Όνειρα πατριαρχίας… και θαυματουργές τυφλοποντικίνες (του Δημήτρη Σαραφιανού)

0
195

 

του Δημήτρη Σαραφιανού

 

Κι αν οι γυναίκες κυβερνούσαν τον κόσμο; Το ερώτημα πλανάται πάνω από το ΕΜΣΤ. Ένα σύνολο εκθέσεων γύρω από τη θέση της γυναίκας στην τέχνη και την κοινωνία οργανώνεται δορυφορικά γύρω από το κεντρικό ερώτημα, που θέτει το βίντεο της Yael Bartana, Δύο λεπτά πριν τα μεσάνυχτα. Ένα βίντεο βασισμένο σε ζωντανές περφόρμανς, με γυναίκες ηθοποιούς να παριστάνουν την πρώτη αποκλειστικά γυναικεία κυβέρνηση, που όντας επικεφαλής μιας πυρηνικής υπερδύναμης και εκλεγμένης με πρόγραμμα αφοπλισμού, έρχεται αντιμέτωπη με τον κίνδυνο του πυρηνικού ολοκαυτώματος, όπως αυτός εκπορεύεται από το πρόσωπο του Τουίτλερ, ενός μάτσο σεξιστή προέδρου αντίπαλης υπερδύναμης. Η κυβέρνηση συμβουλεύεται μια σειρά γυναικών, ακτιβιστριών και ειδικών σε θέματα γεωπολιτικής, περιβάλλοντος, ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε ένα ζωντανό διάλογο, που θέτει πλήθος ερωτημάτων για το φύλο, την εξουσία, την απειλή από την πατριαρχία ή την αναπαραγωγή σεξιστικών προτύπων, καθώς οι άντρες σερβιτόροι κυκλοφορούν ημίγυμνοι. Στο τέλος, που είναι αμφίβολο αν αποτελεί την τελική επιλογή ή ένα όραμα της Προέδρου, τα όπλα θάβονται για να μη θαφτούν οι άνθρωποι. Υπάρχει όμως μια στιγμή που προσδιορίζει το έργο: η στιγμή που όλες οι σύμβουλοι και τα μέλη της κυβέρνησης αποχωρούν και η ισχυρή προσωπικότητα της Προέδρου μένει μόνη της να αποφασίσει ποιον δρόμο θα ακολουθήσει. Αυτή η στιγμή της απόλυτης εξουσίας αποτελεί την πιο χαρακτηριστική αναπαραγωγή πατριαρχικών προτύπων, που στην πραγματικότητα αποδομεί όλο το έργο και μαζί του όλο το ερώτημα της έκθεσης, αφού αν δεν αμφισβητήσει κανείς αυτά τα πρότυπα δεν πρόκειται ποτέ να «γεμίσουν» με πιο «συμπονετικό» και «ευαίσθητο» περιεχόμενο. Η κρατική γραφειοκρατική δομή, που εμφανίζεται ως πρότυπο ορθολογικότητας και που συγκαλύπτει τις κοινωνικές ανισότητες, θα θέτει πάντα τη «γυάλινη οροφή» στην οποία θα σταματούν τα οράματα της γυναικείας χειραφέτησης, ακόμα και για όσες επιλέξουν τον δυστοπικό δρόμο της αποδοχής των πατριαρχικών προτύπων. Απέναντι στις Χίλαρυ, τις Κοντολίζες και τις Μαντλίν αυτού του κόσμου, πάντα θα ορθώνεται το φάντασμα της ορίτζιναλ πατριαρχικής επιλογής του ισχυρού άρρενος, που στη σημερινή alt right δυστοπία αναγνωρίζει στη γυναίκα μόνο το δικαίωμα στην υποταγή.

Ούτε βέβαια αποτελεί καμιά αμφισβήτηση η φωτογράφηση ηλικιωμένων επιτυχημένων γυναικών, από την Lola Flash. Πρότυπα ομορφιάς και νεότητας δεν αναπαράγουν μεν, την αισθητική όμως των εντιτόριαλ του Κοσμοπόλιταν την αναπαράγουν πλήρως. Αντίστοιχα, ο τρόπος που παρουσιάζονται τα έργα της Hadassah Emerich και της Claudia Comte καταλήγουν απλά διακόσμηση.

Αντίθετα, υπάρχουν παρουσίες που δίνουν πραγματικό νόημα, όχι βέβαια στο ερώτημα «κι αν κυβερνούσαν οι γυναίκες» αλλά στο ερώτημα σε τι θέση παραμένουν οι γυναίκες σε μια πατριαρχική κοινωνία και αν υπάρχουν δρόμοι αμφισβήτησης και διεκδίκησης.

Τα έργα στην έκθεση Γυναίκες μαζί μπορεί να μην έχουν σύνδεση μεταξύ τους, ανάμεσά τους όμως βρίσκεις πολύ ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις. Στις φωτογραφίες της Χριστίνας Δημητριάδη οι γυναίκες εξαφανίζονται μέσα στον χώρο. Ως αντικείμενο του βλέμματος συγχωνεύονται με τα υπόλοιπα αντικείμενα. Μια τραγική καθημερινή απώλεια. Τα λεπταίσθητα κεντήματα από κόκκινη κλωστή της Ghada Amer αναδεικνύουν πώς η παιδική αθωότητα αντικειμενοποιείται μέσω της πορνογραφίας. Μια άλλη αντικειμενοποίηση, αυτή της βίας, καταγράφουν οι κακοποιημένες Μπάρμπι της Δέσποινας Μειμάρογλου. Στις φωτογραφίες της Tracey Moffat τα απαλά πρόβατα εναλλάσσονται με γυναίκες κρεμασμένες ανάποδα, υπονοώντας ότι και οι δυο προορίζονται προς σφαγή. Τα απλωμένα σαν χταπόδια μαλλιά της Μαρίας Τσάγκαρη είναι μια αναφορά στην εμπορευματοποίησή τους και συνακόλουθα στην εμπορευματοποίηση ολόκληρου του γυναικείου σώματος. Τα κατακερματισμένα γυναικεία σώματα-τάματα της Annette Messager, αλλά και οι αδέξιοι κατακερματισμένοι άντρες της Tala Madani, καταδεικνύουν ότι η κοινωνία μας δεν αφήνει κανέναν άθραυστο. Αντίθετα, τα αέρινα γλυπτά της Karla Black αποτελούν μια σαφή εναλλακτική στα στιβαρά πέτρινα μνημεία. Τα δε πυροβολημένα από πέρλες και νομίσματα πολυτελή ενδύματα της Cornelia Parker συνιστούν μια ειρωνική αυτοκαταστροφή των έμφυλων διακρίσεων, ενώ τα avoided objects της μια αιωρούμενη ανασκαφή άχρηστων εγκατελειμμένων αντικειμένων, ένα αιωρούμενο στρωματογραφικό αποτύπωμα της ανθρωποκαίνου.

Στην έκθεση Όλα τα όνειρα είναι ενοχλητικά της Μαλβίνας Παναγιωτίδη, που βασίζεται στο σπίτι όπου απομονώθηκε η ζωγράφος Ελένη Αλταμούρα μετά τον θάνατο των παιδιών της, ασχολούμενη πλέον με τον αποκρυφισμό και τα μαγικά χειρόγραφα, Αλταμούρα δεν υπάρχει, ούτε μαγικά χειρόγραφα, υπάρχει όμως κατακερματισμός των σπλάχνων, που καταλήγουν σε μια ιδιότυπη γραφή.

Το μεταμοντέρνο μπαρόκ της Δανάης Ανεσιάδου δεν συγκινεί. Οι καλύτερες στιγμές του είναι τα χυτευμένα σε εποξική ρυτίνη προσωπικά αντικείμενα και οι κινηματογραφικές αφίσες. Εντυπωσιακές μεν, πλην όμως ασύνδετες με την υπόλοιπη έκθεση, στέκουν οι δυο γιγάντιες γκιλοτίνες. Κρίμα, γιατί η γκιλοτίνα αποτέλεσε ιστορικά ένα σύμβολο διεκδίκησης του γυναικείου κινήματος: «αν μια γυναίκα μπορεί να ανέβει στη γκιλοτίνα, μπορεί να ανέβει και στο βήμα», όπως διεκδίκησαν στη Γαλλική Επανάσταση οι θαυμαστές πλέκτρες, γυναίκες του λαού, που τόσο κατατρομοκράτησαν αριστοκράτες και αστούς. Όπως χαρακτηριστικά λέει και μια αντάρτισσα από τη Ροζάβα στο βίντεο της Bartana, «με τα όπλα μας διεκδικήσαμε τη θέση μας σε μια πατριαρχική κοινωνία». Και εδώ η στιγμή της ατομικής επιλογής δεν είναι σύμβολο εξουσίας, αλλά σύμβολο αυτοθυσίας.

Σε ένα άλλο ροκάνισμα της πατριαρχικής κυριαρχίας, στον παρισινό Μάη και στο ελπιδοφόρο κλίμα των δεκαετιών του ’60 και του ’70 παραπέμπει το έργο της Χρύσας Ρωμανού. Μια συγκινητική αναδρομική έκθεση με έκδηλη την λεπταισθησία, αλλά και τις κοινωνικές αναφορές της δημιουργού στους χάρτες της, στα απολιθωμένα στον χρόνο παιχνίδια, στους τεχνολογικούς λαβυρίνθους της, στους στόχους σκοποβολής, όπου τα καταναλωτικά προϊόντα υπερνικούν την αθωότητα και φυσικά στις αφίσες μιας αξιοβίωτης εξέγερσης.

Και φτάνουμε στο υπόγειο…

Ο Βιτγκενστάιν κατέληγε στο Tractatus, τη σημαντικότερη –και απέλπιδα– προσπάθεια ορθολογικής θεμελίωσης της γλώσσας και της λογικής, «για όσα πράγματα δεν μπορούμε να μιλήσουμε, δεν μπορούμε παρά να σιωπήσουμε». Εννοείται, φυσικά, ότι για τα πράγματα που έχουν νόημα δεν μπορούμε να μιλήσουμε ορθολογικά. Μπορούμε απλώς να θαυμάσουμε. Μπορούμε και να αφήσουμε το σαγόνι μας στο πάτωμα. Λήδα Παπακωνσταντίνου. Με τη δύναμη και την ευαισθησία του έργου της σαρώνει στο διάβα της τον σεξισμό, τον εθνικισμό, την πατριαρχία, από τις περφόρμανς της δεκαετίας του ’70 μέχρι τη βιντεοεγκατάσταση του 2007 Εις το όνομα, ντύνοντας τους τάφους των νεκρών. Όλες οι καθαγιασμένες δομές της ελληνικής κοινωνίας καταλύονται. Η ανάδειξη του τραύματος και η προσπάθεια να επουλωθεί μέσα από μια γυναικεία χειρονομία, και η απόδοση τιμής στη μνήμη των ηττημένων συνδυάζεται με έναν έκδηλο δυναμισμό, που καταλύει το ανδρικό βλέμμα και ανατρέπει τη σχέση του θεατή με το έργο: το έργο είναι αυτό που σε κοιτάζει και σου θέτει τα αμείλικτα ερωτήματα για το αν αποδέχεσαι –έστω δια της αδρανείας σου– τις πατριαρχικές, σωβινιστικές δομές και τη θέση σου στην κοινωνία. Είναι μοναδική ευκαιρία να δει κανείς σήμερα ένα σημαντικό τμήμα του έργου της, τόσο στην αναδρομική του ΕΜΣΤ, όσο και στις γκαλερί antonopoulou (Αριστοφάνους 18, Ψυρρή) και ΠΕΣ Πολύτροπον (Π. Γκίνη 5, Καλύβια Αττικής). Και να καταλάβει τι και πώς σημαίνει το «Θα σας σαρώσουμε» που κουβάλησε η νεολαία στην πλάτη της στην πορεία της 8ης Μαρτίου. Γιατί κάποιοι αγώνες και κάποιες ημερομηνίες έχουν την τάση να συνδέονται και να θέτουν πιο σωστά ερωτήματα και πιο βαθιά αποτυπώματα από αυτά που αφήνουν τα μουσεία.

 

* Ο Δημήτρης Σαραφιανός είναι νομικός και κριτικός τέχνης, επικεφαλής του «Λόφος art project», ενός χώρου εκθέσεων και εκδηλώσεων στην οδό Βελβενδού 39, στην Κυψέλη, που αποσκοπεί στην ανάδειξη των έργων του Πάνου Σαραφιανού (www.panossarafianos.gr) και της Μαίρης Χατζηνικολή (www.maryhatzinikoli.gr), καθώς και στη δημιουργία εκδηλώσεων όπου θα συναντιέται η τέχνη με τη ζωή.

Προηγούμενο άρθροΠολυχρωμία, ευρηματικότητα, τόλμη  (της Ελένης Γεωργοστάθη)
Επόμενο άρθρο«Η εαρινή σύναξις των βιβλιοφυλάκων», Πρώτες σκέψεις από το Περιπατητικό Συνέδριο του Αναγνώστη (από την Αλεξάνδρα Χαΐνη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ