Τα δάκρυα του λύκου (της Μιράντας Βατικιώτη)

0
85
Spread the love

Για τον Μάρκο Κρητικό

διήγημα της Μιράντας Βατικιώτη (*) 

 

«Γράψε ένα διήγημα με ήρωα έναν που να τον λένε Μάρκο.»

Ο επιθεωρητής το διάβασε δυνατά δείχνοντάς του στο κινητό screenshot από το email. Το screenshot ήταν περιττό – ο Μάρκος θυμόταν πολύ καλά το email που είχε στείλει τις προάλλες.

«Αυτό τώρα γιατί μου το δείχνετε; Είναι στοιχείο για την υπόθεση;» ρώτησε τον επιθεωρητή.

«Μου έκανε εντύπωση που ζητήσατε να κάνουν κάτι τέτοιο» απάντησε ο επιθεωρητής με αινιγματικό τόνο. «Βλέπω εδώ στους παραλήπτες πως δεν λείπει ούτε ένας από τους συγγραφείς σας.»

Πράγματι, ο συγγραφέας Ηλίας Ξένος ήταν παραλήπτης ενός παράξενου αιτήματος από τον εκδότη του, τον Μάρκο, το οποίο μαζί μ’ αυτόν το είχαν λάβει και όλοι οι υπόλοιποι συγγραφείς του εκδοτικού οίκου. Οι πιο πολλοί είχαν απαντήσει. Ο Ηλίας όχι. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, ο Ηλίας ήταν ήδη νεκρός όταν έλαβε αυτό το email.

«Και φαντάζομαι πως ό,τι σας κάνει εντύπωση το θεωρείτε στοιχείο εξιχνίασης» είπε ο Μάρκος και αναστενάζοντας βούλιαξε βαθιά στην άβολη καρέκλα του αστυνομικού τμήματος.

«Πολύ σωστά! Και φαντάζομαι ότι το καταλαβαίνετε αφού στο παρελθόν έχετε γράψει αστυνομικά μυθιστορήματα».

«Τέλος πάντων, ας μην το κουράζουμε» είπε βιαστικά ο εκδότης που δεν είχε καμία όρεξη να μιλήσουν για το δικό του συγγραφικό παρελθόν. «Είναι σε λίγες μέρες τα γενέθλιά μου, κλείνω τα 50, κι επειδή τα 50 είναι πολύ σημαντικά για έναν άντρα, ήθελα να εκδώσω προς τιμήν Mου μία συλλογή διηγημάτων με ήρωες με το όνομά μου. Κάνω τόσα για τους συγγραφείς μου, τους έχω στα όπα – όπα, δεν θα τους πέσει ο κώλος να κάνουν κι αυτοί κάτι για μένα! Το μόνο που κάνουν είναι να με κυνηγάνε απ’ το πρωί ως το βράδυ και να με ρωτάνε πόσα πούλησα και πόσα πούλησα. Όσα θέλω εγώ πούλησες!»

Είχε φουντώσει εμφανώς. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξαναβούλιαξε στην άβολη καρέκλα. Ο επιθεωρητής φαινόταν να μετράει κάθε του λέξη πολύ προσεκτικά παραμένοντας σιωπηλός.

«Δεν έχετε απαντήσει όμως στο δικό μου ερώτημα» είπε στον επιθεωρητή. «Πώς πέθανε ο Ηλίας;»

Ο επιθεωρητής έγειρε προς το μέρος του και με ένα σφιγμένο χαμόγελο κούνησε το κεφάλι του πάνω κάτω.

«Όπως ακριβώς πέθανε ο Σίμωνας» είπε.

Ο Μάρκος γούρλωσε τα μάτια του.

«Ο Σίμωνας;» είπε κι από την ταραχή η φωνή βγήκε σαν ένας βραχνός ψίθυρος. «Ο Σίμωνας Ξανθός;»

Ο επιθεωρητής ξανακούνησε το κεφάλι του πάνω κάτω χωρίς χαμόγελο αυτή τη φορά.

«Το διαβάσατε, δηλαδή; Πότε προλάβατε; Είναι εξακόσιες σελίδες! Και δεν έχει περάσει ούτε βδομάδα που κυκλοφόρησε» είπε ο Μάρκος με μία αναπάντεχη εκδοτική χαρά.

«Βεβαίως και το διάβασα! Εξαιρετικό! Είμαι μεγάλος θαυμαστής του Ηλία Ξένου. Έχουμε λέσχη ανάγνωσης στο σωματείο μας και τα βιβλία του είναι το νούμερο ένα ανάγνωσμά μας. Όπως και όλα όσα βγάζει ο εκδοτικός σας οίκος, κύριε Μάρκο.»

Εκδόσεις Μαράζι. Αντρική λογοτεχνία.

Μια πρωτοβουλία που είχε προχωρήσει πριν από χρόνια ο Μάρκος έχοντας εντοπίσει σαφέστατη έλλειψη στην αγορά του βιβλίου. Η ροζ λογοτεχνία ή γυναικεία λογοτεχνία, ή όπως θέλετε πείτε την, εμπορικά έκανε αδιανόητα νούμερα πλουτίζοντας εκδότες και συγγραφείς. Ένα το κρατούμενο. Και δύο, τα τελευταία χρόνια με τις ραγδαίες επιστημονικές εξελίξεις στον τομέα της ψυχολογίας, οι άντρες είχαν αρχίσει δειλά δειλά να αναγνωρίζουν τα συναισθήματά τους και να τα αποδέχονται. Οι συνθήκες λοιπόν είχαν ωριμάσει για να αρχίσουν οι άντρες να διαβάζουν δακρύβρεχτη λογοτεχνία κομμένη και ραμμένη στα μέτρα τους. Και κάπου εκεί ο Μάρκος έκανε εκδοτική κίνηση φωτιά.

Χωρίς αερόσακο – αυτός ήταν ο πρώτος τίτλος που έβγαλαν οι εκδόσεις Μαράζι σ’ αυτό το νέο είδος λογοτεχνίας. Συγγραφέας ο Ηλίας Ξένος, ο οποίος άνοιξε το δρόμο της αντρικής γαλάζιας λογοτεχνίας, όπως την είχε αποκαλέσει κάποτε σε συνέντευξή του. Το Χωρίς αερόσακο είχε καταφέρει να είναι στη λίστα των ευπώλητων για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα που εκδότης και συγγραφέας έτριβαν τα μάτια τους (και τα χέρια τους, φυσικά). Το μυθιστόρημα αυτό ήταν μία ιστορία αγάπης και προδοσίας, όπου ο κεντρικός ήρωας τα δίνει όλα για την αγαπημένη του παρομοιάζοντας την όλη κατάσταση σαν να οδηγείς αυτοκίνητο με πατημένο το γκάζι και χωρίς αερόσακο.

Το επόμενο που έγραψε ο Ηλίας Ξένος ήταν το Προαγωγή στη Θλίψη με τον κεντρικό ήρωα να θυσιάζει την καριέρα του για έναν φλογερό έρωτα. Πριν ακόμα καλά καλά συνέλθει το αναγνωστικό κοινό από αυτό το μπλε αριστούργημα κυκλοφόρησε το τρίτο βιβλίο του Ηλία με τίτλο Στη μοναξιά της σκοπιάς. Οι πωλήσεις ήταν πρωτοφανείς.

Το τέταρτο μυθιστόρημά του τη μέρα που κυκλοφόρησε κατάφερε να το περιμένουν ορδές αντρών έξω από τα βιβλιοπωλεία καταρρίπτοντας κάθε ρεκόρ πωλήσεων: εξαντλήθηκε και πήγε για ανατύπωση την ίδια μέρα. Ήταν το Λυγμοί στο συνεργείο.

Ακολούθησαν πολλά ακόμα έργα, όλα καλοτάξιδα και μοσχοπουλημένα. Και πριν από μία βδομάδα είχε σκάσει σαν γαλάζια λογοτεχνική βόμβα το νέο έργο του Ηλία Ξένου με τίτλο Τα δάκρυα του λύκου.

Ο Μάρκος κοίταξε τον επιθεωρητή πολύ προβληματισμένος.

«Δεν καταλαβαίνω γιατί είμαι εδώ. Αφού το διαβάσατε θα ξέρετε ότι ο Σίμωνας στο τέλος της ιστορίας αυτοκτονεί» είπε.

«Ναι, φυσικά. Τρομερό φινάλε! Δεν το περίμενα! Με συντάραξε!» απάντησε ο επιθεωρητής αναστατωμένος, και πρόσθεσε: «Πίστευα ότι ο Σίμωνας θα αντέξει την απόρριψη της Ηρώς και θα προχωρήσει.»

«Αδύνατον να το αντέξει! Τα είχε δώσει όλα για την Ηρώ, ζούσε στη σκιά της, είχε χάσει τον εαυτό του μέσα σ’ αυτή τη σχέση» είπε ο Μάρκος με ένταση.

Έμειναν για λίγο να κοιτάζονται συγκινημένοι για το αριστουργηματικό και ανατρεπτικό φινάλε του έργου.

«Πράγματι» είπε ο επιθεωρητής και ξαναπήρε το αρχικό του αστυνομικό ύφος. «Ιδανικά, δεν θα ήθελα να σας ταράξω δείχνοντάς σας οπτικό υλικό από τη σκηνή του εγκλήματος, αλλά πρέπει να σας πληροφορήσω ότι ο Ηλίας Ξένος βρέθηκε νεκρός στον οικία του όπως ακριβώς και ο Σίμωνας Ξανθός.»

«Άρα ο Ηλίας αυτοκτόνησε!» φώναξε μπερδεμένος ο Μάρκος.

«Κι όμως δεν αυτοκτόνησε» είπε ο επιθεωρητής και σηκώθηκε όρθιος. «Ο Ηλίας Ξένος, ο σπουδαίος αυτός συγγραφέας που μίλησε στο συναίσθημα εκατομμυρίων αντρών και μάς έμαθε να ακούμε την καρδιά μας, δολοφονήθηκε προχθές το βράδυ.»

Παύση συγκίνησης.

«Ο δολοφόνος του ήταν πολύ καλά διαβασμένος» συνέχισε ο επιθεωρητής προχωρώντας προς την άλλη άκρη της αίθουσας, όπου ο τοίχος ήταν γεμάτος με καρφιτσωμένες φωτογραφίες και σχεδιαγράμματα. «Ο δολοφόνος σκηνοθέτησε τα πάντα έτσι ώστε ο Ηλίας Ξένος να πάρει τη θέση του Σίμωνα Ξανθού, του στερνού του ήρωα. Η σκηνή είναι τρομακτικά ακριβής, η ομοιότητα με το βιβλίο ανατριχιαστική. Ωστόσο, υπάρχει ένα στοιχείο που αποδεικνύει ότι πρόκειται για φόνο. Ελάτε να δείτε, παρακαλώ.»

Ο Μάρκος δεν κουνήθηκε από τη θέση του.

«Μπορεί να έγραψα κάποτε αστυνομικά, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είμαι επαγγελματίας. Και να δω δεν νομίζω να καταλάβω τίποτα» είπε μην έχοντας καμία όρεξη να ταραχτεί κι άλλο βλέποντας το περιβόητο οπτικό υλικό.

«Δεν χρειάζεται να είναι κανείς επαγγελματίας για να καταλάβει. Ο δολοφόνος δεν έκανε κάποιο λάθος. Αντιθέτως. Ήθελε να έχει ο Ηλίας Ξένος το τέλος που είχε ο Σίμωνας Ξανθός, και ταυτόχρονα ήθελε να μάθουν όλοι πως πρόκειται για φόνο. Ελάτε, παρακαλώ.»

Ο εκδότης σέρνοντας τα πόδια του πλησίασε. Κοίταξε το οπτικό υλικό και αμέσως έβαλε την παλάμη μπροστά στο στόμα του σοκαρισμένος. Έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα να μετράει τις ανάσες του – ήταν λες κι έβλεπε τη σκηνή του βιβλίου, όλα ήταν στη θέση τους ακριβώς όπως τα είχε περιγράψει ο συγγραφέας: εντυπωσιακή αναπαράσταση!

Και ξαφνικά .. το είδε αυτό που έπρεπε να δει! Το στοιχείο ήταν εκεί. Μια μικρή διαφορά που έκανε την απόλυτη διαφορά.

«Απίστευτο!» είπε.

«Σχεδόν εντυπωσιακό!» συμφώνησε ο επιθεωρητής και πρόσθεσε: «Όπως καταλαβαίνετε ανοίγουμε υπόθεση.»

Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν με έξαψη. Μία συγκλονιστική υπόθεση εξιχνίασης φόνου που ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν θα μπορούσε κάποιος συγγραφέας να έχει σκαρφιστεί μόλις ξεκινούσε.

 

 

(Αυτό που μόλις διαβάσατε δεν είναι διήγημα. Είναι το πρώτο κεφάλαιο ενός βιβλίου που δεν ξεκίνησε να γράφεται όταν έπρεπε. Πριν από χρόνια λέγαμε με τον Μάρκο να γράψουμε μαζί ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Κάναμε brainstorming, βάλαμε την ιδέα σε μία σειρά, σκιαγραφήσαμε το έγκλημα, έμενε να το εξιχνιάσουμε στο χαρτί. «Ξεκίνα να το γράφεις και στείλε μου» – έτσι λέγαμε ο ένας στον άλλον για καιρό. «Όταν βρω χρόνο θα σου στείλω!» Νομίζουμε ότι ο χρόνος είναι ατελείωτος. Δεν είναι. Τελικά, τις προάλλες, έγραψα το πρώτο κεφάλαιο μόνη μου∙ έτσι θα ξεκινούσε το βιβλίο. Επίσης, να σημειωθεί ότι κατά τη συγγραφή, πήρα μία πρωτοβουλία: έδωσα το όνομα του Μάρκου στον εκδότη, τον ήρωα που περισσότερο απ’ όλους διακωμωδούσε στις συζητήσεις μας. Στο φύλαγα, Μάρκο. Εκεί που γελάμε – εκεί συναντιόμαστε.)

Προηγούμενο άρθροΟ θάνατος θρέφει την ποίηση (γράφει η Αγάθη Γεωργιάδου)
Επόμενο άρθροΤο ελαφρό μουσικό θέατρο του Μεσοπολέμου (γράφει η Κυριακή Πετράκου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ