Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Ο άγνωστος Ηλίας Βενέζης (γράφει ο Βασίλης Βασιλειάδης)

Ο άγνωστος Ηλίας Βενέζης (γράφει ο Βασίλης Βασιλειάδης)

0
173
Spread the love

 

γράφει ο Βασίλης Βασιλειάδης  (*)

Ας μου επιτραπεί να κάνω εισαγωγικά μια σύντομη αναφορά στην εκδοτική σειρά «Αναψηλαφήσεις» που ο εκδοτικός οίκος Σοκόλη ξεκίνησε πολύ πρόσφατα και σήμερα παρουσιάζει τους πρώτους δύο καρπούς αυτής της σειράς. Η αναψηλάφηση αφορά παλαιότερα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας που ανασύρονται από την αφάνεια και επανέρχονται στο εκδοτικό φως για να συζητηθούν πάλι. Αυτό, στην περίπτωση της Εκάτης του Κοσμά Πολίτη, του πρώτου τόμου της σειράς, σημαίνει την επιλογή και επιμελημένη έκδοση της πρώτης δημοσίευσης του μυθιστορήματος, γεγονός που από μόνο του επιτάσσει την συγκριτική μελέτη αυτής της πρώτης με τη μεταγενέστερη, δεύτερη έκδοση του έργου. Στην περίπτωση της έκδοσης Βενέζη, του δεύτερου τόμου της σειράς, ανασύρονται οι σκόρπιες πρώτες δημοσιεύσεις του συγγραφέα, αδύναμες αισθητικά, νεανικές δοκιμές, δημοσιευμένες σε δυσπρόσιτα σήμερα περιοδικά του μείζονος ελληνισμού, της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης. Χάρη στην έρευνα, τη μελέτη και την επιμέλεια του φιλολόγου Κωνσταντίνου Καλαϊτζάκη, η έκδοση φέρνει στο φως μια παραγνωρισμένη (μάλλον άγνωστη θα πρέπει να ομολογήσουμε) συγγραφική εικόνα του νεαρού Ηλία Βενέζη, των ετών 1920-1922, πριν από την ανολοκλήρωτη δημοσίευση στην εφημερίδα Καμπάνα του Στράτη Μυριβήλη και κατόπιν την έκδοση σε αυτοτελή τόμο του περιώνυμου έργου του Το νούμερο 31328. Όπως θα επισημάνω στη συνέχεια η συγκεκριμένη φιλολογική και εκδοτική «αναψηλάφηση» προκαλεί ερωτήματα με τα οποία ήδη ασχολήθηκε στην έκδοση ο Καλαϊτζάκης.

Και οι δυο περιπτώσεις, λοιπόν, του Κοσμά Πολίτη και του Ηλία Βενέζη, δείχνουν και βεβαιώνουν για το προσδοκώμενο: τη διαμόρφωση μιας εκδοτικής σειράς η οποία επιστρέφει στο λογοτεχνικό παρελθόν, σε κρίσιμες ή σκιώδεις στιγμές του, αξιολογεί την αναγκαιότητα μιας σημερινής εκδοτικής επαναπραγμάτευσης και την υποστηρίζει με σύγχρονα ερευνητικά ερωτήματα και τη συζήτησή τους. Θα μπορούσε κανείς να πει πως πρόκειται για μια ακραιφνώς φιλολογική σειρά, με την έννοια ότι κάθε της τόμος εγείρει ερωτήματα επιστημονικής τάξης και πυροδοτεί (ή έστω φιλοδοξεί να ξεκινήσει) μια φιλολογική συζήτηση, όταν δεν αναζωπυρώνει μια υπάρχουσα. Τέτοια εκδοτικά εγχειρήματα μόνο καλοδεχούμενα είναι και ας προστρέξουμε όλοι για τη μακροημέρευσή τους!

Επιστρέφω σε ό,τι υποσχέθηκα, στους όρους αναψηλάφησης του συγγραφικού έργου και της συγγραφικής ταυτότητας του Ηλία Βενέζη που θέτει η εν λόγω έκδοση. Ο Βενέζης είναι πρωτίστως γνωστός, και δικαίως, για τη διηγηματική μαρτυρία του Το νούμερο 31328. Κάθε εργοβιογραφικού τύπου αναφορά στον συγγραφέα και κάθε ιστορικο-γραμματολογική προσέγγισή του έχει αφετηριακό της σημείο το συγκεκριμένο έργο: η ιστορική συγκυρία και η προσωπική μαρτυρία οδηγούν τον Βενέζη στη συγκλονιστική γραφή που διηγείται την ακραία σκληρότητα των ανθρώπων, εν προκειμένω των Τούρκων αμάχων, στρατιωτικών και παραστρατιωτικών σωμάτων έναντι των Ελλήνων αιχμαλώτων που οδηγούνται σε εξαντλητικές πορείες με βαριά καταναγκαστική εργασία και εντέλει στον αφανισμό της συντριπτικής τους πλειοψηφίας. Ο συγγραφέας είναι από τους ελάχιστους επιζώντες.

Με την έκδοση Σοκόλη, επιμέλεια Καλαϊτζάκη, συγκεντρώνονται και έτσι καθίστανται ορατά και συζητήσιμα τα πρώτα λογοτεχνικά κείμενα, διηγήματα και ποιήματα, της πρώτης νιότης του Βενέζη, της περιόδου 1920-1922, πριν από την καταστροφική άρδην ανατροπή του βίου που έφερε η κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου και η συνακόλουθη παράδοση της ιδιαίτερης πατρίδας του (Αϊβαλί) στα κεμαλικά στρατεύματα. Εποχή ειρηνική, ανέφελη και ανυποψίαστη, εποχή της ιδεαλιστικής νιότης, που μπορεί και δικαιούται να ονειρευτεί, να σπαταλήσει αισθήματα και συγκινήσεις, να υπερβάλει στον λυρισμό της, να μιμηθεί εύκολα και σχεδόν αναγκαστικά όσο αναζητά να διαμορφώσει το δικό της στίγμα και ύφος, εποχή της νιότης που εξιδανικεύει και έτσι αντιλαμβάνεται τον κόσμο, που απορροφά και εκβάλλει το καλλιτεχνικό κλίμα της εποχής της,. Όλα αυτά απαρτίζουν την εικόνα του νεαρού Βενέζη, πρωτοφανέρωτου συγγραφέα, των προ του 1923 δημοσιεύσεών του.

Ας δούμε τα δεδομένα της συγκομιδής του Κωνσταντίνου Καλαϊτζάκη που θησαυρίζονται στην έκδοση. Επτά πεζά κείμενα, διηγήματα ή ιστορίες, και τέσσερα ποιήματα, όλα δημοσιευμένα σε περιοδικά του γεωγραφικά προσδιορισμένου πνευματικού χώρου της εποχής και του τόπου του Βενέζη: στη  Νέα Ζωή της Σμύρνης και στον Λόγο της Κωνσταντινούπολης. Όλες οι δημοσιεύσεις στο σμυρναίικο περιοδικό αφορούν το τρίμηνο Απριλίου-Ιουνίου του 1920: είναι τα πέντε πρώτα πεζά κείμενα και τα τέσσερα (όλα δηλαδή) ποιήματα. Στο πολίτικο έντυπο φιλοξενούνται οι δυο τελευταίες ιστορίες, του 1922 αυτές, δημοσιευμένες σε τεύχη του Φεβρουαρίου και του Ιουνίου-Ιουλίου της ίδιας χρονιάς (1922). Η διάκριση των δημοσιεύσεων βάσει του εντύπου είναι σημαντική: τα κείμενα του 1920 στη Νέα Ζωή έχουν διαφορετικές αισθητικές καταβολές από τις δυο ιστορίες του 1922 στον Λόγο.

Η διαπίστωση και εξέταση των διαφορών αυτών, όπως και η ιστορική, αισθητική και ιδεολογική πλαισίωση των κειμένων, το βιογραφικό στίγμα του συγγραφέα, το δίκτυο των προσώπων που συγκροτούν τη συντροφιά των συνομιλητών του, μια καλλιτεχνικά ανήσυχη νέα γενιά (ό,τι αργότερα δοκίμασαν να προσδιορίσουν ονοματίζοντάς το «αιολική σχολή»), η ανθρωπογεωγραφία της εποχής, τα περιοδικά έντυπα της Σμύρνης και της Πόλης που έδωσαν βήμα και φωνή στον Βενέζη και τους άλλους νέους της εποχής του, η θεματική ανάλυση των δημοσιευμάτων του και οι διακειμενικές τους σχέσεις και οφειλές (ειδικά οι τελευταίες συζητιούνται εξαντλητικά), όλα αυτά συγκροτούν την αναλυτική, εμπεριστατωμένη και  φιλολογικά φροντισμένη μελέτη του Καλαϊτζάκη που συνοδεύει τα κείμενα και θέτει επακριβώς τους όρους της αναψηλάφησης που λέγαμε πριν. Η έκδοση είναι εφοδιασμένη με μια συγκριτικά σύντομη εισαγωγή της Αγγέλας Καστρινάκη, που έχει την επιστημονική επίβλεψη της εκδοτικής σειράς. Η Καστρινάκη θέτει το κρίσιμο ερώτημα της αναθεώρησης της συγγραφικής εικόνας του Βενέζη υπό το φως των δεδομένων που έρχονται στην επιφάνεια. Η έκδοση συνοδεύεται, επίσης, από τις φιλολογικές αναγκαίες βιβλιογραφικές πληροφορίες των πρώτων δημοσιεύσεων και το άκρως βοηθητικό για τον σημερινό αναγνώστη γλωσσάρι, αν σκεφτεί κανείς ειδικά τις σπάνιες σύνθετες λέξεις που χαρακτηρίζουν την ψυχαρικών τόνων γλώσσα του νεαρού δημοτικιστή Βενέζη. Κινείται και αυτός όπως οι συνομήλικοί του στη σφαίρα καλλιτεχνικής έκφρασης που όρισε το ισχυρό παράδειγμα του Παλαμά.

Τόσο η εισαγωγή της Καστρινάκη όσο και το μελέτημα του Καλαϊτζάκη σημειώνουν με έμφαση τη νέα οπτική που ανοίγεται μπροστά μας με την ανάσυρση των άγνωστων αυτών πρώτων δημοσιεύσεων του Βενέζη. Πρώτα πρώτα αναδεικνύεται μια παραγνωρισμένη πτυχή, εκείνη του νέου που ενδιαφέρεται για τη λογοτεχνική έκφραση και ασκείται σε αυτήν πριν και ανεξάρτητα από τα συμβάντα του Σεπτεμβρίου του 1922 που θα συνταράξουν το βίο του και θα σφραγίσουν την καλλιτεχνική του έκφραση αμέσως μετά με το Νούμερο 31328. Όπως παρατηρεί και σχολιάζει εκτενώς και πειστικά ο Καλαϊτζάκης, τα δημοσιευμένα στη Νέα Ζωή της Σμύρνης διηγήματα και ποιήματα δείχνουν τις αισθητικές αφετηρίες του Βενέζη με ευκρινείς οφειλές στο ψυχαρικό γλωσσικό παράδειγμα, στο ισχυρό ποιητικό παράδειγμα του Παλαμά, στις αναδυόμενες νεορομαντικές τάσεις των νέων της εποχής του. Οι δυο ιστορίες του Βενέζη οι δημοσιευμένες στο πρώτο εξάμηνο του 1922 στον Λόγο της Κωνσταντινοπούλης, από την άλλη, μας φέρνουν μπροστά σε έναν διαφορετικό τρόπο γραφής. Εδώ απηχείται ευκρινώς ο περιπετειώδης φανταστικός κόσμος του Κόντογλου, της αφήγησης στο έργο του Πέδρο Καζάς (Pedro Cazas), με όλο τον εξωτικό διάκοσμο. Δύο διαφορετικοί τρόποι λογοτεχνικής έκφρασης των οποίων το διακειμενικό πλαίσιο εξετάζει με προσοχή και αναλυτικά ο Καλαϊτζάκης. Δεν θα καταθέσω εδώ συνοπτικά τις επισημάνσεις του. Σας προτείνω και σας προτρέπω να ανατρέξετε στο ίδιο το κείμενο και να βεβαιωθείτε μάλιστα για την ακρίβεια των παρατηρήσεών του μέσα από την ανάγνωση των ίδιων των δημοσιεύσεων του Βενέζη.

Η απόσταση που χωρίζει αυτές τις δυο εκδοχές του Βενέζη από τον συγγραφέα της μαρτυρικής πορείας στην αιχμαλωσία μετά τον Σεπτέμβριο του 1922 είναι τεράστια. Περισσότερο ταιριάζει να μιλά κανείς για χάσμα παρά για απόσταση. Άλλωστε, το 1922 υπήρξε με πολλούς τρόπους μια ισχυρή τομή σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, ιστορικά και πολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά, ένα έτος εξαιρετικά πυκνό σε γεγονότα που ανέτρεψαν τον ίδιο τον ορίζοντα αντίληψης του κόσμου. Όσο κι αν αναφύεται αυτοβούλως το ερώτημα πώς άραγε θα συνεχιζόταν η νεορομαντική καλλιτεχνική έκφραση του Βενέζη εάν οι ανέφελες βεβαιότητές της δεν κατακρημνίζονταν στην αιχμαλωσία, τη βία και τον διωγμό του 1922, δεν έχει νόημα ούτε η προσπάθεια να απαντηθεί ούτε ακόμα και η διατύπωσή του, πέρα από την επιβεβαίωση αυτού που ήδη γνωρίζουμε, ότι δηλαδή τα συνταρακτικά βιώματα της τραγικής κατάληξης του Μικρασιατικού πολέμου ώθησαν τη λογοτεχνική γραφή, διήγημα, μυθιστόρημα, χρονικό και μαρτυρίες, ημερολόγια και άλλες ειδολογικές κατηγορίες της προσωπικής αυθιστόρησης, σε νέες, ζωντανές και υψηλής αισθητικής αξίωσης αφηγήσεις. Ο Βενέζης είναι ένα κεντρικό παράδειγμα σε αυτή τη στροφή στην ιστορία της νεοελληνικής πεζογραφίας.

Ωστόσο, η πρώιμη αυτή διαμορφούμενη συγγραφική ταυτότητα του νεορομαντικού Βενέζη έχει τη σημασία της. Ρίχνει φως στις μεταγενέστερες λυρικές γραφές του Βενέζη, κυρίως της Αιολικής γης, αλλά και ορισμένων περιηγητικών του κειμένων και διηγημάτων, και προστίθεται πλέον σε όποια συζήτηση για τους λόγους που οδηγούν τον συγγραφέα να μετακινηθεί από την αμεσότητα της βιωματικής διήγησης στη λυρικότερες αναζητήσεις του. Υπάρχει μια νεανική παρακαταθήκη που φαίνεται να σιγοκαίει στο συγγραφικό εργαστήρι. Αλλά νομίζω ότι πιο πολύ ταιριάζει, με τα νέα δεδομένα, να δούμε τις μεταγενέστερες λυρικές αφηγήσεις όχι μέσω της μεταφοράς της επιστροφής σε έναν παλιότερο τρόπο έκφρασης ή την ανάδυσή του, αλλά ως αποτέλεσμα μιας μίξης που η ίδια η ζωή συσσώρευσε στην ψυχή και τη μνήμη του συγγραφέα μας: η Αιολική γη, όπως και η μυθιστορηματική Γαλήνη ακόμα και το μεταγενέστερο πολύ αδύναμο έργο του Έξοδος, φαίνεται να προκύπτουν από διεργασίες που κεντούν τα σκληρά βιώματα της ιστορικής πραγματικότητας πάνω σε έναν καμβά παιδικής σχεδόν αγάπης για τον κόσμο. Μια ετερονομία συναισθηματικών καταστάσεων και αντιλήψεων που δύσκολα μπορούν να συντεθούν αρμονικά.

Και σε αυτό το σημείο αξίζει να προστεθεί ότι τα διηγήματα που ο Βενέζης δημοσιεύει στη δεκαετία του 1920, λίγο μετά τη συγγραφή του Νούμερου, ενέχουν τους όρους μίξης ή ετερονομίας, μεταφορές με τις οποίες προσπαθώ να αποδώσω τη συνάντηση της νεανικής νεορομαντικής ορμής με την αγριότητα της ιστορικής εμπειρίας. Δεν είναι μόνο τα διηγήματα της συλλογής που ο Βενέζης εκδίδει το 1928 με τίτλο Ο Μανώλης Λέκκας και άλλα διηγήματα, αλλά και τα διηγήματα που δημοσίευσε στη Νέα Εστία νωρίτερα το 1928 με τίτλους «Ο θάνατος» και «Η νέα φωνή». Στις λογοτεχνικές αφηγήσεις της δεκαετίας του 1920 μπορούν να αναζητηθούν διεργασίες που θα εκβάλουν έπειτα σε αφηγήσεις όπως αυτές της Αιολικής γης.

Ενδείξεις που ενισχύουν μια τέτοια ερευνητική κατεύθυνση προσφέρει και το, άγνωστο και ανέκδοτο διήγημα του Βενέζη με τίτλο «Ένα ειδύλλιο στον κάμπο». Το διήγημα, πιθανολογεί βάσιμα ο Καλαϊτζάκης, είναι γραμμένο το 1925 ή το 1926 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Η παρέα των φιλοτέχνων το 1928. Από εκεί το ανασύρει ο επιμελητής του και το εκδίδει σε παράρτημα στην υπό συζήτηση έκδοση. Συνοδεύεται και αυτό από ένα μικρό γλωσσάρι, απαραίτητο επειδή κυρίως αναφέρονται αντικείμενα αγροτικών εργασιών με την τοπική τους ονομασία. Το συγκεκριμένο διήγημα προσθέτει κρίσιμα δεδομένα, ως μαρτυρία των λογοτεχνικών αναζητήσεων του Βενέζη, την εποχή αμέσως μετά την πρώτη γραφή του Νούμερου. Προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε μια ρεαλιστική έκφραση, η προϋπηρεσία του συγγραφέα της στις μαρτυρικές ιστορίες της αιχμαλωσίας του είναι προσμετρήσιμη, και στις λυρικές ασάφειες της νεανικής θητείας του.

Επομένως, η έκδοση που έχουμε μπροστά μας δεν φέρνει απλώς στην επιφάνεια άγνωστα ή ημιφωτισμένα κείμενα του Βενέζη για να τα συνυπολογίσουμε στην συνολικότερη εκτίμηση του συγγραφικού του στίγματος, αλλά, πολύ περισσότερο, μας παρακινεί να αναζητήσουμε τις σύνθετες διεργασίες μέσα από τις οποίες πορεύτηκε ο Βενέζης, διεργασίες που αποδίδουν κάποτε εσωτερικές συγκρούσεις ή επιβεβλημένες, ίσως και βίαιες, μετακινήσεις από το ένα άκρο της λυρικής νηνεμίας ή του ρομαντικού πάθους στο άλλο άκρο της μαρτυρικής κατάθεσης ή της ρεαλιστικής δήλωσης της ιστορικής συγκυρίας, μια διαρκής κίνηση εκκρεμούς που χαρακτήρισε τον βίο και το έργο του Ηλία Βενέζη.

(*) O

Βασίλης Βασιλειάδης είναι Επίκ. Καθ. Νεοελληνικής Φιλολογίας ΑΠΘ

 

 

 

Ηλίας Βενέζης, Ανέκδοτα διηγήματα και ποιήματα (1920-1922), εισαγωγή Αγγέλα Καστρινάκη, μελέτη-επιμέλεια Κωνσταντίνος Καλαϊντζάκης, εκδ. Σοκόλη (σειρά «Αναψηλαφήσεις»), Αθήνα 2025, 166 σελ.

 

 

Προηγούμενο άρθρο¨Το Αριστερό Μου Χέρι¨, της Σι-Τσινγκ Τσου: «Ο διάβολος, προφανώς» (του Μανώλη Γαλιάτσου)
Επόμενο άρθροΤέσσερις νέες πεζογράφοι στα βαθιά νερά (επιμ. Γιάννης Ν.Μπασκόζος)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ