Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΑΙΔΙΚΑ “Η χαμένη μέρα της κυρίας Προυστ”, ένα σύγχρονο παραμύθι (της Σίσσυς...

“Η χαμένη μέρα της κυρίας Προυστ”, ένα σύγχρονο παραμύθι (της Σίσσυς Τσιφλίδου)

0
65
Spread the love

της Σίσσυς Τσιφλίδου

Το σύγχρονο παραμύθι «Η χαμένη μέρα της κυρίας Προυστ» του Αντώνη Ψάλτη, που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μωβ σκίουρος, προκαλεί ήδη από τον τίτλο του έναν αναπόφευκτο διακειμενικό συσχετισμό με το εμβληματικό έργο του Προυστ και ταυτόχρονα μια περιέργεια να διαπιστωθούν οι όροι μεταγραφής του σε μια εφηβική -κατ΄ άλλους ταυτόχρονα και παιδική- αφήγηση. Και κάπως έτσι, ξεκινά η ανάγνωση: με αυτές τις πιθανές σκέψεις που προκαλούν τα περικειμενικά στοιχεία του εξωφύλλου και αφορούν τον ενήλικα αναγνώστη, καθώς τέτοιου είδους ερωτήματα δεν απασχολούν τα παιδιά των οποίων το βλέμμα θα εστιάσει στην παράξενη κυρία με τα πολύχρωμα μαλλιά και το εκκεντρικό ντύσιμο, αλλά και το μικρό κοριτσάκι που κρατά την κούκλα του και την κοιτάζει θαρρετά μέσα στα μάτια. Τίτλος και εικόνα θα τα προϊδεάσουν για μια περιπετειώδη ιστορία.

Ο αφηγητής επιτελεί έναν διπλό ρόλο: από τη μια παρέχει πληροφορίες που δομούν τη σφαιρικότητα των χαρακτήρων προσδίδοντάς τους συναισθηματικό βάθος αλλά και ρεαλισμό (εσωτερικές σκέψεις, αναφορές στο παρελθόν). Από την άλλη κρατά σε εγρήγορση τον αναγνώστη, συντηρώντας διαρκώς ένα περιβάλλον συνομιλίας μαζί του: του απευθύνει τον λόγο με αμεσότητα, διατυπώνει ερωτήματα, δημιουργεί προσδοκίες, παρακινεί στη χρήση της κριτικής του σκέψης.  Ο τρόπος που περιγράφει τους χαρακτήρες, τους τόπους που ζουν, τις καθημερινές τους συνήθειες, χωρίς να το υποψιάζεσαι σε έχει σταδιακά εισάγει στην έννοια του χρόνου. Και μόλις σου συστήσει την ηρωίδα σαν την εγγονή ενός σπουδαίου συγγραφέα που έγραψε μόνο ένα βιβλίο, του κυρίου Προυστ, σκέφτεσαι ότι κάπου εδώ αρχίζουν οι ενδοκειμενικές εκλεκτικές συγγένειες της ιστορίας.

Ασφαλώς, ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει από την αρχή ότι δεν έχει την πρόθεση να παρωθήσει τον νεαρό αναγνώστη να έρθει σε επαφή με το δαιδαλώδες έργο, αυτό μπορεί να γίνει μόλις μεγαλώσει και αν κάποια στιγμή της ζωής του νιώσει την ανάγκη να το αναζητήσει και να το διαβάσει.

Η σύντομη αυτή αφήγηση διαρθρώνεται σε μικρότερα κεφάλαια με μεσότιτλους που περιγράφουν περιληπτικά το περιεχόμενό τους. Η κεντρική θεματική της είναι ο χρόνος, όχι ο γραμμικός αλλά ο ψυχολογικός χρόνος, ιδιαίτερα η αξιοποίησή του, όχι τόσο η πρόταση του ποιοτικού χρόνου όσο ο προσδιορισμός του χαμένου χρόνου, σε τι αφορά στην αγχώδη καθημερινότητα της σύγχρονης ζωής μας ο χαμένος χρόνος; Σε μια εποχή όπου έχουμε χάσει τι προσδιορίζουμε σαν ποιότητα χρόνου οι ίδιοι και αφηνόμαστε στο τι προσδιορίζουν οι άλλοι για μας, η απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα συνιστά μια βαθιά θεώρηση  της ύπαρξης. Ο συγγραφέας, χωρίς να επεκτείνεται στις ψυχολογικές εμβαθύνσεις του πολύτομου έργου, κατορθώνει να θέσει καίρια ερωτήματα με απλό τρόπο, χωρίς να φορτώνει το παιδί με προεκτάσεις φιλοσοφικές που προϋποθέτουν ενήλικη εμπειρία.

Όσο εκτενές αφηγηματικά είναι το έργο αναφοράς (κατά Genette υποκείμενο/hypotext  κατ΄άλλους κριτικούς διακείμενο/intertext, δηλαδή ένα κείμενο το οποίο εντοπίζεται ως η κύρια πηγή σημασιοδότησης για ένα άλλο κείμενο) τόσο σύντομο (μόλις 86 σελίδες) είναι το συγκεκριμένο υπερκείμενό του.

Η ιστορία έχει σαν κεντρική ηρωίδα την κυρία Προυστ, μια εκκεντρική κυρία που μοιάζει σαν να έχει χωριστεί στα δύο: Βάφει δίχρωμα τα μαλλιά της, φορά ρούχα που έχουν χρώματα μοιρασμένα στη μέση τους. Έχει και μια δεύτερη ηρωίδα, τη μικρή Μάγια, για να εκφραστεί η παιδική άδολη σκέψη, η χαμένη αθωότητα της μη αλλοτριωμένης ύπαρξης που απευθύνει εύλογες απορίες στην κυρία Προυστ χωρίς δεύτερες σκέψεις.

Όλα συνιστούν μια αλληγορία της ανατροπής. Η μικρή Μάγια επιτυγχάνει με τα ερωτήματά της, που ταυτόχρονα συνιστούν και ευφυή λογοπαίγνια, ένα ρήγμα στη βεβαιότητα της τρεχάλας της κυρίας Προυστ, του ασφυκτικού της προγράμματος:

«Για στάσου!» σκέφτηκε μια μέρα το μικρό κορίτσι. «Πώς χάνεται μια μέρα; Εγώ ξέρω ότι χάνω τα παιχνίδια μου και αφού ψάχνω λίγο, ας πούμε κάτω από το κρεβάτι μου ή πίσω από την κουρτίνα στο σαλονάκι, μετά τα βρίσκω. Αλλά η μέρα; Χάνεται η μέρα;»

Παράλληλα, ο αφηγητής μάς βάζει στη θέση της κυρίας Προυστ με το ερώτημα: τι μπορεί να πάρει τη θέση της καθημερινής μας σιγουριάς, όταν αυτή ανατρέπεται:

«Η πάντα ατάραχη και προγραμματισμένη μέρα της εξαφανιζόταν και, όπως στο θέατρο αλλάζουν οι ηθοποιοί ενδυμασίες για τους ρόλους τους, τη θέση της λάμβανε η ανησυχία, ο φόβος, ο τρόμος για το μέλλον, λες και όλα στη ζωή της εξαρτιόνταν από το πρόγραμμα της κάθε μέρας!»

Στη συνέχεια η κυρία Προυστ, αφού μάταια ψάχνει να βρει τη χαμένη σελίδα του επαγγελματικού της ημερολογίου, για την ακρίβεια τη χαμένη μέρα που έχει μυστηριωδώς εξαφανιστεί, αποφασίζει να αντιμετωπίσει δραστικά την κατάσταση –έχει άλλωστε και δουλειές!-  με το να βγει έξω για να αγοράσει ένα άλλο ημερολόγιο που θα αντικαταστήσει αυτό με τη σχισμένη σελίδα. Τότε, γεμάτη απελπισία διαπιστώνει ότι έχει χάσει και το πορτοφόλι της, δηλαδή τα χρήματά της! Όλη η συνομιλία με τις σελίδες του παλιού ημερολογίου είναι γεμάτη αλληγορίες και φιλοσοφικούς στοχασμούς που, όμως, περνούν με αβίαστο τρόπο τα νοήματά τους.

Τη μεταστροφή της κυρίας Προυστ θα επιτύχει η επιστροφή της μνήμης στην παιδική ηλικία, στη χαμένη παιδική αθωότητα, στην ανάμνηση των γονιών, ειδικά της μητέρας, άλλο κυρίαρχο θέμα του έργου αναφοράς. Το πισωγύρισμα αυτό προκαλεί αυτόματα την εκδήλωση της συγκίνησης, όταν κυλά το πρώτο δάκρυ. Ο αφηγητής μάς κλείνει το μάτι υπαινικτικά όταν μας αποκαλύπτει ότι στην πραγματικότητα αυτή ήταν μια διαδικασία που είχε ξεκινήσει καιρό πριν, δεν ήταν χαμένα τα συναισθήματα, υπέφωσκαν και  περίμεναν την κατάλληλη στιγμή να αποκαλυφθούν, να βγουν στην επιφάνεια. Έπεται η αποκάλυψη του «χαμένου»  πορτοφολιού. Εσωτερικά του θα βρεθεί και η χαμένη μέρα που ξεσηκώνει όλες τις άλλες σε επανάσταση (δεν είναι άλλωστε τυχαία η επιλογή να χαθεί η σελίδα της 27ης Μαΐου, καθώς και οι αναφορές στον Μάη του ΄68).

Η εύρεση της χαμένης μέρας θα οδηγήσει την κυρία Προυστ στο να εγκαταλείψει τις εκκεντρικές της συνήθειες, για παράδειγμα θα πάψει να βάφει δίχρωμα τα μαλλιά της. Όταν καταργεί και τη διχρωμία στα ρούχα της, αποκαλύπτεται η αυθεντικότητα της μοναδικής ύπαρξης. Έτσι, σταδιακά οδηγούμαστε στην απάντηση που υποβάλλει το ερώτημα της αληθινής ζωής: η χαμένη μέρα βρέθηκε όταν έγινε μια γεμάτη ημέρα, όταν νοηματοδοτήθηκε από  την ίδια την ύπαρξη.

Στις παράλληλες αναγνώσεις μας, γιατί σε πολλά έργα παιδικά και εφηβικά συναντούμε τη θέαση του χρόνου σαν ποιότητα ζωής,  θα θυμίσουμε τον άσπρο λαγό με το ρολόι του στην Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων (όλοι οι χαρακτήρες του έργου αποδίδουν αλληγορικά τις διαστάσεις του χρόνου) αλλά  και εκείνο το καταπληκτικό κεφάλαιο για τον χρόνο στον μικρό πρίγκιπα, ένα άλλο παιδί που ρωτά γεμάτο απορία: «γιατί τρέχουν τόσο βιαστικοί οι άνθρωποι; Εγώ, αν είχα χρόνο θα τον ξόδευα για να πάω αργά αργά μέχρι την πηγούλα».

‘Ενα σουρεαλιστικό κείμενο, λοιπόν, που συνδιαλέγεται με την αναζήτηση του ποιοτικού χρόνου που έχει χαθεί μέσα στην αγχώδη καθημερινότητα. Σε κάποιο σημείο, ενδεχομένως, θα μπορούσαν να είχαν παρακαμφθεί οι διδακτικές παραινέσεις, άλλωστε μέσα από τις πράξεις κυλά τόσο όμορφα η επικοινωνία του αναγνώστη με το κείμενο.

Ένα βιβλίο για μικρούς και μεγάλους αναγνώστες που στρέφει τη ματιά μας στον χρόνο και τη διαστολή του σε όλες της τις εκφάνσεις: στον χρόνο των γεγονότων, της προσωπικής ιστορίας, στον χρόνο της ζωής μας, στον εσωτερικό της κύκλο, στη ζωή της γειτονιάς, στον χρόνο του μέλλοντος, του παρόντος, των ονείρων, των συνηθειών και των προσδοκιών μας.

 

 

Αντώνης Ψάλτης, Η χαμένη μέρα της κυρίας Προυστ, Εκδ. Μωβ Σκίουρος, 2025.

 

Προηγούμενο άρθροΕκδοχές του έρωτα στο χώρο: Εγγονόπουλος – Ελύτης – Εμπειρίκος (της Έφης Κατσουρού)
Επόμενο άρθροΟ αναρχικός γείτονας (του Γιάννη Μόσχου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ