Το ποιητικό σφαγείο του έρωτα (της Δέσποινας Παπαστάθη)

0
125

 

της Δέσποινας Παπαστάθη

 

«Βραδύγλωσσοι οι πλανήτες

σαν γεννηθήκαμε

παρέλειψαν να μας πούνε

πως η ζωή

είναι παιδί συμβιβασμού

σπόρος συνοικεσίου

ανάμεσα στη γέννηση και τον θάνατο∙

γι’ αυτό παράφορα αποζητά

τον έρωτα

ως άλλο εγώ της,

γι’ αυτό και πάντα στη μέση λύση

καταλήγει».

 

γράφει η Πηνελόπη Γιώσα στο εναρκτήριο ποίημα της ποιητικής συλλογής με τίτλο Λύκος στο μαξιλάρι μου (εκδ. Γκοβόστης, Αθήνα 2022), θέτοντας το μεγαλείο του έρωτα ως αντίβαρο σε μια ζωή συμβιβασμών, υποχωρήσεων αλλά και στην ακατάλυτη και ακατάληπτη δύναμη του θανάτου. Η ποιήτρια στη συλλογή, η οποία είναι η τρίτη αυτής -έχουν προηγηθεί οι συλλογές Ενδόμυχα (Ηριδανός, 2011) και Ανάδοχοι Καιροί (Γκοβόστης, 2017)- αφηγείται στιγμιότυπα από την ιστορία ενός ζευγαριού, από την πρώτη γνωριμία και το σκίρτημα του έρωτα, έως τον γάμο, την προδοσία και το βίαιο τέλος της γυναίκας. Ο έρωτας, η επιθυμία και ο πόθος, η νοσταλγία, η μοναξιά, η διάρρηξη των διαπροσωπικών σχέσεων, η ενδοοικογενειακή βία κατά της γυναίκας, αλλά και οι ψυχικές εκφάνσεις του τραύματος για όλα τα εμπλεκόμενα μέλη είναι οι θεματικοί άξονες γύρω από τους οποίους υφαίνεται η αφήγηση στα ποιήματα της συλλογής, ποιήματα οδοδείχτες της περιπέτειας της γυναίκας από την ευτυχία και το όνειρο στη δυστυχία και τον φριχτό θάνατο. Το ύφος, το ήθος και η σκηνοθεσία των ποιημάτων καθορίζονται τόσο από τον διάλογο με την επικαιρότητα, σχέση δυσπρόσιτη και επίμαχη, όσο και από την αχλύ της ποιητικής έμπνευσης.

Στα σαράντα ένα άτιτλα ποιήματα της συλλογής, που δηλώνονται με λατινικούς αριθμούς, στοιχείο που ενισχύει την αφηγηματικότητα και αναφορικότητα αυτών, ο αναγνώστης παρακολουθεί σαν σε κινηματογραφική ταινία τον ύμνο του έρωτα που καταλήγει σε τραγωδία. Πρωταγωνιστές της ποιητικής ιστορίας δεν είναι μόνο η κόρη με τον άντρα, αλλά και η μάνα και ειδικότερα το αρχετυπικό δίπολο μάνα-κόρη. Ο έρωτας ως ιδεατή έννοια νοηματοδότησης της ανθρώπινης ύπαρξης παρουσιάζεται παντοδύναμος στα νεανικά και άδολα μάτια της ποιητικής ηρωίδας, παρά τις προειδοποιήσεις της σοφότερης και εμπειρότερης σε κοινωνικούς καταναγκασμούς μάνας:

 

«Φυλάξου από τ’ αστέρια,

της φώναζε η μάνα.

Σπαθισμοί είναι

από τις Μοίρες που ξιφασκούν

-η Άτροπος ενάντια στη Λάχεσι και την Κλωθώ-

για τη χαρά της επικράτησης

για της κυριαρχίας τους

την κερδισμένη μέθη.

Αν δεν προσέξεις έγκαιρα

μεγάλο θα ’ναι το κακό

από τις χαρακιές τους.

Κι εκείνη την αγνόησε επιδεικτικά.

Μια νύχτα μ’ έναστρο ουρανό

ολάκερη πασπαλίστηκε

με ίμερου αστερόσκονη

μέχρι που βάρυνε απ’ το φως

και πυρπολήθηκε».

 

Στα ποιήματα της συλλογής συναντάμε αισθαντικές εικόνες που αποτυπώνουν την ένταση του ερωτικού βιώματος, που ωθεί με ορμή την ηρωίδα στην ενηλικίωση, τη σωματική και συναισθηματική ωρίμανση. Η ευφορία του έρωτα θα μετατραπεί σε δυσφορία και θλίψη εξαιτίας του κενού της απουσίας του αγαπημένου, τον οποίο η ποιητική ηρωίδα καλεί και ανακαλεί μέσω των μηχανισμών της μνήμης και της γραφής:

 

«Πάρε μολύβι και χαρτί

να γράψεις:

μου οφείλεις ένα άγρυπνο ξημέρωμα

με πυρσό μόνο τ’ αστέρια

να φωτίζουν

την αναισθησία

να σηκωθούμε απ’ το κρεβάτι

νερό να πιούμε από την βρύση

που ξεδιψά το χρόνο

κι αυτός πλέον δεν βιάζεται

να κυλήσει.

 

Μείον δύο μπουμπούκια

που’ φερες στο σπίτι ένα απόγευμα.

Τα ’χες κόψει απ’ την τριανταφυλλιά

του ποιητή

να μην βαραίνει άλλο πια

από τη μοναξιά

μες στα λασπόνερα του κόσμου.

 

Εγώ χρωστώ με τη σειρά μου

δύο φιλιά στο μέτωπο

το βράδυ που ’φευγες με τρένο

και μείνανε να ξυλιάζουνε

στα χείλη

αλύτρωτα να καίνε που δεν δόθηκαν.

 

[…]»

 

Αυτή η εξιδανικευμένη, ρομαντικής σύλληψης, απόδοση του έρωτα, θα καταστήσει την πτώση ακόμα πιο οδυνηρή, μια πτώση που διαφαίνεται και προλέγεται από τα πρώτα ποιήματα της συλλογής, όταν η ποιητική ηρωίδα ομολογεί την αποτυχία των γονιών να μάθουν στα παιδιά τους να φυλάγονται από τους ανθρώπους

 

«με τη ματιά τσουκνίδα

 

και χείλη κύπελλα χρυσοπλούμιστα

με το φαρμάκι μέσα».

 

Έτσι, μόλις στο τέταρτο ποίημα της συλλογής, η ηρωίδα αναρωτιέται, απευθυνόμενη στη μορφή της μάνας:

 

«Αν ήξερες πως θα πέθαινα

πριν από σένα, μάνα

θα μ’ άφηνες να γνέθω

τη νύχτα νήματα έρωτα

μ’ αδράχτι εραστή;»

 

Οι ρητορικές ερωτήσεις στο τέλος της κάθε στροφής του ποιήματος ενισχύουν την τραγική ειρωνεία, κορυφώνοντας την αγωνία του αναγνώστη και τονίζοντας εμφατικά το αδιέξοδο της βιαιότητας της πράξης που θα αποκαλυφθεί στη συνέχεια της ποιητικής ιστορίας.

Η Γιώσα με ενσυναίσθηση και ευαισθησία χαράζει την ποιητική οδό του πάθους της ηρωίδας της παρουσιάζοντας ταυτόχρονα όλες τις πτυχές του οικογενειακού και κοινωνικού δράματος, αλλάζοντας τα ομιλούντα πρόσωπα, προσδίδοντας μια ενδιαφέρουσα –όσο και προβληματική– πολυφωνική διάσταση στα ποιήματα της συλλογής. Έτσι, παράλληλα με τη φωνή της μάνας και της κόρης, ακούμε και αυτήν του άντρα, ιδιαίτερα στα ποιήματα που κορυφώνεται το ερωτικό πάθος. Οι φωνές διατηρούν την πολλαπλότητα και έως ένα βαθμό την ισότητά τους μέσα στα γεγονότα, υπηρετώντας έντεχνα την πύκνωση, την ένταση και την κορύφωση του ποιητικού λόγου. Πίσω από τις φωνές του ποιήματος κρύβεται αυτή της ποιήτριας, η οποία σε κάποια ποιήματα απεκδύεται τα έμφυλα χαρακτηριστικά του λόγου της και αποστασιοποιημένη, με αίσθημα δικαίου απέναντι σε όλα τα εμπλεκόμενα στο δράμα μέλη επιδιώκει –άλλοτε με μεγαλύτερη επιτυχία και σαφήνεια και άλλοτε όχι- να αποτυπώσει το ακανθώδες και πολυδιάστατο θέμα της ενδοοικογενειακής βίας και της γυναικοκτονίας. Η ποιητική μέθοδος της Γιώσα, να σκηνοθετεί την ποιητική δράση, μέθοδος που νοείται ως διευθέτηση σχέσεων μεταξύ αισθημάτων και λέξεων, αγκιστρώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ο οποίος εξαιτίας των πολλών πρόωρων ενδείξεων αναμένει εναγώνια την τραγική έκβαση της ιστορίας.

 

Έτσι, στο πεζόμορφο ποίημα με τίτλο ΧΧΧV διαβάζουμε:

 

«Το αίμα έκαιγε, τα μηνίγγια φούσκωναν απ’ το

θυμό. Παιδί που του αρνήθηκαν χατίρι και διαλύει

μυρμηγκοφωλιές με πόδι τρελαμένο. Μέσα στην πύκνια

της στιγμής, το μάτι γυρνάει ανάποδα, μοιάζει με

βουλοκέρι. Κι ύστερα τράνταγμα και πυροβολισμοί με

μυρωδιά καψαλισμένης ευτυχίας. Σιωπή στο σώμα της

μάνας και του παιδιού που κείτονται στο πάτωμα. Μαύρη

δεντρογαλιά το γαίμα τους, σφίγγει, δαγκώνει τον λαιμό

με τ’ ασυγκράτητο φαρμάκι. Και τ’ άσπρα νυχτικά τους

ίδια με παραπέτασμα∙ κρύβουν την τραγικότητα

του ανήλικου θεάματος».

 

Η ρεαλιστική περιγραφή της δολοφονίας της γυναίκας μαζί με το παιδί, πλήρης συναισθήματος για την καψαλισμένη ευτυχία, τελεί σε απευθείας διάλογο με την την ειδησεογραφία. Η ποιητική γραφή προσπαθεί να γίνει το αντίβαρο της πραγματικότητας, ο αντι-λόγος, ο κρίσιμος δι-αυλός, καθώς δεν περιφρονεί, ούτε αποκρύπτει την εγγύτερη πραγματικότητα. Τα ποιήματα, κινούμενα ανάμεσα στο φως του έρωτα και τον ζόφο του εγκλήματος, κρίνουν και κρίνονται για την πρόδηλη σχέση τους με την επικαιρότητα. Ανατέμνοντας και αναδιανέμοντας τη σκληρή ύλη της πραγματικότητας, η Γιώσα επιθυμεί να μας φέρει αντιμέτωπους με την άβυσσο της ψυχής, τα κίνητρα και το αδιανόητο των ανθρωπίνων πράξεων. Διαβάζουμε στο πεζόμορφο ποίημα με τίτλο XXXVIII:

 

«Δύο χρόνια μετά, εκείνος έγκλειστος του χρόνου, ντύνεται

λευκή στολή παράφρονα. Παίρνει στα χέρια τη λεπίδα

κι αργά, με σταθερότητα, χαράζει ακόμη ένα σταυρό

στον δεξιό καρπό του. Μικρά μνημόσυνα του πόνου οι

χαρακιές. Η μνήμη φέρνει δικαίωση. Υπάκουος στην

ανυποταξία του, θα μηρυκάσει και σήμερα την μοίρα

και την κακιά στιγμή».

 

Το απεχθές έγκλημα παρουσιάζεται από την ποιήτρια να στοιχειώνει το παρόν και το μέλλον του θύτη, σε μια προσπάθειά της να αποδώσει όλες τις πτυχές του δράματος, αποτέλεσμα της πολυφωνίας, όπως έχω ήδη αναφέρει, η οποία αδυνατίζει το ποιητικό εγχείρημα και επιχείρημα. Ενδιαφέρον από άποψη μορφής έχει στα δύο τελευταία παραδείγματα η επιλογή του πεζού, μορφή η οποία εντείνει την πολύτροπη ρυθμικότητα και την πολυτονία της ποιητικής έκφρασης.

 

Η ποιητική συλλογή της Γιώσα κλείνει με το ακόλουθο ποίημα:

 

«Και πριν κλάψεις ξανά

για όσα έτυχαν στη ζωή

θυμήσου

πως ακόμα κι η πεσμένη βροχή

ανασταίνεται.

 

Κοίτα το ουράνιο τόξο

μετά την μπόρα πως μεσουρανεί∙

κρούστα πληγής που ψήθηκε

σε σώμα πανδαμάτορα,

περίτρανη απόδειξη

ότι κι οι πεπτωκότες

θ’ αναστηθούνε κάποτε

θριαμβικά».

 

Με νάρκης του άλγους δοκιμή θα μπορούσε να ισοδυναμεί το καταληκτικό ποίημα της συλλογής, στο οποίο διαφαίνεται η βαθιά, για πολλούς –όχι άδικα- ουτοπική, πίστη στη δύναμη του ανθρώπου να ξεπερνά τα δεινά και να αναζητά το ουράνιο τόξο μετά την μπόρα. Έχουν προηγηθεί στίχοι που μας ωθούν να κοιτάξουμε κατάματα το Κακό, μιας και γεννιούνται από πληγές που αφήνουν βαθιές και τις περισσότερες φορές αγιάτρευτες ουλές στην ψυχή μας. Παραφράζοντας την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, με την οποία η Γιώσα συνομιλεί ανάμεσα σε άλλους στο motto του ποιήματος αρ. ΙΙΙ, ο ποιητής είναι γεμάτος ουλές, αυτές είναι η έμπνευσή του και γι’ αυτό χρειαζόμαστε τόσο απεγνωσμένα τους ποιητές στην καθημερινότητά μας. Η Πηνελόπη Γιώσα με τη συλλογή Λύκος στο μαξιλάρι μου στέκεται απέναντι σε ό,τι κατατρύχει, εξουθενώνει, απειλεί την Άνθρωπο και ταυτόχρονα μέσω της λεκτικής αναπαράστασης την διεγείρει ευεργετικά, την κεντρίζει σαν να την διαπερνά ηλεκτρικό φορτίο.

 

[Πηνελόπη Γιώσα, Λύκος στο μαξιλάρι μου, Γκοβόστης, Αθήνα 2022]

Προηγούμενο άρθρο«Το πάρτι της ζωής μου» – Μια ευτυχής, απρόσμενη συνάντηση (της Όλγας Σελλά)
Επόμενο άρθροΒλάσης Φρυσίρας: Ο ζωγράφος ως μαθητής του εαυτού του (της Βασιλικής Βαγενού)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ