Μικρό ερωτικό (διήγημα της Μαίρης Σιδηρά)

0
644

της Μαίρης Σιδηρά (*)

Ξεχνούσε να σταματήσει η βροχή και τότε όλοι έμοιαζαν με όλους, κρατημένοι από τον ήχο της στους τσίγκους των σπιτιών και στις νεογέννητες λίμνες που σχηματίζονταν εντός και εκτός του αστικού ιστού. Τότε ο εγκλεισμός δεν είχε στιγματιστεί και, άμα έπιανε να βρέχει έτσι, τα σχολεία έκλειναν, οι ζωγράφοι ζωγράφιζαν, οι βιβλιοφάγοι κατάπιναν τον μισό Εξάντα ή και Αστάρτη και Γκοβόστης έπαιζε πολύ, οι έμποροι άνοιγαν κανονικά, και μόνο οι  νοικοκυρές πλήττονταν, τι περισσότεροι άνθρωποι στο σπίτι περισσότερες οι δουλειές.

Μικροί μεγάλοι έβγαιναν να σαρώσουν το νερό, να το ωθήσουν στο δίκτυο των αυλακιών, να φανεί για κάποια λεπτά το σχέδιο της υποθαλάσσιας πόλης. Και ήταν ο κακός καιρός που  δούλευε για την εικαστική εντύπωση μιας εξπρεσιονιστικής νησιωτικής πρωτεύουσας αενάως κυλιόμενης χρωματικά, από γκρι μπλε σε γκρι πλησιέστατο του μαύρου, γκρι ροδί, σκοτεινές του πιο άρρωστου πράσινου αποχρώσεις, καφέ γκρι της πατημένης λασπουριάς, χρώματα όλα ανελέητα χτυπημένα, τρύπια απ’ της τρελής βροχής τη ριπαία μανία, χαλασμένα χρώματα, ρευστά.

Κι έπειτα –το καλύτερο- ήταν η τεχνολογία της εποχής, οι λάμπες ενός κίτρινου φωτισμού, μάλλον ενός κίτρινου που έπαιρνε την ανάσα των ανθρώπων κι ανέδιδε μια ελαφρά κοκκινάδα μαζί με τη διάχυση του φωτός, κι όλοι έλεγαν Βαν Γκογκ γίναμε κι ήταν πάντα σαν νύχτα.

Μια τέτοια περίοδο, πήρα είδηση πως άνοιξε η έκθεση και πήγα ώς την αγορά να τη δω, μα ήταν κλειστή, ο ζωγράφος έλειπε. Κοίταξα μέσα λαίμαργα κι άκουσα ν’ ανοίγει η βροχή, να βρυχάται σα να παίρνει φόρα. Ίσα που πρόλαβα να κρατήσω για λίγο το φθαρμένο γαλάζιο του μπροστινού τσίγκου, όταν τα ουράνια νερά άλλαξαν χρώμα, τα είδα στο τζάμι της έκθεσης σαν κόκκινη κουρτίνα να μ’ αποκλείουν ανάμεσα στο μπαλκόνι του χαγιατιού και την άκρη του πεζοδρομίου. Όλη κολλημένη στη βιτρίνα και τότε βγήκε από ένα κλειστό δωμάτιο και μου άνοιξε. -Καλώς το ωραίο το κορίτσι που είναι και φιλότεχνο. Θες να δεις την έκθεση, ε; -Ναι, είπα μήπως δε βρέχει τόσο και καταφέρω να τη δω. -Από δω είσαι; Δε σ’ έχω ματαδεί. -Ναι, από τη μαμά μου. Μα νιώθω πατρίδα το νησί.

Τότε ακριβώς ήταν που είδα τα μάτια του ν’ αστράφτουν σαν παιχνίδισμα, σαν πόθος αρχαίος. Ακαριαία τράβηξα το βλέμμα μου και τ’ άφησα πάνω σ’ έναν υπερρεαλιστικό πίνακα, ένας ύπερος κρεμεζί βαθύ και το υπόλοιπο άνθος γυναίκα και η βροχή δυνάμωσε κόκκινη ενώ ένα κεραμικό κοκκινόμαυρο ρίγος ένιωσα να με ρίχνει στο κενό. -Φοιτήτρια είσαι, ψχη μου; -Ναι, έρχομαι από μικρή εδώ. -Τίνος είσαι; -Του μπάρμπα Σταύρου που ’χει το μανάβικο στην πλατεία. -Του μπάρμπα Σταύρου; Α, μα με τον θειο σου τον Σπύρο ήμασταν μαζί στο Παρίσι. Κι από ποια πλευρά είσαι απ’ το νησί, απ’ την αριστερή ή απ’ τη δεξιά; -Απ’ αυτήν της καρδιάς, από κει. Γέλασε κοιτώντας ψηλά. -Και δε μου λες, ψχη μου, ο υπερρεαλισμός σ’ αρέσει; -Ναι, πολύ, όλος ο μοντερνισμός, μ’ αρέσει πολύ. Θέλω. -Ναι; -Θέλω. Να δω τα μουσεία. -Έλα, δες τη δουλειά μου τώρα, να μου πεις και τη γνώμη σου.

Η δουλειά του μ’ εντυπωσίασε. Και την έβλεπα μες το λιγωτικό κίτρινο του τεχνητού φωτισμού, την ανταύγεια της κόκκινης βροχής, την αστραπή στο βλέμμα του και κάτι σαν χαρά με βρήκε μα σε λίγο η βροχή κόπασε κι ένιωσα αμήχανα κι είπα «να φύγω τώρα». -Κάτσε θα σε πάω εγώ. -Όχι, δε χρειάζεται. -Να ξανάρθεις. Με κοίταξε βαθιά, επίμονα. –Θα ξανάρθω. -Να μιλήσουμε για ζωγραφική. -Ναι.

Όσο κρατήσαν οι βροχές πήγα πολλές φορές. Όλα στη θέση τους, μα η έκθεση κλειστή. Ο ζωγράφος έλειπε. Ένα βράδυ εκεί που τον σκεπτόμουν, πιάστηκε το στήθος μου. Είμαι ερωτευμένη, σκέφτηκα κι άνοιξα το παράθυρο.

Την άλλη μέρα, τον είδα στην πλατεία. Φορούσε ολόσωμη φόρμα και κάπνιζε πούρο. Γέλασε όταν με είδα να τρέχω προς το μέρος του. Αύριο, μου είπε, αύριο τ’ απόγεμα να ’ρθεις απ’ τη γκαλερί. Θα σου δείξω κι άλλους πίνακες.

Όταν την άλλη μέρα, στις έξι το απόγευμα, ακούμπησα το ποδήλατό μου έξω απ’ την έκθεση, το φθαρμένο γαλάζιο του τσίγκου ανέδιδε κάτι απ’ την τρυφερότητα της καταγωγής του. Ο κρεμεζί βαθύ ύπερος με είδε ακαριαία, ενώ η αγχωμένη χαρά δε μ’ άφηνε ν’ αναπνεύσω. Δεν έβρεχε.

(*) Η Μαίρη Σιδηρά είναι ποιήτρια

Προηγούμενο άρθροΣωτήρης Παστάκας: «Οι λέξεις είναι το παγκόσμιο κρυπτο-νόμισμα που δανειζόμαστε ο ένας από τον άλλον» (συνέντευξη στην Στέλλα Τενεκετζή)
Επόμενο άρθροΠέρα από τα όρια του φύλου (της Βαρβάρας Ρούσσου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here