Πέρα από τα όρια του φύλου (της Βαρβάρας Ρούσσου)

0
613

της Βαρβάρας Ρούσσου

Το μυθιστόρημα Neverhome που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδ. Πόλις είναι, όπως αναφέρεται και στο οπισθόφυλλο μια ανάποδη Οδύσσεια: ο σύζυγος Βαρθολομαίος μένει στο σπίτι περιμένοντας την αγαπημένη του γυναίκα που ντυμένη άντρας φεύγει για τον πόλεμο.

Ο κεντρικός χαρακτήρας, η Κόνστανς Τόμπσον, κατατάσσεται ως Ας Τόμπσον στο στρατό των Βορείων μετά από κοινή συμφωνία του ζευγαριού την οποία, ο αδύναμος συγκριτικά με τη γυναίκα του σύζυγος, αποδέχεται αν και όχι με χαρά: «Ήμουν δυνατή, εκείνος όχι, έτσι ήμουν εγώ που πήγα στον πόλεμο για να υπερασπίσω τη Δημοκρατία» (σ. 13). Αίσθημα ευθύνης του δημοκράτη πολίτη, -σπάνιο αλλά όχι απίθανο για μια γυναίκα των μέσων του 19ου αιώνα από τον αγροτικό χώρο που διεκδικεί ακόμη επίσημο δημόσιο λόγο και πολιτικά δικαιώματα – αλλά και η διάθεση να φύγει από τα κλειστά όρια του αγροκτήματος για το μεγάλο κόσμο των αντρών ωθούν την Κόστανς-Ας. Δεινή σκοπεύτρια, χειροδύναμη, ικανή για κάθε βαριά δουλειά, αποφασιστική αποδεικνύει ότι μπορεί να κάνει ό,τι ακριβώς κάνουν όλοι οι άντρες στρατιώτες διαρρηγνύοντας έτσι ένα στερεότυπο βιολογικής βάσης. Μια σειρά πράξεων της δίνουν το προσωνύμιο «Γενναίος Ας» και η φήμη της ανδρείας της διαδίδεται. Οι περιπέτειες που αφηγείται τονίζουν τη βία και τη φρίκη του πολέμου, του όποιου πολέμου αλλά λειτουργούν και ως συγκροτητική εμπειρία του εαυτού. Ο κίνδυνος να ανακαλυφθεί παραμονεύει. Ο συνταγματάρχης αναπτύσσει μια ιδιαίτερη σχέση με το γενναίο Ας ενώ έχει αντιληφθεί το φύλο του στρατιώτη χωρίς να προχωρεί σε τιμωρία. Όταν η Κόνστανς/Ας τραυματίζεται μη μπορώντας να ζητήσει περίθαλψη σε νοσοκομείο από το φόβο της αποκάλυψης ξεκινά η οδυνηρή περιπέτεια: περιπλάνηση, καταφύγιο στο σπίτι μιας νοσοκόμας όπου θα «επιστρέψει» ενδυματολογικά στο φύλο της. Η εκδικητική προδοσία της νοσοκόμας, θα οδηγήσει σε κατηγορία της Κόνστανς ως κατάσκοπο και εισαγωγή σε ψυχιατρείο, απ’ όπου αποδρά και πάλι μεταμφιεσμένη σε άντρα μέχρι να βρει καταφύγιο στο σπίτι του συνταγματάρχη όπου η σύζυγός του θα την φιλοξενήσει μέχρι να αποφασίσει την επιστροφή στο σπίτι. Δεν πρόκειται για το ειδυλλιακό αγρόκτημα που είχε αφήσει δύο χρόνια πριν αφού η κατάσταση θυμίζει την Ιθάκη που βρήκε ο Οδυσσέας επιστρέφοντας. (Στα σημεία αυτά οι αναλογίες με το έπος είναι έκτυπες εκτός από το αναπάντεχο τέλος που θα μπορούσε να παραπέμπει σε μύθους για τον Οδυσσέα ως αιώνιο ταξιδευτή μετά την επιστροφή του).

Στη συνέντευξή του ο συγγραφέας του βιβλίου Λερντ Χάντ δηλώνει ότι το βασικό του κίνητρο για τη σύνθεση του μυθιστορήματος υπήρξε η τολμηρή πράξη μιας γυναίκας να συμμετάσχει στον πόλεμο ντυμένη άντρας.[1] Πράγματι, δεν θα  έκανε καμιά διαφορά η αφήγηση του Αμερικανικού Εμφυλίου από έναν στρατιώτη ή αξιωματικό ή μια γυναίκα νοσοκόμα αφού, όπως υπογράμμισε ο Χάντ, υπάρχουν εκατοντάδες βιβλία γύρω από αυτό το θέμα πράγμα εξάλλου λογικό καθώς αποτελεί μείζονα στιγμή της ιστορίας των Η.Π.Α. Όπως τόνισε ο συγγραφέας το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του βιβλίου έγκειται στη μεταμφίεση της Κόνστανς, φαινόμενο ωστόσο πραγματικό αφού, σύμφωνα με τις έρευνές του,  500 περίπου γυναίκες έλαβαν μέρος στον πόλεμο μεταμφιεσμένες σε άντρες κινδυνεύοντας με εξευτελιστική τιμωρία ή κατηγορία προδοσίας εγκλεισμό ή θάνατο εάν αποκαλυφθούν. Η συγγραφή μάλιστα του Neverhome βασίστηκε σε βιβλίο που απαρτίστηκε από πραγματικές επιστολές  γυναίκας που είχε πολεμήσει ως άντρας.

Το ζευγάρι Βαρθολομαίος-Κόνστανς παρουσιάζεται αντεστραμμένο παρά τις ομοιότητές τους: «Ήμασταν και οι δύο μικροκαμωμένοι, όμως αυτός ήταν φτιαγμένος από μάλλινη κλωστή κι εγώ από σύρμα […] Δεν έβλεπε καλά από μακρινή απόσταση, αλλά εγώ χτυπούσα λαγό στα πενήντα μέτρα με το ένα μάτι κλειστό. Με την πρώτη ευκαιρία γύριζε την πλάτη και έφευγε, ενώ εγώ δεν έκανα ποτέ, μα ποτέ πίσω.» (σ. 17). Ο θηλυκοποιημένος Βαρθολομαίος είναι το υποκατάστατο της απούσας καθαυτό «θηλυκής» παρουσίας του βιβλίου. Η αγάπη τους κινείται στα όρια ειλικρινούς φιλίας, βαθιάς αγάπης και συζυγικής πίστης. Θα έλεγε κανείς ότι ζουν σε ένα ρομαντικό σύννεφο εντούτοις η μια και μόνη σκηνή της σεξουαλικής ένωσής τους αποκαλύπτει τη σαρκική πλευρά της σχέσης.

Η Κόνστανς εμφανίζεται να αντιδρά απέναντι στο στερεότυπο ρόλο που της επιβάλλεται: αρνείται την εγκυμοσύνη μετά από μια αποτυχία –«το αγοράκι που αποκτήσαμε για εκείνα τα ελάχιστα παγωμένα λεπτά[…] (σ. 155)- και δηλώνει στον απογοητευμένο Βαρθολομαίο την επιθυμία απόδρασης από το ρόλο αυτό και νέας ταυτότητας: «Το προσπαθήσαμε, του είπα, και είδες ποιο ήταν το αποτέλεσμα[…]Να με λες Ας, αγάπη μου, είπα, γνωρίζοντας ήδη πώς ήθελα να με φωνάζουν.».(σ. 60). Ο δυναμισμός της είναι εν μέρει κληρονομημένος από μια επίσης δυναμική γυναίκα που ωστόσο αυτοκτονεί οδηγημένη από την ευαλωτότητα που καλλιεργεί η σκληρότητα του περίγυρου σε γυναίκες που επιδιώκουν την αυτονομία και αυτοδιάθεση.

Ο τίτλος του μυθιστορήματος θα μπορούσε να είναι η αρνητική απάντηση για την επιστροφή του πολεμιστή στο σπίτι: η στράτευση σε άλλο πεδίο, πέρα από τα οικιακά όρια, η πρόκριση του μεγάλου έθνους έναντι του μικρού -της οικογένειας- δεν μπορεί παρά να έχει για μια γυναίκα καταστροφικό αποτέλεσμα.

Το φαινόμενο της μεταμφίεσης και της οικειοποίησης συμπεριφορών και δράσης του άλλου φύλου δεν είναι νέο ούτε στην πραγματική ζωή ούτε στη λογοτεχνία. Τα παραδείγματα είναι πολλά ιδίως σε μεταφρασμένα έργα. Πρόσφατα κυκλοφόρησε η νουβέλα του George Moore Άλμπερτ Νομπς. Ούτε άνδρας ούτε γυναίκα.[2] Δεν είναι επίσης παράξενη η μεταμφίεση στο όνομα της υπεράσπισης της πατρίδας, της ελευθερίας ή της Δημοκρατίας όπως λέει η Κόνστανς. Πρόκειται για γυναίκες που υπερβαίνουν τα όρια του φύλου τους και «ενδύονται» το άλλο φύλο για κάποιο ιερό, ανώτερο σκοπό αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις για τον έρωτα. Στα καθ’ ημάς Στον καιρό του Βουλγαροκτόνου η Πηνελόπη Δέλτα χρησιμοποιεί τη μεταμφίεση στο πλαίσιο της πατριδολατρίας. Σε ελληνικά ρομαντικά δράματα του 19ου αιώνα η μεταμφίεση σε άντρα-πολεμιστή είναι επίσης συνήθης και ακολουθείται φυσικά από την υιοθέτηση αντρικών γνωρισμάτων με πρωτεύον αυτό της ακατάβλητης γενναιότητας, όπως  συμβαίνει με τον Γενναίο Ας. Έτσι, στο πεντάπρακτο δράμα Λάμπρω της Αντωνούσας Καμπουράκη η πρωταγωνίστρια μεταμφιεσμένη σε άντρα ακολουθεί τον αγαπημένο της και κρυφά απ’ όλους πολεμά στο πλευρό του και διακρίνεται για το θάρρος της. Σε δημοτικοφανές ποίημα του 19ου αιώνα της άγνωστης σήμερα αλλά δημοφιλούς τότε ποιήτριας Μαριέττας Μπέτσου, η νεαρή κοπέλα μεταμφιέζεται σε άντρα και αναδεικνύεται σε δεινή πολεμίστρια που θαυμάζεται από τους εχθρούς. Σε τέτοιες περιπτώσεις βασική αιτία μεταμφίεσης είναι ο έρωτας που αναβαθμίζεται σε ιερό χρέος συνδεόμενος με το υψηλό ιδανικό του αγώνα για την ελευθερία. Η ερωτική επιθυμία εξιδανικεύεται και αποκαθαίρεται από τη σωματικότητά της αλλά εντέλει είναι το σώμα και η μετ-αμφίεσή του που δρουν.

Ο έρωτας θα έπρεπε να αποτελεί τροχοπέδη στην απόφαση της Κόνστανς/Ας να φύγει από το αγρόκτημα όμως εκείνη δεν υποχωρεί παρά τη δυσαρέσκεια του συζύγου της «όταν πιάσαμε δουλειά, εκείνη την τελευταία μέρα, αντί να σταθούμε πλάι πλάι, μείναμε ο ένας μακριά απ’ τον άλλο.» (σ.90). Η συνομιλία με τη νεκρή μητέρα της ενισχύει την απόφασή της. Η σύνδεση των δύο γυναικών όπως, αργότερα, και με τη γυναίκα του συνταγματάρχη ακόμη και με τη νοσοκόμα Νέβα, που τελικά προδίδει την Κόνστανς, ή στο τελευταίο κεφάλαιο με την άγνωστη επισκέπτρια που αποδεικνύεται άλλη μια γυναίκα-πολεμιστής στον εμφύλιο, δημιουργεί την αίσθηση ενός δεσμού των γυναικών που μένει υπόγειος και αφανής, δεν έρχεται σε αντίθεση με την αντρική κυριαρχία αλλά την υπονομεύει.

Το βιβλίο λοιπόν λειτουργεί ως λογοτεχνική συνθήκη παραλληλίας με θέματα επιστημολογίας του φύλου και της ταυτότητας: η σύγχυση του φύλου με τη μεταμφίεση, οι έμφυλες επιτελεστικές πράξεις αντίθετα με τη νόρμα, ως απόδειξη της κοινωνικής κατασκευής του φύλου. Η διαρκής ταλάντευση μέσω της αμφίεσης αλλά και της συμπεριφοράς ανάμεσα στο γυναικείο και το αντρικό ως κατάλυση της απολυτότητας των διχοτομικών αντιθέσεων αρσενικό/θηλυκό, άντρας/γυναίκα, ενεργητικό/παθητικό, πολιτισμός/φύση. Όλα συνθέτουν μια ατομική περιπέτεια-έμφυλη οδύσσεια.

Ζητήματα φύλου και ιστορικής μνήμης, ταυτότητας και σχέσεων εξουσίας αναδύονται στις σελίδες του βιβλίου, δηλαδή ζητήματα φύλου. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 το φύλο θεωρήθηκε εργαλείο που μπορεί να νοηματοδοτεί το πώς αντιλαμβανόμαστε την ιστορική γνώση ενώ στο παρελθόν δεν είχε θέση σε ιστορίες πολέμων, διπλωματίας, οικονομίας. Το Neverhome έρχεται να επιβεβαιώσει λογοτεχνικά μια τέτοια θέση θεματοποιώντας τη συμπερίληψη των γυναικών στις εθνικές ιστορίες, όμως όχι στη βάση της ορατότητας, της επιτέλεσης του επιβεβλημένου ρόλου τους ως μητέρες και σε περίπτωση πολέμου ως νοσηλεύτριες  (ο χαρακτήρας της νοσηλεύτριας Νέβα που λειτουργεί όχι ως επαγγελματίας αλλά ως μητέρα, παραμυθητικός άγγελος των τραυματιών) αλλά στη βάση μιας αορατότητας που οφείλουμε να αποκαλύψουμε/ανακαλύψουμε. Οι γυναίκες θεωρητικά μέλη του έθνους ουσιαστικά στις υπώρειες αυτού του ένδοξου οικοδομήματος επιχείρησαν την έστω και αόρατη και παραβατική συμμετοχή στη διαμόρφωση του αμερικανικού έθνους ακόμη στις περιπτώσεις μιλιταριστικού εθνικισμού. H μεταμφίεση αποτέλεσε το εργαλείο τόσο αυτογνωσίας των γυναικών όσο και αθέατης εξόδου τους στο δημόσιο χώρο που μπορούσε, όπως στην περίπτωση της ηρωίδας του Neverhome, να οδηγήσει σε αυτογνωσία. Η μελέτη τέτοιων ιστορικών περιπτώσεων όσο και λογοτεχνικών παραδειγμάτων αποδεικνύει τη διαπερατότητα των ορίων στο δίπολο δημόσιο-ιδιωτικό και τις γυναικείες στρατηγικές διεξόδου. Πώς η αμφίεση και η μεταμφίεση αποκαλύπτει την πολλαπλότητα του εαυτού και την ετερότητα; Πώς λειτουργεί -επηρεάζει ή αντιτίθεται ή αποκαλύπτει πλευρές των έμφυλων ιεραρχικών σχέσεων εξουσίας;

Και βέβαια το φύλο δεν ταυτίζεται με τις γυναίκες. Οι αντρικοί χαρακτήρες του βιβλίου στην πλειοψηφία τους είναι στερεοτυπικοί αλλά οι εξαιρέσεις εκπροσωπούνται από τον συνταγματάρχη και τον Βαρθολομαίο.

Ωστόσο, σε περίοδο πολέμου η κοινή μοίρα των άγνωστων αντρών και γυναικών που έπεσαν στο πεδίο της μάχης είναι η αφάνεια και στο βιβλίο αποδίδεται εξαιρετικά με τις γυάλινες φωτογραφικές πλάκες που χρησιμοποιούνται για να στηθεί ένα θερμοκήπιο. Οι εξαχνωμένες μορφές στις πλάκες γίνονται ελαφρά διακριτές όταν πέφτει ο ήλιος, ένα παιχνίδι φωτός/σκότους, εμφάνειας/ αφάνειας, μνήμης/λήθης.

Οφείλουμε να τονίσουμε τη δουλειά του Χρήστου Οικονόμου που απέδωσε μια υποδειγματική μετάφραση ρέουσα, κρατώντας τον τόνο του κειμένου και το ρυθμό της αφήγησης σε ελληνικά απόλυτα ταιριαστά με το πρόσωπο που εκφέρει το λόγο έτσι που το κλίμα του βιβλίου δε χάνεται.

Μια τελική παρατήρηση: το βιβλίο θα μπορούσε να ενταχθεί σε μια ομάδα, (χωρίς ρητά να υπονοείται συστηματική σειρά) βιβλίων των εκδόσεων Πόλις που περιστρέφονται γύρω από το φύλο, την ταυτότητα φύλου και τη σεξουαλικότητα.  Τέτοιο είναι το Αρκαδία της Εmmanuelle Βayamack-Τam όπου σε μια κοινότητα ατόμων που θέλουν να ζήσουν πέρα από τους όρους της οργανωμένης κοινωνίας απορρίπτοντας την τεχνολογία και τις συμβάσεις, μια νεαρή κοπέλα προσπαθεί να βρει το φύλο και τη σεξουαλικότητά της.  Στο άλλο, Ο δικός μας πόθος της Carolin Emcke ένα είδος δοκιμιακής-δημοσιογραφικής μυθιστορίας η εξερεύνηση του φύλου και η συνείδηση της ταυτότητας φύλου διαπλέκονται με την πολιτική συνείδηση και το δημοσιογραφικό επάγγελμα.

Τρία βιβλία που γεννούν συζητήσεις χωρίς να παύουν να αποτελούν απολαυστικές αφηγήσεις.

 

[1]  Συνέντευξη που παραχωρήθηκε από τον συγγραφέα στις εκδόσεις Πόλις και υπάρχει στο κανάλι των εκδόσεων στο youtube https://www.youtube.com/channel/UCJwMaSk_tcHtrvBQoyrkhOw

[2] Άλμπερτ Νομπς. Ούτε άνδρας ούτε γυναίκα μτφρ. Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος εκδ. στιγμός 2021 βλ. https://www.oanagnostis.gr/almpert-nomps-oyte-andras-oyte-gynaika-tis-konstantinas-korryvanti/

 

Λερντ Χαντ, Neverhome,  μτφρ. Χρήστος Οικονόμου εκδ. Πόλις 2021

Βρες το εδώ

 

Προηγούμενο άρθροΜικρό ερωτικό (διήγημα της Μαίρης Σιδηρά)
Επόμενο άρθροΖαν Λυκ Νανσύ – «Διαγώνια φιλία» (του Δημοσθένη Αγραφιώτη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ