«Σαλόμ», όπως λέμε ειρήνη… «Ζάζα», όπως λέμε ζωή… (του Νίκου Μαθιουδάκη)

0
263
Αριστερά η Γκέρτα από το μουσείο Yad Vashem. Δεξιά η Ζάζα της Αργυρώς Πιπίνη όπως την ζωγράφισε ο Πέτρος Μπουλούμπασης (φωτό από το elniplex.gr)

 

του Νίκου Μαθιουδάκη (*)

 

Πρόλογος επί προσωπικού

 Η Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) ανακήρυξε, με απόφαση της 2ας Νοεμβρίου 2005, την 27η Ιανουαρίου ως «Διεθνή Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος» από το ναζιστικό καθεστώς κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τιμώντας τη μνήμη των έξι εκατομμυρίων Εβραίων – αλλά και τα υπόλοιπα θύματα – που χάθηκαν στο Ολοκαύτωμα.

Όπως είναι φυσικό, η συγκεκριμένη ημερομηνία δεν επιλέχθηκε τυχαία, αλλά αποτελεί μια ημέρα ορόσημο, καθώς στις 27 Ιανουαρίου 1945 τα σοβιετικά στρατεύματα απελευθέρωσαν το μεγαλύτερο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου στην Πολωνία.

Με αφορμή την επέτειο μνήμης των ανθρώπων που υπήρξαν θύματα της φρίκης που προκάλεσε ο γερμανικός ναζισμός, μίας από τις πιο μελανές σελίδες στην Ιστορία, 77 χρόνια μετά, έφτασε στα χέρια μου ένα ιδιαίτερο βιβλίο, το  Ζάζα της Αργυρώς Πιπίνη, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο.

* * *

Στο βιβλίο Ζάζα, η Αργυρώ Πιπίνη δίνει ζωή σε μια κούκλα, τη Ζάζα, το αγαπημένο παιχνίδι της μικρής Εστρέα, η οποία βρίσκεται σε μια προθήκη του Μουσείου του Ολοκαυτώματος.  Η Ζάζα διηγείται την ιστορία της Εστρέα και της φιλίας τους, μια ιστορία αποχωρισμού, νοσταλγίας, πόνου αλλά κυρίως αγάπης, καθώς σώθηκε μέσα από τη φρικαλεότητα του πολέμου και του ολοκαυτώματος. Με περίσσιο θάρρος από την αρχή της αφήγησης, η Πιπίνη διά στόματος της Ζάζα λέει: «Σώθηκα, είμαι εδώ και όλα θα τα πω, γιατί τα ξέρω όλα εγώ, γιατί εμείς φυλάγαμε τα μυστικά».

Και η αφήγηση της Ζάζα ξεκινά με μια ιδιαίτερη εικόνα, καθώς «…χρόνια και χρόνια έβλεπα τρένα να έρχονται γεμάτα και να φεύγουν άδεια – τσαφ τσουφ, τσαφ τσουφ –, έβλεπα βαγόνια σφραγισμένα, έβλεπα σύννεφα καπνού πυκνά, ν’ ανεβαίνουνε στον ουρανό ψηλά, έβλεπα ανθρώπους να χάνονται, έβλεπα τους φίλους μου να χάνονται, να γίνονται καπνός…»

Ο λόγος της Πιπίνη αστείρευτα συγκινητικός μάς ταξιδεύει στο στρατόπεδο που φυλάκισε ο ναζισμός τα παιδικά όνειρα της Εστρέα, αλλά και την ιστορία της οικογένειά της. Ο χωρισμός του μπαμπά από τη γυναίκα και τα παιδιά του, έπειτα ο αποχωρισμός της μάνας και του μικρού της Ισαάκ. Μετά πήραν τη μαμά, μετά την Εστρέα… και έμεινε μόνη η Ζάζα.

Οι εικόνες του Πέτρου Μπουλούμπαση μαγευτικά ονειρικές μάς γαληνεύουν στην αφήγηση της Ζάζα, κάνουν τον αναγνώστη να νομίζει πως διαβάζει μια ιστορία φανταστική, και ας είναι ολότελα αληθινή.

Η πεζολογική αφήγηση της Ζάζα, με λέξεις και εικόνες, διακόπτεται από έναν διάλογο, μια ποιητική εικόνα, όπου τα παιχνίδια της Έττυ, του Χορστ, της Χάννα, της Εστρέα και τόσων άλλων παιδιών γνωρίζονται και αναλογιζόμενα το «τέλος» των φίλων τους που μπορεί να έγιναν αστέρια στον ουρανό, άρχισαν να κλαίνε, γιατί τα παιχνίδια μας είναι οι μοναδικοί φίλοι και φύλακες των παιδικών μας ανείπωτων μυστικών.

Και στην τελευταία σελίδα με τρόπο γλαφυρό η Πιπίνη περιγράφει τη στιγμή που η Ζάζα κάθεται στη βιτρίνα μόνη, με το φουρό, το ροζ παλτό και τα παπουτσάκια της, αποζητώντας λίγη παρέα. Η κούκλα μπροστά της βλέπει μια κυρία και σκέφτεται: «Μια γυναίκα στέκεται μπροστά στο τζάμι. Σκύβει και διαβάζει δακρυσμένη την ταμπελίτσα – λέει πού με βρήκαν και πότε. Δε γράφει το όνομά μου, αλλά εκείνη το ξέρει. Κι εγώ ξέρω το δικό της. Και τα μάτια και τα χείλη και τα χέρια και το χαμόγελό της ξέρω. Τα μαλλιά της είναι άσπρα. Είναι η Εστρέα, η Εστρέα μου, το δικό μου αστέρι, που ήρθε να με δει με τα παιδιά και τα εγγόνια της».

Το βιβλίο της Αργυρώς Πιπίνη είναι μια αφηγηματική ιστορία μέσα από τα μάτια μιας παιδικής κούκλας, που με απίστευτη νηφαλιότητα δημιουργεί εικόνες μοναδικής ευαισθησίας, καθώς ακουμπά τα νήματα της καρδιάς κάθε ανθρώπου, αναδεικνύοντας την προσωπική του παιδικότητα – όσο προσεκτικά κι αν την έχει φυλαγμένη.

Ένα στοιχείο το οποίο πρέπει να σημειώσουμε εμφατικά είναι οι ήχοι που στο κείμενο της Πιπίνη διαδραματίζουν έναν σημαντικό ρόλο, ίσως το μοναδικό κλειδί που ανοίγει άρρητα συναισθήματα και κάνει την καρδιά μικρών και μεγάλων να φανταστεί την ιστορία ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Τικ τακ, τικ τακ, το μεγάλο ρολόι. Και μετά νταπ ντουπ, νταπ ντουπ, οι μπότες των στρατιωτών. Τοκ τοκ, τοκ τοκ, η πόρτα. Και μετά μπαμ μπουμ. Και μετά χα χα, χα χα τα γέλια των στρατιωτών σιωπούσαν τα λα λα, λα λα των παιδικών φωνών.

Το βιβλίο αφιερώνεται «στο κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια, στο κορίτσι με τα παγωμένα χέρια»… σε κάθε παιδί, αγόρι ή κορίτσι, που δεν του αξίζει να φοβάται και να παγώνει ολομόναχο… με ένα κίτρινο άστρο στη θέση της καρδιάς.

 

(Υ.Γ.: Όταν πεθαίνει ένα παιδί, καταστρέφεται ένα κομμάτι μέλλοντος – η ζωή που δεν πρόλαβε να ζήσει. Τα παιδιά είναι τα πιο ευάλωτα θύματα σε πολέμους, γενοκτονίες, συγκρούσεις. Στο Ολοκαύτωμα χάθηκαν πάνω από ενάμισι εκατομμύριο παιδιά…)

* * *

Επίλογος επί προσωπικού

Η Μαρίζα Ντεκάστρο στο βιβλίο της που κυκλοφόρησε πριν από λίγο Οι δικοί μου άνθρωποι της Μαρίζας Ντεκάστρο και η Αργυρώ Πιπίνη, δύο πολυβραβευμένες συγγραφείς, μας χάρισαν δύο έργα ιδιαίτερου λόγου, τα οποία μπορεί να προβάλουν τη σκληρότητα αλλά αναμοχλεύουν την ευαισθησία… ανακαλώντας με τον τρόπο τους την ανθρώπινη ενσυναίσθηση, δημιουργώντας την ανάγκη να ειπωθεί – χαμηλόφωνα ή δυνατά – η φράση «ποτέ ξανά». Οι ιστορίες έχουν τη δύναμη να αλλάξουν τον κόσμο, αρκεί και οι άνθρωποι του κόσμου να επιθυμούν να αλλάξουν.

Η Ρεβέκκα, η ηρωίδα της Μαρίζας της Ντεκάστρο  και η Εστρέα της Αργυρώς Πιπίνη θα μπορούσαν να είναι φίλες και να παίζουν ατελείωτα, απολαμβάνοντας την παιδική τους ξεγνοιασιά… αλλά ο πόλεμος έκανε τις ψυχές τους να μεγαλώσουν γρήγορα, τα μάτια τους να χάσουν την αγνότητα με την οποία αντίκρυζαν τον κόσμο. Όμως οι ιστορίες τους επέζησαν για να θυμόμαστε πως αν θέλει κάποιος να λέγεται άνθρωπος, οφείλει πρωτίστως, ανεξαρτήτως φύλου και φυλής, ιδεολογικών θέσεων και πολιτικών απόψεων, σεξουαλικού προσανατολισμού, ικανοτήτων σωματικών ή και ψυχολογικών, να αγαπά τον κάθε άνθρωπο.

 

Info:

Αργυρώ Πιπίνη, Ζάζα, (εικονογράφηση: Πέτρος Μπουλούμπασης), Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2021.

Βρες το εδώ

 

 

Μαρίζα Ντεκάστρο, Οι δικοί μου άνθρωποι, (εικονογράφηση: Χαρά Μαραντίδου), Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2022.

 

 

(*) Ο Νίκος Μαθιουδάκης είναι Επισκέπτης Καθηγητής Νέας Ελληνικής Γλώσσας & Πολιτισμού του Πανεπιστημίου της Γρανάδας.

Προηγούμενο άρθροΣτο σταυροδρόμι της τζαζ με την λογοτεχνία (του Γιάννη Μπασκόζου)
Επόμενο άρθροΜια θαυμαστή ιστορία αλτρουισμού, ανθρωπιάς και ελπίδας (της Ελένης Γεωργοστάθη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ