Ανασυνθέτοντας τον Δον Κιχώτη (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

0
162

 

της Δήμητρας Ρουμπούλα

 

Τα υψηλά ιδανικά της αγάπης και της ανεκτικότητας σε έναν κόσμο που στρέφεται συνεχώς προς τη μισαλλοδοξία και τον αποκλεισμό επιχειρεί να επαναφέρει  ο συγγραφέας των «Παιδιών του Μεσονυχτίου» και των «Σατανικών Στίχων». Πώς; Μέσα από μια αναμέτρηση με τον «Δον Κιχώτη» του Θερβάντες, έναν επανασχεδιασμό του κορυφαίου έργου του 17ου αιώνα που σηματοδοτεί τη γέννηση του σύγχρονου μυθιστορήματος, προσαρμοσμένου στον 21ο αιώνα. Είναι ικανός ο ρεαλισμός να περιγράψει τον σημερινό κόσμο, τον αιώνα του «Όλα – Μπορούν – να – Συμβούν»; Όπως λέει ένας χαρακτήρας του «Κισότ όπως Κιχώτης», του 14ου μυθιστορήματος του Σαλμάν Ρουσντί (εκδ. Ψυχογιός), «το σουρεαλιστικό, ακόμα και το παράλογο, ενδεχομένως προσφέρουν πια τις πιο ακριβείς παραμέτρους περιγραφής της πραγματικής ζωής».

 

Δεν βρισκόμαστε πια στη Λα Μάντσα αλλά στην Αμερική του Τραμπ, του ρατσισμού, της ποπ κουλτούρας και της υποκουλτούρας, όπου η αναζήτηση της αγάπης φαντάζει μια μη ρεαλιστική υπόθεση. Ο ιππότης μας είναι ψηλόλιγνος «τύπου που συναντά κανείς στους πίνακες του Ελ Γκρέκο και στα μακρουλά γλυπτά του Τζακομέτι», με το πρόσχαρο όνομα Ισμαήλ Ισμαήλ (ή εναλλακτικά Σμάιλ Σμάιλ), ο οποίος χάνει τη δουλειά του ως πωλητής φαρμάκων και ξεκινάει ένα μακρύ ταξίδι διασχίζοντας την Αμερική. Ο Ισμαήλ δεν έχει καταπιεί πλήθος ιπποτικών μυθιστορημάτων, αλλά έχει παρακολουθήσει «άφθονη ανεγκέφαλη τηλεόραση», σε βαθμό που είναι «ανίκανος να ξεχωρίσει την πραγματικότητα από το ράιλιτι». Κάποια στιγμή αναπτύσσει ένα «νοσηρό πάθος» για μια συγκεκριμένη τηλεπαρουσιάστρια. Μια κιχωτική εμμονή που ίδιος χαρακτηρίζει έρωτα.

Σκοπός του πλέον είναι να κερδίσει την καρδιά της νεαρής τηλεοπτικής σταρ ονόματι Σάλμα Ρ, συμπατριώτισσας Ινδοαμερικανής, της οποίας το τοκ σόου την έχει αναδείξει σε Όπρα Νο 2. Ο ήρωάς μας που έχει μετονομαστεί σε Κισότ – έτσι συστήνεται στα γεμάτα πάθος και ποιητικό οίστρο γράμματα που της στέλνει – πιστεύει ότι «η αγάπη θα βρει έναν τρόπο» για να τον φέρει κοντά στη «βασίλισσα του Πρέπει να Βλέπεις TV». Αυτή η πεποίθηση διαμορφώνει ολόκληρη την ύπαρξή του, ενώ πτυχές της αγάπης και της αποδοχής βρίσκουν στο μυθιστόρημα μια σειρά εκφράσεων. Γεγονός και μυθοπλασία συμπλέκονται και η πραγματικότητα της ζωής στη σύγχρονη εποχή περιγράφεται μέσα από πραγματικές και φανταστικές ιστορίες.

Ακριβώς όπως ο ήρωας του Θερβάντες έχασε το μυαλό του από τα πολλά ιπποτικά αναγνώσματα, έτσι και ο εγκέφαλος του πρωταγωνιστή του Ρουσντί ζει μια παράνοια εξαιτίας των τηλεοπτικών σκουπιδιών σε βαθμό που δεν ξεχωρίζει «αυτό που είναι» από «αυτό που δεν είναι». «Προσπαθώ», λέει, «να καταλάβω ποιο αυτό είναι η Αμερική τώρα. Ζάπινγκ ζάπινγκ ζάπινγκ». Ακόμη όμως και το πιο απίθανο ειδύλλιο φαίνεται πιθανό. Η περιπέτεια ξεκινά με τον Κισότ αποφασισμένο να περάσει «μέσα από επτά κοιλάδες», με πρώτη την εγκατάλειψη κάθε είδους δόγματος και το άνοιγμα στην πιθανότητα του απίθανου και με έβδομη κοιλάδα την  εκμηδένιση του εαυτού, προκειμένου να δηλώσει τις ιπποτικές του προθέσεις στην άγνωστη σε εκείνον διάσημη τηλεπαρουσιάστρια. Ταξιδεύει μέχρι τη Νέα Υόρκη όπου Σάλμα Ρ ζει μια προνομιούχα πλην ταραγμένη ζωή, γεμάτη εθισμούς σε ψυχαγωγικά οπιοειδή, προβλήματα ψυχικής υγείας και σκοτεινά οικογενειακά μυστικά. Στην πορεία ο ήρωας ενώνεται κατά μαγικό τρόπο με έναν πιστό και ανιδιοτελή σύντροφο, ποιόν άλλον από έναν Σάντσο, τον οποίο παρουσιάζει ως γιό που ποτέ δεν είχε και ήθελε πάντα, γέννημα καθαρά της φαντασίας του.

Ο Σάντσο είναι μια μυστηριώδης αόρατη φιγούρα που εμφανίζεται μόνο σε ασπρόμαυρο και θυμίζει τον Πινόκιο. Το ταξίδι τους σε όλη την Αμερική σε αυτό το μυθιστόρημα δρόμου επιτρέπει στον Ρουσντί να καταπιαστεί με δύσκολα θέματα, συμπεριλαμβανομένων αυτών της βίας και του ρατσισμού που αντιμετωπίζουν οι δύο ινδικής καταγωγής άντρες, όπως άλλωστε οι περισσότεροι Αφροαμερικανοί και Ινδοί μετανάστες – «πολλοί από αυτούς είναι εξοικειωμένοι με τον λευκό βρετανικό ρατσισμό στη νότια και στην ανατολική Αφρική», μας λέει κάπου ο Ρουσντί γενικεύοντας το πρόβλημα. Σε έναν φρενήρη ρυθμό, μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος ασχολείται με περιστατικά τα οποία δείχνουν τη λευκή υπεροχή να σηκώνει το άσχημο κεφάλι της και το κοινωνικό χάος να επικρατεί στην Αμερική του Τραμπ. Εκτός από τραμπιστές, ρατσιστές, οπιοειδή και γιατρούς που αφειδώς τα συνταγογραφούν, το δίδυμο Κισότ-Σάντσο συναντά στο δρόμο του και ανθρώπους που θεωρούν τους εαυτούς τους «αληθινούς» και μετατρέπονται σε εχθρικά μαστόδοντα (ένας φόρος τιμής στον «Ρινόκερο» του Ιονέσκο), αλλά και γρύλους που μιλούν ιταλικά ή όπλα τα οποία εκσφενδονίζουν αντί για σφαίρες ανθρώπινα λόγια.

Η αναζήτηση του δισκοπότηρου της αγάπης από τον Κισότ, πάντα μαζί με τον Σάντσο, αποκαλύπτεται σύντομα ως μια ιστορία μέσα στην ιστορία, γραμμένη από έναν μέτριο συγγραφέα κατασκοπικών μυθιστορημάτων, ο οποίος επιχειρεί προς το τέλος του βίου του να στραφεί σε ένα διαφορετικό είδος γραφής, περνώντας «τα σύνορα που χώριζαν τη χαμηλή από την υψηλή λογοτεχνία». Μόλις συνέλαβε την ιδέα να διηγηθεί την ιστορία του τρελού Κισότ και του καταδικασμένου κυνηγιού της πανέμορφης Μις Σάλμα Ρ, άρχισε να τη φοβάται. Περιπλέκοντας ακόμη περισσότερο μια ήδη μπερδεμένη ιστορία, η οποία αντιμετωπίζει με τόλμη και χιούμορ μερικές από τις πιο πιεστικές ανησυχίες του καιρού μας – από τον ρατσισμό και τον φανατισμό μέχρι την ανυπόφορη κοινοτοπία της τηλεόρασης και τα μέσα ενημέρωσης να ορίζουν την ατζέντα για όλα, από την έντονη μοναξιά, τη σεξουαλική βία απέναντι στις γυναίκες στην Ινδία και την κλιματική αλλαγή μέχρι την κρίση ταυτότητας και τις διαλυμένες οικογένειες των μεταναστών – ο Σαλμάν Ρουσντί εισάγει ένα είδος μετα-αφηγηματικής γραφής που τρέχει παράλληλα με την ιστορία του Κισότ σε ένα ατέρμονο παιχνίδι ανάμεσα στο πραγματικό και το επινοημένο.

Ο Κισότ είναι προϊόν της φαντασίας του «Αδελφού», δηλαδή του συγγραφέα κατασκοπικών μυθιστορημάτων με το ψευδώνυμο Σαμ ΝτιΣαμπ, ινδικής καταγωγής κι αυτός, με έδρα τη Νέα Υόρκη. Καθώς το ταξίδι του πρωταγωνιστή που δίνει το όνομά του στο μυθιστόρημα ξετυλίγεται, το ίδιο συμβαίνει και με τον ΝτιΣαμπ όσον αφορά στην επιθυμία του να θεραπεύσει τις τεταμένες σχέσεις με τον γιό του και την αδελφή του, μια ιδεαλίστρια δικηγόρο, η οποία υποφέρει από επιθετικό καρκίνο στο Λονδίνο. Δύο ήρωες, ένας πραγματικός κι ένας φανταστικός – εαυτός σκιά. Θα συναντηθούν στο τέλος τα δύο σύμπαντα, αυτός που δημιουργήθηκε και αυτός που δημιουργεί; Ο αόρατος αφηγητής θα κάνει το θαύμα του, συνδυάζοντας, μάλλον εισχωρώντας τη μία μέσα στην άλλη, ιστορίες ανθρώπων που όλοι προέρχονται από την Ινδία, ειδικότερα από «αυτό που ήταν κάποτε η Βομβάη», και βρέθηκαν στην Αμερική κυνηγώντας το όνειρο.

«Η αληθινή ιστορία είναι πως δεν υπάρχει αληθινή ιστορία πια. Δεν υπάρχει αλήθεια πια στην οποία να μπορούν να συμφωνήσουν όλοι».

Αν ο «Δον Κιχώτης» έχει καταγραφεί ως το πρώτο ρεαλιστικό μυθιστόρημα στη δυτική λογοτεχνία, όπου συγκρούεται η πραγματικότητα με τις ψευδαισθήσεις, το αντικειμενικό με το υποκειμενικό, και ο άνθρωπος πρέπει να προσαρμοστεί στον πραγματικό κόσμο, ο «Κιχότ» οφείλει να συμμορφωθεί σε έναν κόσμο όπου τα όρια ανάμεσα στη λογική και το παράλογο, τη τέχνη και τη ζωή έχουν γίνει ασαφή και διαπερατά. Και μέσα σε αυτή τη σύγχυση εμφανίζεται υπό μορφή πνευματικής διαταραχής η βεβαιότητα του συγγραφέα «Αδελφού», ίσως και του Ρουσντί, πως «τα προϊόντα της φαντασίας των δημιουργικών ανθρώπων μπορούσαν να χυθούν πέρα από τα όρια των ίδιων των έργων, πως είχαν τη δύναμη να μπουν και να μεταμορφώσουν, ακόμα και να βελτιώσουν τον πραγματικό κόσμο».

Είπαμε ζούμε στην εποχή του «Τίποτα πάνω στα Πάντα» και του «Όλα- Μπορούν – να – Συμβούν», κάτι που επαναλαμβάνει εδώ συχνά ο πολυβραβευμένος Σαλμάν Ρουσντί, ο οποίος γεννημένος  το 1947 στη Βομβάη μετανάστευσε το 1961 στην Αγγλία, όπου βίωσε τη φοβερή περιπέτεια με τον φετφά που εξέδωσε εναντίον του ο Αγιατολάχ Χομεϊνί λόγω των «Σατανικών Στίχων», και εδώ και κάμποσα χρόνια ζει στην Αμερική. Το «Κισότ» ίσως είναι ένα από τα πιο προσωπικά έργα του το οποίο βυθίζεται στην εξερεύνηση της αγάπης και των οικογενειακών δεσμών, στην εσωτερική ανάγκη του καθενός μας να βρει ένα σκοπό μέσα σε έναν ολοένα και πιο χαοτικό κόσμο, αλλά και στον ρόλο και τη βάσανο του συγγραφέα που οφείλει συνεχώς να αναζητά νέους τρόπους έκφρασης.

Πυκνό σε ιδέες, σχόλια, αναφορές και παραπομπές σε δημιουργούς και έργα τους, σε πρόσωπα και θεάματα, σε στοιχεία πολιτισμικής κληρονομιάς και πολιτικής κατάστασης σε Αμερική, Ηνωμένο Βασίλειο και Ινδία, με ένα αδιάκοπο ανακάτεμα των φανταστικών και των αληθινών πραγματικοτήτων, και με μια χειμαρρώδη και γεμάτη μουσικότητα γραφή και σατυρικό ύφος, το «Κισότ» ευτύχησε να αποδοθεί στα ελληνικά από τον ποιητή Γιώργο Μπλάνα.

 

«Κισότ όπως Κιχώτης» Σαλμάν Ρουσντί, εκδ. «Ψυχογιός», μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, σελ. 490

Βρες το εδώ

 

Προηγούμενο άρθροΚριτικές επισκέψεις του Στάθη Κουτσούνη (της Βαρβάρας Ρούσσου)
Επόμενο άρθροΣάλμαν Ρούσντι: “Ζούμε το τέλος ενός κόσμου” (επιμέλεια: Αλεξάνδρα Σαμοθράκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ