανία του Brexit ή την Ουγγαρία του Όρμπαν, όμως ο πραγματικός πρωταγωνιστής της, ο πραγματικός εχθρός, δεν είναι άλλος από τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και το ανοιχτά αυταρχικό καθεστώς που έχει οικοδομήσει, ιδιαίτερα μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του 2016. Με οξυδερκείς παρατηρήσεις για την υπονομευτική για τη δημοκρατία χρήση της έννοιας του «πραγματικού λαού» και τη νηπιοποίηση της γλώσσας και του δημόσιου λόγου, το κείμενό της αποτελεί ένα ανησυχαστικό σήμα κινδύνου. Όμως διαβάζοντάς το, ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί: Τα αιτήματα που αναδεικνύουν οι λαϊκιστές είναι, άραγε, όλα λάθος; Δεν μπορούν οι σύγχρονες δημοκρατίες να γίνουν περισσότερο συμπεριληπτικές δίνοντας πραγματικά φιλολαϊκές απαντήσεις σε όσα από αυτά είναι συμβατά με τη δημοκρατία; Φοβούμαι πως η συγγραφέας, που ανήκει στην κοσμική τουρκική ελίτ, δηλαδή στους «νόμιμους ιδιοκτήτες» της χώρας, αρνείται να θέσει αυτό το ερώτημα…

 

Νιλ Φόκνερ, Μια ριζοσπαστική ιστορία του κόσμου, Καστανιώτης

Ο βρετανός αρχαιολόγος, ιστορικός και ακτιβιστής έχει συνείδηση ότι η απόπειρα συγγραφής μιας επίτομης παγκόσμιας ιστορίας αποτελεί την «υπέρτατη μεγάλη αφήγηση», μια αφήγηση που είναι καταδικασμένη, ακόμη κι αν εκτείνεται σε 800 σελίδες, όπως ο ανά χείρας τόμος, να παραμένει ένα μερικευτικό εγχείρημα, που αποκλείει περισσότερα απ’ όσα συμπεριλαμβάνει. Αυτή η επιλογή δεν είναι, φυσικά, ουδέτερη. Ποτέ δεν ήταν, και ο συγγραφέας το γνωρίζει πολύ καλά, γι’ αυτό, άλλωστε προειδοποιεί τον αναγνώστη από την αρχή ότι «η ιστορία είναι ένα πεδίο μάχης αντίθετων ερμηνειών». Ανάμεσα σε αυτές τις αντιτιθέμενες ερμηνείες ο ίδιος δεν παριστάνει τον ουδέτερο ή «αντικειμενικό» παρατηρητή. Αντίθετα, θέλοντας να αφηγηθεί μια «ιστορία του κόσμου» από τη σκοπιά εκείνων που μέσα από τους αγώνες τους «κατευθύνουν την ιστορική διαδικασία» (που δεν είναι άλλοι από τους δούλους, τους δουλοπάροικους, τους χειρώνακτες κ.λπ.), επιλέγει τη θέση από την οποία θα ξετυλίξει το νήμα της αφήγησης, που δεν είναι άλλη από εκείνη των «από κάτω», των καταραμένων αυτής της γης… Υιοθετώντας μαρξιστικά αναλυτικά εργαλεία, διευκρινίζει ότι η προσέγγισή του δίνει έμφαση στο υποκείμενο και την εμπρόθετη δράση του, στην ενδεχομενικότητα και στην ύπαρξη εναλλακτικών επιλογών στην ιστορική εξέλιξη, απορρίπτοντας, με αυτόν τον τρόπο, την αναζήτηση των «αντικειμενικών προϋποθέσεων» που χαρακτηρίζει ένα τμήμα των μαρξιστικών ιστορικών αναλύσεων ακόμη και σήμερα. Αφιερωμένο κατά το ήμισυ στον 20ό αιώνα, μοιραία ευρωκεντρικό, παρά τον παγκόσμιο χαρακτήρα του («δεν μπορώ να αποφύγω τους περιορισμούς των σπουδών μου», παραδέχεται ο συγγραφέας), το έργο εντάσσεται στην εκλαϊκευτική παράδοση των «λαϊκών» ή «από τα κάτω» ιστοριών που εγκαινίασε ο Χάουαρντ Ζιν κ.ά. ‒αλλά σε ακαδημαϊκό επίπεδο είχαν προ πολλού καλλιεργήσει, με εξαιρετικά επιτεύγματα, ιστορικοί όπως ο Λυσιέν Φεβρ ή ο Ε. Π. Τόμσον.

 

Peter Frankopan, Η Πρώτη Σταυροφορία, Αλεξάνδρεια

Deus vult! Θέλημα Θεού! Με αυτήν την ιαχή υποδέχθηκαν οι πιστοί τα λόγια του Πάπα Ουρβανού Β’ με τα οποία καλούσε «άνδρες κάθε λογής, ιππότες και απλούς στρατιώτες, να σπεύσουν» και να εξολοθρεύσουν «τους Τούρκους» που κατείχαν την ιερή πόλη της Ιερουσαλήμ. Απευθυνόμενος, στις 27 Νοεμβρίου 1095, στους χριστιανούς ολόκληρης της Ευρώπης, από το Κλερμόν της Γαλλίας, ο Ουρβανός με τα λόγια του υπήρξε ο καταλύτης εξελίξεων που θα διαμόρφωναν σε μεγάλο βαθμό το πρόσωπο της μεσαιωνικής Δύσης. Αποτέλεσμα θα είναι η Πρώτη Σταυροφορία, μια πολεμική περιπέτεια που εγκαθίδρυσε την κοινή ταυτότητα της ιπποσύνης της Ευρώπης, με την ευλάβεια και το καθήκον να αναδεικνύονται πολύτιμα προσωπικά χαρίσματα. Εκτός όμως από τους μαχητές που τέσσερα χρόνια αργότερα θα καταλάβουν την Ιερουσαλήμ, οι πραγματικοί πρωταγωνιστές της Σταυροφορίας υπήρξαν δύο και τα κίνητρά τους ήταν πολύ λιγότερο ευλαβικά απ’ όσο έδειχναν. Ο ένας, ο Πάπας Ουρβανός, κατάφερε μέσα από την επιτυχία της Σταυροφορίας να υπερισχύσει έναντι του επικεφαλής της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Ερρίκου Δ’, ο οποίος είχε τοποθετήσει στη Ρώμη δικό του πάπα, εξορίζοντας τον Ουρβανό από την αιώνια πόλη. Ο δεύτερος, περισσότερο αφανής, ήταν ο βυζαντινός αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός, η επικράτεια του οποίου είχε συρρικνωθεί δραματικά στη Μικρά Ασία, με τους Σελτζούκους να καταλαμβάνουν τη Νίκαια και να φτάνουν στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου. Μπροστά στη στρατιωτική αδυναμία της αυτοκρατορίας να ανακαταλάβει τα εδάφη της, ο Αλέξιος απευθύνθηκε στον πάπα, κάνοντας έκκληση στη χριστιανική αλληλεγγύη, προκαλώντας και στη συνέχεια εκμεταλλευόμενος τη Σταυροφορία. Όπως δείχνει ο βρετανός ιστορικός Πίτερ Φράνκοπαν, αναδεικνύοντας αυτήν την παραμελημένη πτυχή, οι σχέσεις του αυτοκράτορα με τους σταυροφόρους χαρακτηρίστηκαν εξαρχής από ένταση, καθώς οι διαφορετικές τους στοχεύσεις οδηγούσαν και σε διαφορετικές τακτικές κινήσεις, με αποτέλεσμα την πικρία, κάποτε και το απροκάλυπτο μίσος των δυτικών ιπποτών απέναντι στον βυζαντινό αυτοκράτορα, τον οποίο κατηγορούσαν ότι τους εγκατέλειψε. Πρόκειται για μια αντιπαλότητα που θα κορυφωθεί έναν αιώνα αργότερα, το 1204, και θα οδηγήσει στην άλωση της Κωνσταντινούπολης.

 

John C. Carr, Η δυναστεία των Κομνηνών, Ψυχογιός

Ο «κρυφός πρωταγωνιστής» της Α’ Σταυροφορίας υπήρξε ταυτόχρονα ο αυτοκράτορας που στερέωσε τη δυναστεία η οποία θα αποτελέσει την τελευταία λαμπρή εποχή του Βυζαντίου, εκείνη των Κομνηνών (1057-1185). Όπως και ο Αλέξιος Α’, έτσι και οι υπόλοιποι Κομνηνοί θα βρεθούν αναγκασμένοι να μάχονται έναν διμέτωπο αγώνα, τόσο ενάντια στους Νορμανδούς, στη Δύση, όσο και ενάντια στους Τούρκους, στην Ανατολή. Με απώτερη καταγωγή από τη Θράκη αλλά άμεση προέλευση από την γαιοκτητική αριστοκρατία της Παφλαγονίας, στην Ανατολή, οι Κομνηνοί θα βασιλέψουν –με μικρά διαλείμματα, κατά τη διάρκεια των οποίων ο θρόνος περνούσε στα χέρια της οικογένειας των Δουκών– για 128 χρόνια, στη διάρκεια των οποίων η Βυζαντινή αυτοκρατορία ηττήθηκε σε δύο στρατηγικού χαρακτήρα μάχες: στο Ματζικέρτ (1071), που άνοιξε τον δρόμο για την εγκατάσταση των Τούρκων στη Μικρά Ασία, και στο Μυριοκέφαλο (1176), που σήμανε την αρχή του τέλους της δυναστείας, ανοίγοντας τον δρόμο για την άλωση της Πόλης από τους σταυροφόρους. Το τέλος της δυναστείας δεν σήμανε όμως και το τέλος της οικογένειας των Κομνηνών, που επέδειξε εξαιρετική αντοχή, αφού ένα σκέλος της ίδρυσε την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, όπου βασίλεψαν ως Μεγάλοι Κομνηνοί μέχρι το 1461, ενώ ένα άλλο ίδρυσε το Δεσποτάτο της Ηπείρου, όπου βασίλεψαν ως Κομνηνοί Δούκες, κυβερνώντας κάποτε, λόγω επιγαμίας με τον οίκο των Ντε λα Ρος, και το Δουκάτο των Αθηνών. Τις αυτοκρατορικές διαδρομές αυτής της δυναστείας περιγράφει στο ανά χείρας έργο του ο βρετανός δημοσιογράφος και συγγραφέας ιστορικών έργων ελληνικού ενδιαφέροντος Τζον Καρ, παρουσιάζοντας εκτενώς τις πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις ενός αιώνα που σηματοδοτεί τον αγώνα του Βυζαντίου για επιβίωση.

 

Λευτέρης Καντζίνος, Αθήνα, 1204-1456: Τα άγνωστα χρόνια, Μεταίχμιο

Για κάποιους, η περίοδος της λατινικής κυριαρχίας στην ελληνική χερσόνησο, η λεγόμενη περίοδος της «φραγκοκρατίας», συμπίπτει με την αυγή της αποικιοκρατίας, με την επέκταση της «Δύσης» και τη σταδιακή κυριαρχία της σε ολόκληρο τον πλανήτη. Πρόκειται για μια εξαιρετικά αργόσυρτη διαδικασία μετασχηματισμών, που θα σηματοδοτήσει το σταδιακό πέρασμα από τον Μεσαίωνα στους Νέους Χρόνους, η οποία ξεκινά ήδη πριν από την Δ’ Σταυροφορία και την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους. Η περίοδος που καλύπτει η ανά χείρας μελέτη, ξεκινώντας από την πρώτη άλωση της Πόλης και φθάνοντας μέχρι την κατάληψη της Αθήνας από τους Οθωμανούς, αποτελεί, συγκριτικά, ένα μικρό τμήμα αυτής της διαδικασίας μετασχηματισμών. Κατά τη διάρκεια των δύο αυτών αιώνων, η πόλη, μαζί και ολόκληρη η Στερεά Ελλάδα, συγκροτεί ξεχωριστό δουκάτο, το δουκάτο των Αθηνών, στο οποίο θα κυριαρχήσουν για έναν αιώνα οι γαλλικοί οίκοι των Ντε λα Ρος και της Βριέννης, ενώ αργότερα θα αποτελέσει λάφυρο της περίφημης Καταλανικής Εταιρείας (1311-1387), για να καταλήξει, προϊόν αγοραπωλησίας, στα χέρια ενός φλωρεντινού τραπεζίτη, που θα ιδρύσει τη δική του δυναστεία, αυτή των Ατζαγιόλι, οι οποίοι θα αποτελέσουν και τους τελευταίους λατίνους κυρίαρχους της πόλης και του δουκάτου. Πράγματι, όπως επισημαίνει και ο συγγραφέας, αυτή η περίοδος περιλαμβάνει μερικά από τα «άγνωστα χρόνια» του ελληνικού Μεσαίωνα, κατά τη διάρκεια των οποίων, όμως, σημειώνονται μείζονες μετασχηματισμοί, ιδιαίτερα στην Αττική, που αποτελεί το επίκεντρο της μελέτης: μεταξύ 14ου και 15ου αιώνα εγκαθίστανται σε αυτήν, όπως και στην Εύβοια, την Κόρινθο κ.α., αλβανόφωνοι πληθυσμοί, προκειμένου να ενισχύσουν την αγροτική παραγωγή και την αμυντική ικανότητα του δουκάτου, διαμορφώνοντας τη φυσιογνωμία της αγροτικής ενδοχώρας μέχρι τα μέσα του 20ού αι. Η εμμονή του συγγραφέα σε μια άκρως παραδοσιακή παράθεση της διαδοχής των πριγκίπων και των δουκών που βρέθηκαν επικεφαλής, καθώς και στην εξιστόρηση των πολεμικών τους περιπετειών με τους βυζαντινούς και οθωμανούς γείτονές τους, τον οδηγεί στην παραγνώριση των όντως μεγάλων αλλαγών που σημειώνονται στην υπόψη περίοδο, τις οποίες συνήθως στριμώχνει σε κάποιο ακροτελεύτιο κεφάλαιο που περιλαμβάνει την «κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική κατάσταση» του δουκάτου, κατά τα συγγραφικά πρότυπα της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους

 

Γιώργος Πάλλης, Από τη Λαμία στο Ζητούνι, Gutenberg

Τον ίδιο στόχο, την ανασύνθεση της ιστορίας μιας μικρής, αυτή τη φορά, βυζαντινής πόλης, θέτει με τη μελέτη του ο καθηγητής βυζαντινής αρχαιολογίας Γιώργος Πάλλης. Συνδυάζοντας τις πενιχρές αναφορές των γραπτών πηγών και τις αποσπασματικές αρχαιολογικές μαρτυρίες, επιχειρεί να αναπλάσει τη μορφή και την εξέλιξη της παλαιοχριστιανικής Λαμίας και τη διαδικασία μετατροπής της στο μεσαιωνικό Ζητούνι. Σε αυτήν την πορεία, που εκκινεί τον 4ο και φθάνει έως τον 15ο αιώνα, η μικρή πολιτεία πιθανόν ερημώθηκε κατά την περίοδο της Εικονομαχίας, σύντομα όμως το όνομά της επανεμφανίζεται στις πηγές, χάρη στη στρατηγική θέση που κατέχει πάνω στον δρόμο που οδηγεί από τη Θεσσαλία (στην οποία υπαγόταν διοικητικά) προς τη νότια Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Στους τελευταίους δύο αιώνες πριν από την παράδοσή του στην οθωμανική κυριαρχία, το Ζητούνι θα ταυτίσει τις τύχες του με το δουκάτο των Αθηνών και τους κατά καιρούς κυρίαρχούς του ή τους συμμάχους τους. Συνολικά, οι πληροφορίες που παραθέτει ο συγγραφέας είναι αποσπασματικές, αντανακλώντας τις διαθεσιμότητες των ιστορικών και αρχαιολογικών πηγών, καθιστώντας έτσι τη μελέτη του, εμμέσως, και ένα δοκίμιο για τη δυνατότητα αποκατάστασης του –συνήθως ελλείποντος– βυζαντινού κρίκου στην εξέλιξη των ελληνικών πόλεων και πολισμάτων…

 

Ξένη Δ. Μπαλωτή, Ναπολέων Βοναπάρτης και Ελλάδα, Η ιστορία και οι μύθοι, Κύφαντα (τρίγλωσση έκδοση)

Αν και δεν υπήρξε κάποια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του Ναπολέοντα Βοναπάρτη και της Ελλάδας καθώς ο αυτοκράτορας ελάχιστα ενδιαφέρθηκε στο πεδίο της μάχης για την τύχη της χώρας μας, εντούτοις υπάρχουν ορισμένα στοιχεία που τον συνδέουν τόσο με την αρχαία Ελλάδα όσο και με τη σύγχρονή του. Η Ξένη Μπαλωτή επιδόθηκε σε μια συστηματική έρευνα, οποία απέδωσε καρπούς αποδεικνύοντας ότι η Ελλάδα δεν παρέμεινε αδιάφορη στην ναπολεόντια λογική και στρατηγική που άλλαξε την πορεία της Ευρώπης.  Ένα μεγάλο τμήμα των πληροφοριών της προέρχεται από τις αναμνήσεις του Ναπολέοντα , όπως τις κατέγραψε ο στενός του συνεργάτης Ε.Las Cases όταν βρέθηκε με τον αυτοκράτορα στην Αγία Ελένη, τον τόπο της εξορίας του. Ο Ναπολέων σχεδιάζοντας την εξάπλωσή του προς ανατολάς είχε κατά νου την Ελλάδα, τόσο ως κοιτίδα του αρχαίου πολιτισμού της όσο και ως ΄ένα δικό του τρόπαιο, αν κατάφερνε να την ελευθερώσει. Ίσως η δόξα του Μ.Αλεξανδρου να ήταν το κίνητρό του.  Ο Ρήγας Φεραίος λέγεται ότι θέλησε να τον συναντήσει αλλά δεν τα κατάφερε. Η μόνη υπαρκτή σχέση της τότε Γαλλίας με την Ελλάδα ήταν η κατοχή των Επτανήσων (1797-1799), μιας και ο Ναπολέων θεωρούσε τα νησιά αυτά στρατηγικό κόμβο στα σχέδια του. Οι Γάλλοι ως κατακτητές αν και έφερναν ένα αέρα δημοκρατίας και αθεΐας εντούτοις μισήθηκαν από τους νησιώτες για τη φορομπηχτική τους πολιτική. Ένας μύθος λέει ότι ο αυτοκράτορας διανυκτέρευσε ένα βράδυ στην Ιεράπετρα της Κρήτης πηγαίνοντας προς την Αίγυπτο για να την καταλάβει. Κάπου εδώ τελειώνει η σχέση του Ναπολέοντα με την Ελλάδα.

Έλενα Χουζούρη, Η στρατιωτική ζωή στη Νεοελληνική Λογοτεχνία, 19ος-21ός αι., Επίκεντρο

Η εμπειρία της στρατιωτικής θητείας είναι κοινή για τους περισσότερους άνδρες, συνεπώς και για τους λογοτέχνες, στο έργο πολλών εκ των οποίων αποτυπώνεται και αναπλάθεται, συχνά με σκοτεινά χρώματα, ιδιαίτερα για τους παλαιότερους, που βίωσαν τη θητεία τους σε μονάδες «ανεπιθυμήτων», λόγω κοινωνικών φρονημάτων. Πρόκειται για ένα αρκετά μεγάλο corpus κειμένων, όπως δείχνει στη μελέτη της η πεζογράφος Έλενα Χουζούρη, που συγκροτούν ένα ιδιαίτερο είδος, με κοινούς κώδικες και χαρακτηριστικά, το οποίο παραμένει παραμελημένο σε μεγάλο βαθμό από τις φιλολογικές μας σπουδές. Η ίδια η ανά χείρας μελέτη αποτελεί απόδειξη γι’ αυτό. Εκδόθηκε για πρώτη φορά το 2001 και μέσα στην εικοσαετία που διέρρευσε κανένας ερευνητής δεν έσπευσε να σηκώσει τη σκυτάλη, αν και το υλικό συνέχιζε να εμπλουτίζεται, αλλαγμένο μάλιστα σε σημαντικό βαθμό από τη λογοτεχνία του 21ου αιώνα –κάτι που οδήγησε τη συγγραφέα στην επανεπεξεργασία του υλικού και στην παρουσίαση αυτής της δεύτερης και κατά πολύ επαυξημένης (σχεδόν διπλάσιας σε έκταση) έκδοσης. Η περιδιάβαση σε αυτό που αποκαλεί «λογοτεχνία του στρατώνα» ξεκινά από τα μέσα του 19ου αιώνα, πριν ακόμη κι από την περίφημη Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι (1870), από τα διηγήματα του Δημητρίου Αινιάνα και το μυθιστόρημα του Νικολάου Βωτυρά. Αφού διατρέξει το πρώτο ήμισυ του 20ού με την πενιχρή συγκομιδή καταγραφών ειρηνικής θητείας, αλλά και την πολεμική και αντιπολεμική λογοτεχνία, η μελέτη εστιάζεται στον κύριο όγκο του υλικού της, που αφορά τη μετεμφυλιακή περίοδο (1950-1974) και εκείνη που ανοίγεται μετά τη Μεταπολίτευση, όπου και κυριαρχεί πλέον, εκ μέρους των λογοτεχνών, μια αντιμετώπιση της θητείας που χαρακτηρίζεται από την παρωδία και την απομυθοποίηση. Το λογοτεχνικό σύμπαν που αναδεικνύει η Έλενα Χουζούρη είναι καθ’ ολοκληρίαν ανδρικό και εξαιρετικά σκληρό, έχει όμως τη δική του, ιδιαίτερη ποιητική. Το χαρακτηρίζει η βία μάλλον παρά η νοσταλγία, κάτι που ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται παρατηρώντας και τα πρόσωπα των λογοτεχνών που της εμπιστεύτηκαν τις φωτογραφίες τους από τη στρατιωτική τους θητεία, οι οποίες δημοσιεύονται, εν είδει παραρτήματος, στο τέλος του τόμου: ελάχιστοι χαμογελούν…

Προηγούμενο άρθροΓεωγραφίες  (της Μαρίζας Ντεκάστρο)
Επόμενο άρθροΉρθε η ώρα να «πετάξω» τη βιβλιοθήκη μου; (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here