Πολυχρωμία, ευρηματικότητα, τόλμη  (της Ελένης Γεωργοστάθη)

0
295

 

της Ελένης Γεωργοστάθη

 

Πόσα βιβλία μπορεί να αντέξει η ελληνική αγορά παιδικού βιβλίου; Μήπως παράγουμε περισσότερα απ’ όσα μπορούμε να καταναλώσουμε; Και πόσους ακόμα εκδοτικούς οίκους θα δούμε να ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια; Δε μας φτάνουν όσοι υπάρχουν; Κι εντέλει, τι τους θέλουμε τόσους μεταφρασμένους τίτλους όταν καλά καλά δε διαβάζονται τα βιβλία που είναι γραμμένα και εικονογραφημένα από Έλληνες; Ερωτήματα που συχνά πυκνά διατυπώνονται σε αναρτήσεις, σελίδες, κουβέντες. Ενδεικτικά πιθανόν ειλικρινούς ενδιαφέροντος και απόρροια της υπαρκτής δυσκολίας της αγοράς να απορροφήσει τον όγκο της βιβλιοπαραγωγής. Έναν ομολογουμένως δυσανάλογο με το αγοραστικό ενδιαφέρον όγκο, πρόβλημα πάντως που δε σχετίζεται ούτε με την εμφάνιση νέων εκδοτικών οίκων ούτε, φυσικά, με τη μετάφραση ξένων τίτλων. Η πρώτη εξάλλου την τελευταία δεκαπενταετία σε αρκετές περιπτώσεις έχει συνοδευτεί από ενδιαφέρουσες προτάσεις βιβλίων – ενδεικτικά αναφέρω τα βιβλία του Jeffers, με τον οποίο ο Ίκαρος έκανε ποδαρικό στον χώρο του παιδικού βιβλίου, του Chaud, του Klasen, της Alemagna κ.ά. από το Κόκκινο, του Socha και του Litchfield από τη Μικρή Σελήνη, της Isol και της Kitty Crowther από τον Μάρτη κ.ο.κ. Η αναφορά και μόνο στα συγκεκριμένα ονόματα, νομίζω, αρκεί και για να κατανοήσουμε ότι, όπως συμβαίνει με τα νέα εκδοτικά εγχειρήματα, με τον ίδιο τρόπο και η μετάφραση ξένων τίτλων δε συνιστά πρόβλημα, όταν βεβαίως αυτοί κινούνται συγγραφικά και εικονογραφικά σε επίπεδο υψηλότερο της εγχώριας παραγωγής. Αλλού λοιπόν θα πρέπει να αναζητηθεί η ρίζα του προβλήματος, και κυρίως στα χαλαρά κριτήρια με τα οποία γεμίζουν οι εκδοτικοί κατάλογοι με αδιάφορα βιβλία, Ελλήνων δημιουργών ή μεταφρασμένα.

Μεταξύ των πολλών ενδιαφερόντων, κυρίως εικονογραφημένων, βιβλίων που κυκλοφόρησαν από νέους εκδοτικούς οίκους την τελευταία διετία, αλιεύουμε ορισμένα μόνο, ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα:

Από τις πολύ φρέσκες Εκδόσεις Σιέλ κυκλοφόρησαν μέσα στο 2023 δύο εξαιρετικά εικονογραφημένα βιβλία που φέρουν την υπογραφή της Λετονής Anete Melece: Ταξίδια με το περίπτερο και Ποιος έκλεψε τον ύπνο της Στέλλας;, μεταφρασμένα και τα δύο από την Αργυρώ Πιπίνη. Ηρωίδα του πρώτου βιβλίου, βασισμένου σε animation μικρού μήκους της ίδιας της Melece, η περιπτερού Όλγα, η οποία γίνεται σημείο αναφοράς και αρωγός για μια σειρά από περαστικούς –πλην τακτικούς σε μεγάλο βαθμό– πελάτες. Η ίδια είναι ταυτισμένη με το περίπτερό της, όχι μόνο στα μάτια των πελατών της αλλά και στη δική της συνείδηση. Ριζωμένη σε αυτό, δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό της να ταξιδεύει, να γνωρίζει καινούργιους τόπους κι ανθρώπους. Ώσπου μια μέρα ένα δυσάρεστο γεγονός θα σημάνει μια μεγάλη αλλαγή που θα την οδηγήσει στην προσωπική της απελευθέρωση.

Όσο για το δεύτερο βιβλίο, αυτό αφορμάται από μια συνήθη ιστορία οικογενειακής τρέλας: Ένα βράδυ η μαμά έχει πολλή δουλειά και ο μπαμπάς αναλαμβάνει να κοιμίσει τη μικρή Στέλλα. Όταν το εγχείρημά του μοιάζει καταδικασμένο στην αποτυχία, επικοινωνεί με τη Γραμμή Βοήθειας Ύπνου, που τον διαβεβαιώνει ότι ένα φορτίο ύπνου έχει αποσταλεί ήδη στο σπίτι του. Και κάπου εκεί αρχίζει το μυστήριο: Ποιος, αλήθεια, έκλεψε το φορτίο ύπνου που προοριζόταν για τη Στέλλα; Η αναζήτηση ξεκινά, με πρώτους στη λίστα των υπόπτων τα παιχνίδια της μικρής, αλλά και τα ντουλάπια, τα ρούχα, τις οικιακές συσκευές, μέχρι, μετά από σπαρταριστούς όσο και σουρεαλιστικούς διαλόγους, να αποκαλυφθεί επιτέλους ο ένοχος…

Αυτό που παρουσιάζει ενδιαφέρον στις ιστορίες της Melece είναι ότι, ενώ εκκινεί από απλές καθημερινές καταστάσεις –η οικεία σε μικρούς και μεγάλους φιγούρα της περιπτερούς, ένα κοριτσάκι που δυσκολεύεται να κοιμηθεί το βράδυ– στην πορεία τις απογειώνει με τρόπο τόσο αβίαστο όσο και απολαυστικό για να καταλήξει στο ευτυχές τέλος τους. Η τρυφερότητα, χωρίς να διαλαλείται, είναι διάχυτη τόσο στις μικρές καθημερινές σκηνές και στους διαλόγους, όσο και στις φιγούρες, στους τόπους και στα αντικείμενα που φιλοξενούνται στα μικρά καρέ της και στα χορταστικά σαλόνια της. Η πολύβουη πολυχρωμία της πόλης, η ανθρωπογεωγραφία και τα τοπόσημά της αποτυπώνονται με το ίδιο κέφι όπως και το εξίσου πολύχρωμο και πολύβουο σύμπαν που συνιστά το παιδικό δωμάτιο και κατ’ επέκταση το σπίτι μιας τυπικής οικογένειας. Η Melece αγαπά τους χαρακτήρες που παρελαύνουν στα βιβλία της, καθένας είναι μοναδικός μέσα από τις προσεγμένες λεπτομέρειες της εμφάνισής του, ενώ ταυτόχρονα αρνείται την επανάληψη, την έκπτωση, την ανακύκλωση, αποδεικνύοντας ότι εκεί που υπάρχει αφθονία ταλέντου ακόμα και το μικρό και καθημερινό μπορεί να αποτελέσει ιδανικό πεδίο για τη δημιουργία σπουδαίων βιβλίων.

**

Στην ενδιαφέρουσα παραγωγή των Εκδόσεων Πουά βρήκαν το 2023 θέση και οι Δύο μικροί ιππότες των Bjørn F. Rørvik και Alice Lima de Faria σε μετάφραση Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη. Η ιστορία λίγο πολύ έχει ως εξής: Η πριγκίπισσα εξαφανίζεται από το κάστρο, μάλλον την έχει αρπάξει ο κακός ο δράκος, και ο κλήρος της αναζήτησής της πέφτει στους δυο μοναδικούς ιππότες που έχουν ξεμείνει στα αποδυτήρια. Δεν είναι και οι καταλληλότεροι για την αποστολή – ο ένας υπερβολικά κοκέτης, ο άλλος σκουντούφλης μέχρι δακρύων. Με τα πολλά, αναγκάζονται να βγουν από το κάστρο, φτάνουν στη φωλιά του δράκου, που θυμίζει περισσότερο νάιτ κλαμπ, κι εκεί βρίσκουν μια πριγκίπισσα που δε φαίνεται ενθουσιασμένη από την ιδέα της διάσωσης, ούτε από τον τρόπο που την αντιμετωπίζουν οι δικοί της, περιορίζοντας την ανάγκη της για ζωή και διασκέδαση.

Μια καθ’ όλα αντισυμβατική ιστορία, που κυριολεκτικά αλλάζει τα φώτα στα στερεότυπα των κλασικών παραμυθιών: η πριγκίπισσα δεν είναι το υποταγμένο στον ρόλο του κορίτσι που κάθεται και περιμένει τον πρίγκιπα των ονείρων του, αλλά μια νέα γυναίκα διψασμένη για ζωή’ ένας ιππότης δεν είναι καθόλου υποχρεωμένος να ερωτεύεται πριγκίπισσες, ίσα ίσα, μπορεί να μην τον αφορούν και καθόλου ούτε αυτές ούτε και τα κορίτσια γενικότερα’ ο δράκος, όσο τρόμο κι αν σκορπά, ενδέχεται εντέλει να αποδειχτεί η ψυχή του πάρτι – άσε που μπορεί να προκύψει και δράκαινα.

Εκτενές αλλά διόλου κουραστικό κείμενο, απολαυστικοί διάλογοι, χιουμοριστική εικονογράφηση όπου το μαύρο συνυπάρχει ή εναλλάσσεται με το ροζ, το πράσινο, το κόκκινο και το κίτρινο, φιγούρες βγαλμένες από κόμικ κι ένα βιβλίο που, μες στη φαινομενική ελαφράδα του, κατορθώνει να μιλήσει για πολύ ζόρικα ζητήματα ταυτότητας και για την ανάγκη υπέρβασης κουραστικών προκαταλήψεων και ξεπερασμένων στερεοτύπων.

**

Από την άλλη, το Χρώμα του κενού των John Dougherty και Thomas Docherty, που κυκλοφορεί σε απόδοση των Άγγελου Αγγελίδη και Μαρίας Αγγελίδου από τις Εκδόσεις Δεσύλλα, καταπιάνεται με ένα ζήτημα που έχει αρκετές φορές απασχολήσει βιβλία τόσο της εγχώριας όσο και της μεταφρασμένης παραγωγής, αυτό της απώλειας.

Πρόκειται για την ιστορία ενός αταίριαστου διδύμου, ενός λαγού και μιας χελώνας, φίλων πολύ αγαπημένων, που, όσο αλλιώτικοι κι αν φαντάζουν, είναι βαθιά δεμένοι, ο ένας δεν μπορεί χωρίς τον άλλο. Ως την ημέρα που ο Χερτλ, ο λαγός, εξαφανίζεται ξαφνικά. Χωρίς καμιά απολύτως εξήγηση, γίνεται καπνός. Κι η Μπερτλ, η χελώνα, μένει πίσω μόνη, αδυνατώντας να συμφιλιωθεί με αυτή την τρύπα στον χώρο που έχει το σχήμα του φίλου της αλλά τίποτα πέρα από αυτό. Απορεί, θυμώνει, απελπίζεται. Μέχρι που θα βρεθεί κάποιος να της ανοίξει την αγκαλιά του και να τη βοηθήσει να συμφιλιωθεί με την απώλεια του αγαπημένου της φίλου.

Το Χρώμα του κενού δεν είναι άλλο ένα βιβλίο για την απώλεια για περισσότερους από έναν λόγους. Είναι πρώτα απ’ όλα η μοναδικότητα της σχέσης των δυο εκ διαμέτρου αντίθετων φίλων που υπογραμμίζει και τη μοναδικότητα της σχέσης του καθενός μας με τους ανθρώπους που αγαπάμε – και που υπονοείται από το μόνο φαινομενικά κοινό στοιχείο, τα ονόματα Χερτλ και Μπερτλ, που ακούγονται στ’ αυτιά μας τόσο ταιριαστά. Είναι η επιλογή του συγγραφέα να μιλήσει με έμμετρο λόγο, απαλύνοντας με τις ομοιοκαταληξίες του τη θλίψη που εύλογα θα γεννήσει στους αναγνώστες του το βαρύ του θέμα. Είναι η ευφυής ιδέα της άψυχης τρύπας στο σχήμα του Χερτλ που εικονογραφικά αποτυπώνεται σε πλήρη αντίστιξη με τα φωτεινά χρώματα της φύσης η οποία περιβάλλει αυτόν και την Μπερτλ. Η ζωή συνεχίζεται, μοιάζει να λέει ο εικονογράφος, με τις ήπιες γραμμές και τις φιλικές προς τα παιδιά φιγούρες του, οι οποίες δεν αποπνέουν τίποτα το λυπητερό ή τρομακτικό. Με τα ίδια φωτεινά χρώματα, με την ίδια λάμψη θα φροντίσει να ντύσει τις αναμνήσεις της Μπερτλ, και μαζί το κενό που άφησε πίσω του ο αγαπημένος της φίλος. Ένα σιωπηλό σαλόνι, βουτηγμένο κι αυτό στο χρώμα, στο τέλος του βιβλίου θα ολοκληρώσει με ιδιαιτέρως συγκινητικό τρόπο την πλοκή, βοηθώντας τον μικρό αναγνώστη να κατανοήσει το πανανθρώπινο κάποιων συναισθημάτων και καταστάσεων.

Εντέλει, ο John Dougherty κι ο Thomas Docherty φτιάχνουν παρέα ένα φωτεινό, παραδόξως αισιόδοξο, και γι’ αυτό αξιανάγνωστο, βιβλίο για ό,τι χάνεται από κοντά μας αλλά παραμένει ολοζώντανο μέσα μας.

 

 

Anete Melece: Ταξίδια με το περίπτερο και Ποιος έκλεψε τον ύπνο της Στέλλας;, μτφρ. Αργυρώ Πιπίνη, Εκδόσεις Σιέλ, Αθήνα 2023

Bjørn F. Rørvik – Alice Lima de Faria, Δυο μικροί ιππότες, μτφρ. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη. Εκδόσεις Πουά, Θεσσαλονίκη, 2023

John Dougherty – Thomas Docherty, Το χρώμα του κενού, απόδοση Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου, Δεσύλλας, Αθήνα 2023

 

 

 

Προηγούμενο άρθροH Ιζαμπέλ Τρενόν στην Αθήνα, Ζάτοπεκ, Δευτέρα, 7.30
Επόμενο άρθροΌνειρα πατριαρχίας… και θαυματουργές τυφλοποντικίνες (του Δημήτρη Σαραφιανού)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ