Το μέλος- φάντασμα και η θεραπεία του καθρέφτη (της Έλενας Μαρούτσου)

0
141

 

της Έλενας Μαρούτσου (*)

«Φανταστικά άκρα βασάνιζαν τους στρατιώτες στοιχειώνοντάς τους μετά τον ακρωτηριασμό» διαβάζουμε στο νέο μυθιστόρημα της Μαρίας Γιαγιάννου, Το μέλος φάντασμα, μια πληροφορία που στέκει μόνη της σε μια λευκή σελίδα, εμβόλιμη, σαν ένας ηθοποιός που εμφανίζεται στο κενό διάστημα ανάμεσα σε δυο σκηνές για να πει στο κοινό μια αλήθεια που καλό είναι να γνωρίζει. Πρέπει να γνωρίζουμε λοιπόν ότι αν ένα μέλος του σώματός μας αποκοπεί, δεν μπορεί να αποδεχτεί την νέα κατάσταση της ανυπαρξίας. Γίνεται φάντασμα και μας στοιχειώνει. Παρόλο που ένα μέλος-φάντασμα, όπως το λέει κι η λέξη, είναι αποκύημα της φαντασίας, παρόλο που δεν είναι πλασμένο από σάρκα και αίμα, από ιστούς και τένοντες, πονά. Μουδιάζει. Ενίοτε φαγουρίζει. Θέλει να μας κάνει να πιστέψουμε δια της ενόχλησης ότι υπάρχει. Το κομμένο χέρι μάς τραβάει απ’ το άδειο πλέον μανίκι να του δώσουμε προσοχή, όπως ένα ενοχλητικό παιδί που ο γονιός του περί άλλων τυρβάζει ή όπως το φάντασμα του πατέρα που παρουσιάζεται στον Άμλετ για να του αποκαλύψει μια αλήθεια, να τον βγάλει από την αδράνεια, να τον ωθήσει να πράξει. Το βιβλίο της Γιαγιάννου λοιπόν μιλά για παιδιά και γονιούς, για φαντάσματα του παρελθόντος επί του παρόντος, για τραύματα και ακρωτηριασμούς. Ποιος όμως προβαίνει σε ακρωτηριασμό στο εν λόγω βιβλίο; Ποιος αποκόπτει, τι και γιατί; Διαβάζοντας στο διαδίκτυο περί μέλους φαντάσματος συνάντησα τον όρο «αποτεμνοφιλία», μια διαταραχή κατά την οποία το άτομο διακατέχεται από την έντονη επιθυμία να ακρωτηριάσει κάποιο μέλος του. Η εξήγηση που δίνεται είναι ότι ο πάσχων αντιλαμβάνεται το μέλος ως «ξένο» και «ανεπιθύμητο» γι αυτό και του δημιουργείται η έντονη επιθυμία να το αποκόψει. Αυτή είναι και η περίπτωση του ήρωά μας, του Γιάννου Μαυρομμάτη. Ο Γιάννος είναι ένας σαραντάρης που εργάζεται ως επικοινωνιολόγος σε μια εύρωστη εταιρεία, φλερτάρει και βγαίνει ραντεβού με κοπέλες, επισκέπτεται γκαλερί, ενημερώνει το προφίλ του τακτικά στο facehook (μια εκδοχή του facebook, που όπως δηλώνει και το όνομά της σε αγκιστρώνει υποχρεώνοντάς να το επισκέπτεσαι ανά τρεις ώρες επί ένα μισάωρο, αλλιώς σε κατακρημνίζει στα βάραθρα της ψηφιακής ανυπαρξίας). Αντίστοιχα, εξαρτημένος είναι κι από το instafam όπου κάποιος δικαιούται κάποια λεπτά φήμης καθημερινά. Σας φαίνεται ότι ο Γιάννος είναι μια καρικατούρα; Ένα επιφανειακό πλάσμα, ένα δισδιάστατο δημιούργημα της εποχής; Ένας Καραγκιόζης; Μα αυτό σημαίνει και το επίθετό του στα τούρκικα: Καραγκιόζης= Μαυρομμάτης.

Ο Γιάννος Μαυρομμάτης λοιπόν έχει απωλέσει την τρίτη του, διάσταση: το βάθος. Πρόκειται για μια αστεία ή θλιβερή μαριονέτα που την κινούν σπασμωδικά τα χέρια της αποπροσανατολισμένης επιθυμίας, του άσκοπου συγχρωτισμού, του επαγγελματικού ανταγωνισμού, της ψηφιακής υπερεπισκεψιμότητας, του ερωτικού πλεονασμού, της ρηχής απόλαυσης. Μα τι θα συνιστούσε αυτή την τρίτη διάσταση, το «βάθος» που του λείπει; Απαντώ: η μνήμη. Ο Γιάννος, ο αποτεμνόφιλος, έχει αποκόψει ένα σημαντικό κομμάτι από τη μνήμη του, έχει κόψει το νήμα που τον συνδέει με τον γενέθλιο τόπο του, το «Φίλιον», με το σπίτι του εκεί και με τους γονείς του. Έχει αποκοπεί από τον πατέρα του, τον καραγκιοζοπαίχτη που έστηνε παραστάσεις εμπνευσμένες από έργα κλασικής λογοτεχνίας. Το δημιούργημα λοιπόν του καραγκιοζοπαίκτη, στην προσπάθειά του να ανεξαρτητοποιηθεί, έχει δραπετεύσει από τον δημιουργό του, από το χωριό του, από τον πρώτο του έρωτα, από το παρελθόν του. Έχει πάρει ένα ψαλίδι κι έχει κόψει τους δεσμούς, τα δεσμά του. Η μνήμη του, ματωμένη, νοσεί. Και καθετί που νοσεί στέλνει μηνύματα: στην αρχή ο Γιάννος, όπως διαβάζουμε, βιώνει διάφορα γευστικά παράδοξα: Οι σουπιές με το σπανάκι έχουν γεύση από καστανόχωμα και ασβεστοκονίαμα, όταν τρώει ένα σουβλάκι ρεύεται τσάι του βουνού με μέλι. Όπως ο πατέρας του Γιάννου έβαζε τον Καραγκιόζη να μιλά με τον Πρίγκιπα Μίσκιν, έτσι η Γιαγιάννου βάζει τον ήρωά της να συνομιλεί με τον ήρωα του Προυστ, οδηγώντας τον μέσω της γεύσης σε μια αναζήτηση του δικού του χαμένου χρόνου. Μετά, τον βάζει να πέσει σε μια τρύπα, όπως η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, ή μάλλον καλύτερα η Αλίκη και τι είδε πίσω απ’ τον Καθρέφτη, αφού η τρύπα στην οποία σπρώχνει τον ήρωα η δαιμόνια συγγραφέας είναι ένας καθρέφτης. Τα θαύματα θα τον διαπεράσουν ωσάν θραύσματα.

Όμως ενίοτε τα τραύματα αποβαίνουν θεραπευτικά. Η σύγκρουση κατά μέτωπο με τον καθρέφτη μπορεί να οδηγήσει στην ίαση του πόνου από το μέλος-φάντασμα. Μαθαίνουμε λοιπόν από τη συγγραφέα –δεν είναι δική της επινόηση όσο κι αν μοιάζει- ότι ένας τρόπος αντιμετώπισης της δυσφορίας που προκαλείται από το μέλος φάντασμα είναι η λεγόμενη «Θεραπεία του καθρέφτη». Ο καθρέφτης μπορεί να είναι ο νους μας, μπορεί να είναι η μνήμη, μπορεί η τέχνη. Οτιδήποτε παράγει αναδιπλασιασμό, καθρέφτισμα, προβολή. Μπορεί να είναι ο μπερντές του Καραγκιόζη. Μπορεί ο καθρέφτης-μπερντές να είναι κι η λευκή σελίδα, πίσω απ’ την οποία η συγγραφέας κουνάει τους χαρακτήρες της, παίζοντας με τις λέξεις, τις έννοιες και τα πράγματα. Γιατί η συγγραφέας παίζει μανιωδώς. Με πρωταρχικό υλικό τον στοχασμό, με αφετηρία δηλαδή στο βάθος φιλοσοφική, παίρνει στα χέρια της τις ιδέες και τις λέξεις και τις χειρίζεται με τόλμη και ελευθερία σχεδόν εικαστική. Μεταχειρίζεται τη λευκή σελίδα ως καμβά για να στήσει τους πολύχρωμους πίνακες των μεταφορών της αλλά και για να παίξει τυπογραφικά με την απόδοση της σκέψης και του αισθήματος. Ενίοτε απομακρύνεται από τον πίνακα που έχει στήσει, από τους φιλοτεχνημένους ήρωές της και τους κοιτάζει με θυμηδία, προσθέτοντας πινελιές από ειρωνικούς υπαινιγμούς, ευφυολογήματα και αστεία. Γιατί η Γιαγιάννου, αντίθετα από τον Γιάννο, έχει επαφή με το γενεαλογικό της βάθος που είναι εικαστικό. Και ευτυχώς, οι εικαστικοί, αντίθετα με τη σοβαρότητα που πλήττει τους λογοτέχνες, δεν έχουν απολέσει το χιούμορ τους. Η συγγραφέας έχει λοιπόν γυμνασθεί από μικρή στην καλλιτεχνική έκφραση κι έχει αποκτήσει φαντασία ευλύγιστη, μυαλό άλτη επί κοντό που πηδάει με κοντάρι την πένα της, και όρεξη μικρού παιδιού που ανακατεύει τα λογοτεχνικά είδη όπως χρώματα σε παλέτα. Έτσι θα συναντήσουμε εδώ όλες τις αποχρώσεις του χιούμορ: την παρωδία, τη σάτιρα, τη φάρσα, τον ειρωνικό υπαινιγμό, το λογοπαίγνιο σε πληθωρικές δόσεις. Θα συναντήσουμε επίσης αποσπάσματα από σημειωματάρια, ένα θεατρικό μονόπρακτο, πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη αφήγηση, ένα ολόκληρο κεφάλαιο που φλερτάρει με το όνειρο και την παράκρουση, στοιχεία λόγου δοκιμιακού, διακειμενικό παιχνίδι, ρεαλισμό και κάθε είδους άρνησή του. Μια πληθωρική, ευφάνταστη και τολμηρή αναγνωστική πρόκληση.

(*) Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στα πλαίσια της παρουσίασης του μυθιστορήματος στο Νομισματικό Μουσείο, στις 10 Οκτωβρίου 2020).

Μαρία Γιαγιάννου, Το μέλος φάντασμα, Μελάνι

Αναζητήστε το εδώ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here