Σάλμαν Ρούσντι: “Ζούμε το τέλος ενός κόσμου” (επιμέλεια: Αλεξάνδρα Σαμοθράκη)

0
381

 

 

(Επιμέλεια: Αλεξάνδρα Σαμοθράκη)

Ο Σάλμαν Ρούσντι συζητά με την Deboarh Treisman, του New Yorker, για το νέο του βιβλίο, ένα αποκαλυπτικό μυθιστόρημα περιπλάνησης βασισμένο στον Δον Κιχώτη. Ο Κισότ, ένας «γεροξεκούτης» πρωταγωνιστικός χαρακτήρας, ξεκινάει ένα ταξίδι αναζητώντας την ανέφικτη αγάπη μιας γυναίκας- μιας δημοφιλούς τηλε-περσόνας. Στο δρόμο του συναντά τις δύσκολες αλήθειες της σύγχρονης Αμερικής: την επιδημία οπιοειδών, τον ακραίο ρατσισμό, τον αντίκτυπο από τον Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας και πολλά άλλα.

ΕΡ: Το νέο σας μυθιστόρημα «Κισότ» καταπιάνεται με την ιστορία του Δον Κιχώτη. Τι σας έκανε να θέλετε να την ξανααφηγηθείτε;

ΑΠ: Πρόκειται περί ευτυχούς ατυχήματος! Πριν από μερικά χρόνια, ξαναδιάβασα τον Δον Κιχώτη σε νέα μετάφραση για πρώτη φορά μετά τα 20 μου, αυτό που έγινε εν τω μεταξύ ήταν πως η μετάφραση ήταν κατά πολύ καλύτερη. Η επιστροφή στο βιβλίο ήταν μια απόλαυση και σχεδόν αμέσως ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας ξεπετάχτηκε στο κεφάλι μου. Αυτό που έχει κοινό φυσικά με το Δον Κιχώτη είναι πως και και οι δύο είναι γεροξεκούτηδες. Ο Κισότ μου εφευρίσκει ή κατασκευάζει για τον εαυτό του ένα γιο που βαφτίζει Σάντσο. Αυτό το χρωστούσα στον Θερβάντες. Ο χαρακτήρας που έπλασα όμως επιθυμούσε να τραβήξει άλλο δρόμο από αυτόν του Θερβάντες και έτσι η δομή του βιβλίου μου δεν ακολουθεί τη δομή του Δον Κιχώτη. Ήταν το ξεκίνημα ενός ταξιδιού και αρχικά νόμιζα πως αυτό το μυθιστόρημα θα ήταν μια ταξιδιωτική ιστορία για αυτόν τον κύριο προχωρημένης ηλικίας και το νεαρό παρατρεχάμενο γιο του να διασχίζουν την Αμερική αναζητώντας την ανέφικτη αγάπη. Μετά εντελώς απρόσμενα βρέθηκα να γράφω για αυτόν που έγραφε την ιστορία. Ήταν κάτι που δεν είχα ξανακάνει ποτέ ως τώρα στη συγγραφική μου καριέρα-δεν έχω ξαναγράψει για το γράψιμο- και δεν ήμουν καθόλου σίγουρος πως θα κρατούσα όσα έγραφα. Επέτρεψα στον εαυτό μου να πάρει αυτό το δρόμο και αν το αποτέλεσμα δε μου άρεσε να το σβήσω και να επιστρέψω στην απλούστερη μορφή του ταξιδιού του Κισότ. Μετά όμως οι δυο ιστορίες βρέθηκαν να συνομιλούν με τρόπους που μου φάνηκαν εξαιρετικά ενδιαφέροντες- αντηχούν η μια την άλλη με αξιόλογο τρόπο. Και έτσι βρέθηκα να διηγούμαι δυο ιστορίες οι οποίες, με τρόπο που καλύτερα να μην αποκαλύψω εδώ, γίνονται μια λίγο πριν το τέλος.

ΕΡ: Πρόκειται πάντως περί ταξιδιωτικού μυθιστορήματος. Κάνατε ο ίδιος τη διαδρομή που περιγράφετε στο κείμενο;

ΑΠ: Η αλήθεια είναι πως το σκέφτηκα- να μπω σε ένα Chevrolet Cruze και να κοιμάμαι σε μοτέλ, όμως δεν το έκανα. Η αλήθεια είναι πως τριγυρίζω στην Αμερική τα τελευταία 20 χρόνια και έχω πάει στα περισσότερα μέρη που αναφέρω στο βιβλίο ή πολύ κοντινά τους μέρη. Ελάχιστα μέρη είναι αποκύημα της φαντασίας μου: δεν υπάρχει πόλη στο New Jersey όπου οι άνθρωποι μεταμορφώνονται σε μαστόδοντα.

ΕΡ: Όμως άλλα πράγματα που αναφέρετε είναι πολύ αληθινά: φτάνει στην καρδιά της ρατσιστικής Αμερικής και συναντά διάφορες μορφές φανατισμού- και μαστόδοντα-και τον ιταλόφωνο γρύλλο από τον Πινόκιο. Πως ενώνονται όλα αυτά;

ΑΠ: Με μεγάλη δυσκολία! (γέλια) Ήθελα το βιβλίο να είναι ταυτόχρονα πολλά είδη βιβλίων- αν θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο να λειτουργήσει- και το μοντέλο του πικαρέσκο μυθιστορήματος (που αφηγείται τις περιπέτειες ενός picaro- τυχοδιώκτη/περιπλανώμενου/επαίτη) προσφέρεται καθώς αποτελείται από πολλά μικρά επεισόδια: αν ο χαρακτήρας ταξιδεύει από το ένα μέρος στο άλλο μπορεί να έχει τελείως διαφορετικού είδους περιπέτειες σε κάθε μέρος και αυτές οι ιστορίες μπορούν να ειπωθούν με διαφορετικούς τρόπους. Αυτό επέτρεψε στο μυθιστόρημα να είναι μεταμορφωσιγενές- να αλλάζει διαρκώς τι είδος μυθιστορήματος είναι: ένα κομμάτι είναι κατασκοπικό μυθιστόρημα, ένα κομμάτι είναι σουρεαλιστική παραβολή, ένα κομμάτι είναι επιστημονική φαντασία. Υπάρχουν σημεία, τα πιο σημαντικά κατά τη γνώμη μου, εντελώς ρεαλιστικά που αφηγούνται την ιστορία ανθρώπων που προσπαθούν να διορθώσουν διαλυμένους δεσμούς- αδέλφια που προσπαθούν να φτιάξουν τις σχέσεις τους, είτε επιτυχώς είτε όχι.Για εμένα αυτά τα «ανθρώπινα» κομμάτια είναι η καρδιά του βιβλίου, περιστοιχισμένη με όλη αυτή την παιχνιδιάρικη διάθεση.

ΕΡ: Σας απασχολεί η διατήρηση συνέπειας στα διαφορετικά τοπία;

ΑΠ: Πρέπει να ξέρει κανείς τι είναι αυτό που δίνει συνοχή στο βιβλίο. Νομίζω πως ο Κισότ δεν πάει μόνο ένα ταξίδι με το σώμα του αλλά και σε μια πνευματική αναζήτηση- προσπαθεί να γίνει καλύτερος άνθρωπος, αντάξιος της ανέφικτης αγάπης του. Ξεκινάει μια αποστολή αυτοβελτίωσης- όπως και ο συγγραφέας του, ο οποίος γνωρίζει πως έχει κάνει λάθη στη ζωή του, πως έχει πληγώσει τους κοντινούς του ανθρώπους και θέλει να βελτιωθεί. Νομίζω αυτή είναι η συνεκτική αρτηρία του βιβλίου.

ΕΡ: Ο Κισότ έχει ερωτευτεί μια τηλεοπτική περσόνα που δεν τον γνωρίζει καν και η ίδια είναι κάπως τρομοκρατημένη από την ιδέα ότι την αναζητά. Ο Κισότ επιδιώκει την αρετή για να κερδίσει το χέρι της αγαπημένης του- και υπάρχουν πολλές ηθικές προεκτάσεις εδώ.

Απ: Είναι αφοσιωμένος στην ιδέα του καλού- θέλει να είναι καλός άνθρωπος. Τότε έρχεται αντιμέτωπος με ένα φοβερό δίλημμα: προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση στην απροσπέλαστη αγαπημένη του πρέπει να κάνει κάτι κακό. Αυτό το δίλημμα έχει ειδικό βάρος μόνο όταν ταλανίζει κάποιον για τον οποίον η ιδέα της καλοσύνης είναι πολύ σημαντική. Με την ιδέα της καλοσύνης έχει ενδύσει και την αντίληψη που έχει για την αγαπημένη του- πιστεύει πως και αυτή είναι καλή, μετά όμως ανακαλύπτει πως δεν είναι η αγία που πίστευε.

ΕΡ: Αυτό μας φέρνει σε ένα άλλο θέμα του Κισότ: την κρίση με τα οπιοειδή που έχει ξεσπάσει στην Αμερική. Αναρωτιέμαι τι σας έκανε να θέλετε να γράψετε για αυτό.

ΑΠ: Δύο πράγματα: το ένα προέκυψε μέσα από έρευνα και το άλλο από προσωπική εμπειρία. Ως προς το πρώτο, είχα ένα γενικό ενδιαφέρον για το τι κάνουν οι γηγενείς Αμερικανοί οπότε είχα τα μάτια μου ανοιχτά για ενδιαφέρουσες ιστορίες- πέτυχα την ιστορία ενός Ινδιάνου που δούλευε σε μια φαρμακευτική- τώρα είναι στη φυλακή οπότε μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε απατεώνα- και βιοποριζόταν από την πώληση οπιοειδών με παρεμφερή τρόπο με τον χαρακτήρα του βιβλίου. Αυτό μου έδωσε μια έμπνευση: μια ευκαιρία να προχωρήσει η διήγηση- αν η αγαπημένη του Κισότ ήταν χρήστης οπιοειδών. Δυστυχώς είχα και εμπειρία σε προσωπικό επίπεδο- η μικρή μου αδελφή πέθανε από υπερβολική δόση οπιοειδών πριν κανείς μας  καταλάβει το βαθμό εθισμού της σε αυτά. Αυτό συνέβη πριν από δέκα χρόνια- αλλά κατά κάποιο τρόπο με οδήγησε να γράψω ένα βιβλίο για αδελφούς και αδελφές που απομακρύνονται και δεν γνωρίζονται πια, που έχουν συγκρουσιακό ιστορικό αλλά επιθυμούν να τα ξαναβρούν.

ΕΡ: Η κρίση των οπιοειδών είναι τεραστίων διαστάσεων. Σας προβλημάτισε μήπως ως θέμα επισκιάσει τα υπόλοιπα θέματα του βιβλίου;

ΑΠ: Είναι σημαντικό θέμα για το βιβλίο. Δε με πειράζει αν για κάποιους αποτελεί το σημαντικότερα θέμα του βιβλίου- είναι ένας από τους βασικούς άξονες της πλοκής αλλά είναι μόνο ένας από αυτούς. Αλλά πρέπει να ξέρεις για τι μιλάς και να προσδίδεις το πρέπον ειδικό βάρος.

ΕΡ: Νιώθετε την υποχρέωση ως συγγραφέας να καλύψετε θέματα που έχουν μεγάλη κοινωνιολογική ή πολιτική βαρύτητα;

ΑΠ: ‘Ένα σύγχρονο μυθιστόρημα πρέπει να αντικατοπτρίζει το κοινωνικό γίγνεσθαι. Ήθελα το ταξίδι του Κισότ να μην είναι απλά ένα ταξίδι σε μικρές πόλεις των μεσοδυτικών πολιτειών αλλά και ένα ταξίδι μέσα στην πραγματικότητα της εποχής μας. Ο Κισότ, όχι ως χαρακτήρας αλλά ως βιβλίο, πρέπει να πραγματεύεται το τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Πάντα μου άρεσε το «επικίνδυνο» γράψιμο που είναι πολύ κοντά στο παρόν. Αν το κάνεις λάθος είναι καταστροφή, αλλά αν το κάνεις σωστά, με λίγη τύχη, αδράχνεις τη στιγμή και οι άνθρωποι του μέλλοντος, αν θα υπάρξει ένα μέλλον με ανθρώπους που διαβάζουν βιβλία, μπορούν να το διαβάσουν και να αγγίξουν το δικό μας τώρα. Πρόκειται για δισυπόστατη απόλαυση- καθώς δίνει και στους τωρινούς αναγνώστες την ευκαιρία της αναγνώρισης, ότι ναι, έτσι είναι τα πράγματα, και στους μελλοντικούς αναγνώστες την ευκαιρία της ανακάλυψης, ότι έτσι ήταν τα πράγματα κάποτε.

ΕΡ: Χωρίς να θέλω να χαλάσω το σασπένς, ο κόσμος του Κισότ καλπάζει προς την Αποκάλυψη. Καλπάζουμε και εμείς;

ΑΠ: Όταν ήμουν παιδί ήμουν ξετρελαμένος με την επιστημονική φαντασία. Νομίζω μπήκε μπόλικη επιστημονική φαντασία σε αυτό το βιβλίο.  Το θέμα με τα μυθιστορήματα για το τέλος του κόσμου πάντως, είναι πως συνήθως δεν αφορούν το τέλος του κόσμου αλλά κάποιο είδος κρίσης στον κόσμο και στην περίπτωση του βιβλίου, των δύο χαρακτήρων των δύο βασικών αφηγηματικών αξόνων να αντιμετωπίζουν το τέλος των δικών τους κόσμων, πλησιάζοντας στο τέλος της ζωής τους. Τα φυσικά, αποκαλυπτικά φαινόμενα που παρατηρούνται δεν είναι παρά ενδείξεις των προσωπικών τους Αποκαλύψεων. Αν το δούμε ακόμη ευρύτερα, θα μπορούσαμε να πούμε πως ο κόσμος στον οποίο μεγάλωσα εγώ, αλλά και εσείς, φαίνεται να εξαφανίζεται ή να μεταλλάσσεται σε τέτοιο βαθμό που πλέον δε μπορεί να χαρακτηρισθεί ίδιος με τον προηγούμενο κόσμο.  Αυτή η ιδέα για το τέλος ενός κόσμου, όχι του κόσμου, σίγουρα υπόβοσκε στο μυαλό μου ενώ έγραφα τον Κισότ. Δεν πιστεύω πως αποτελεί καθήκον του συγγραφέα να παρέχει ελπίδα, πιστεύω όμως πως ο οπτιμισμός του χαρακτήρα του Κισότ το πετυχαίνει αυτό. Δεν έχει κανένα λόγο να αισιοδοξεί και όμως το κάνει και πετυχαίνει πράγματα. Αυτό δίνει στο βιβλίο κάποιου είδους ελπιδοφόρου τόνου ενάντια στα δεδομένα.

 

Προηγούμενο άρθροΑνασυνθέτοντας τον Δον Κιχώτη (της Δήμητρας Ρουμπούλα)
Επόμενο άρθροΣυζήτηση: Η ελληνική λογοτεχνία και η δύση (της Λίλας Κονομάρα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ