Τα τι, τα πως και τα γιατί της ποίησης (του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου)

1
301

 

του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

«Μικροδοκίμια» χαρακτηρίζει ο Θανάσης Χατζόπουλος τα κείμενα τα οποία έχει συγκεντρώσει υπό τον τίτλο Η στάση του πελαργού στον κομψό τόμο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Στερέωμα. Ο χαρακτηρισμός μοιάζει -και είναι- ιδιαιτέρως εύστοχος όχι γιατί συστεγάζει μικρές το δέμας προσεγγίσεις, αλλά επειδή με έναν ιδιαιτέρως σύντομο και πυκνό λόγο καταφέρνει να συνοψίσει σε κομμάτια που δεν ξεπερνούν κάθε φορά τις τρεις ή τις τέσσερις σελίδες (συχνά  πολύ λιγότερες) τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται ο Χατζόπουλος για την καθημερινή λειτουργία και πράξη της ποίησης. Στα δοκίμιά του, που τηρούν όλους τους κανόνες του είδους (πειθαρχημένη ελευθερία της σκέψης, στοχασμός με πλήθος λογίων αναφορών δίχως περιττή ή κουραστική φιλολογία, διασταύρωση πολλαπλών γνωστικών αντικειμένων και, πρωτίστως, ήθος και ύφος διαλόγου και ανοιχτής διαπραγμάτευσης χωρίς μεγαλεπήβολες αναγωγές και βαριά θεωρητικά σχήματα), ο Χατζόπουλος μιλάει για τους τόπους των παιδικών του χρόνων στην Εύβοια, για τον χρόνο και τη θνητότητα, για τις μορφές της σύγχρονης επαιτείας στην Ελλάδα και το εξωτερικό, για την τεχνική και την τεχνολογία σε διεθνές επίπεδο, για τις νύχτες στα θερινά σινεμά, καθώς και για ποιητές ή συγγραφείς όπως η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, ο Ηλίας Λάγιος, η Έμιλι Ντίκινσον, ο Μαξ Ζακόμπ και ο Φερνάντο Πεσσόα. Εκείνο, παρόλα αυτά, για το οποίο πριν και πάνω απ’ όλα τον ενδιαφέρει να κουβεντιάσει είναι η ίδια η ποίηση.

Ποιητής από τους σημαντικότερους της μεταπολίτευσης, πεζογράφος με κάθε άλλο παρά τυχαίο ή συγκυριακό έρμα, μεταφραστής γάλλων ποιητών και βρετανών ψυχαναλυτών, ο Χατζόπουλος, που έχει μακρά θητεία και στο δοκίμιο (δες τη συμμετοχή του σε συλλογικούς τόμους για την ποίηση και την ψυχανάλυση), αναλαμβάνει τώρα να μας εξηγήσει τα τι, τα πώς γιατί της ποίησης εν τω γίγνεσθαι, βασισμένος προφανώς στην ατομική του εμπειρία, αλλά και έτοιμος να μη μεταβάλει την ποιητική του τέχνη και ευαισθησία σε πεδίο περιαυτολογίας. Στον Χατζόπουλο δεν αρέσουν οι γενικότητες και οι τιράντες περί του είναι και τι κάνουν οι ποιητές (όλες εκείνες οι απελπιστικού τόνου διακηρύξεις οι οποίες κατορθώνουν να προσβάλουν τους πάντες και τα πάντα). Η ποίηση συνιστά για τον ίδιο καθεστώς και στάση ζωής: κάτι με το οποίο αναμετριέται κανείς την οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, ανεξάρτητα από το πόσο σπουδαία ή παράταιρη θεωρεί την επαγγελματική του απασχόληση, που όποια κι αν είναι δεν θα πρέπει να συμφύρεται με την ποίηση όχι για μη χάσει η τελευταία την καθαρότητα, την πηγαιότητα ή την αυτονομία της, αλλά απλώς για να μη συγχέονται πράγματα ριζικώς διάφορα μεταξύ τους.

Τα πράγματα, όπως κι αν έχουν, δεν μπορούν ως εξ αντικειμένου να μπερδευτούν και να συσκοτιστούν γιατί η ποίηση ούτως ή άλλως δεσμεύει. Ό,τι κι να κάνουμε, όπως κι αν σκεφτούμε, όσο κι αν επικεντρωθούμε στις άλλες απασχολήσεις μας, ακόμα και στα παιδιά μας, ή στο επιστημονικό επάγγελμά μας, η ποίηση μένει εκεί, στο βάθος ή και στα απόκρυφα του κάδρου, και μας καταλαμβάνει: όχι υποχρεωτικά για να τη μεταστοιχειώσουμε σε στίχους, αλλά σαν μια αδήριτη επιταγή, σαν κάτι από το οποίο αδυνατούμε να ξεφύγουμε και να αποδράσουμε, σαν ένα απόθεμα μόνιμης ενέργειας, που παραπέμπει στη στάση του πελαργού: ένα πλατωνικό, αόριστο εν τι, που μας επιβάλλει να στεκόμαστε πάντοτε με σηκωμένο το ένα πόδι, σε στάση απαραβίαστης ετοιμότητας, σαν να πρόκειται να ανταποκριθούμε σε ένα επικείμενο κάλεσμα, το οποίο ουδόλως ενδιαφέρει εντέλει αν θα έλθει όντως ή αν πράγματι θα προκύψει.  Αυτό, άλλωστε, δεν σημαίνει, ή δεν οφείλει να σημαίνει, η εσώτερη ανάγκη ή η εκ των ένδον ορμή;

Μια και αναφέρομαι ήδη σε σημασίες, η ποίηση, λέει ο Χατζόπουλος, αντλεί όλες τις σημασίες της από τη γλώσσα, αν δεν είναι ή ίδια γλώσσα, αν δεν ταυτίζεται εξ ολοκλήρου με τη γλώσσα. Ναι, η ποίηση είναι γλώσσα, κι αν το αποφασίσουμε, τα πάντα είναι γλώσσα, μια και, όπως το είπε ο Βιντγκενστάιν, δεν γίνεται να ζήσουμε έξω από τη γλώσσα. Ποιαν ακριβώς γλώσσα εκπροσωπεί, εντούτοις, η ποίηση, με τις σιωπές, τις αποσιωπήσεις, τις συστροφές, τις εξωτερικεύσεις και τις εσωτερικεύσεις, καθώς και με τις σημασιακές επεκτάσεις ή ανατροπές της; Εδώ ο Χατζόπουλος θα περιορίσει αυτό το «τα πάντα είναι γλώσσα», που το βλέπουμε να εισβάλλει για ψύλλου πήδημα και στις κριτικές ή στις παρουσιάσεις της ποίησης, στο τι σημαίνει η ποίηση ως γλώσσα. Και ποίηση ως γλώσσα σημαίνει ένα σύστημα ή έναν κώδικα μέσα σε ένα άλλο σύστημα ή σε έναν άλλο κώδικα, όπου οποιοσδήποτε ποιητικός ελιγμός, οιαδήποτε συγκινησιακή χρήση της γλώσσας (για να θυμηθούμε τώρα τον Ρίτσαρντς και τον Σεφέρη) υψώνει ένα οχυρό εντός του στρατοπέδου της αναφορικής ή της κατεστημένης γλώσσας, επικροτώντας έτσι μια χειρονομία απόκλισης από τον κόσμο.

Θα μπορούσα να πω και άλλα πολλά για τη γλώσσα και την ποίηση: για την ποιητική φωνή, για την ομιλία και τη γραφή, για το όνομα και το πράγμα, για τις γλωσσικές σχέσεις (σχέσεις συγκλίνουσες και αποκλίνουσες) της ποίησης και της πεζογραφίας, για τα γλωσσικά αντανακλαστικά της ποίησης (διατρέχω ανάκατα και οπωσδήποτε όχι εξαντλητικά τα θέματα των δοκιμίων του Χατζόπουλου), με τη διαφορά πως όλα εκβάλλουν στον ίδιο προβληματισμό: η ποίηση αποτελεί μια βαθύτερη, αναντικατάστατη έκφραση, που εναντιώνεται, φύσει και θέσει, στο τρέχον γλωσσικό της περιβάλλον. Όσο για τον ίδιο τον Χατζόπουλο, καταφέρνει, χάρη στη δική του ακριβή, σαφή, εσωτερικά συνεπή και συνάμα υπαινικτική, μεταφορική και ποιητική γλώσσα, να υπηρετήσει την ποίηση και το δοκίμιο σε μια από τις καλύτερες και πιο  υψηλές τους στιγμές.

Προηγούμενο άρθροΑν δεν βρίσκεστε στις μικρές λίστες του Αναγνώστη …(της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)
Επόμενο άρθρο10 χρόνια “Α”: ” Κι εσύ βρε Αννούλα..” (της Άννας Λυδάκη)

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Εύγε στον Κον Χατζόπουλο.
    Εγώ δεν θέλω να είμαι σε καμμία λίστα… βραχεία μεγάλη οριστική.Διχως κανένα μέσο για προβολη,θέλω να κατακτήσω τις καρδιές,και το μυαλό ολίγων αλλά φανατικών φίλων της γραφής μου.Ετσι απλά καθημερινά χωρίς τυμπανοκρουσιες.γινεται;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ