γράφει η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη
Η ποιήτρια Γεωργία Τριανταφυλλίδου στο πρόσφατο βιβλίο της με τίτλο Ιστορίες χωρισμών, (Κάπα Εκδοτική, 2025) στρέφεται προς την πεζογραφία καταθέτοντας μια σύντομη συλλογή διηγημάτων, όπου πραγματεύεται τη δύσκολη και αφόρητη πολλές φορές συνθήκη του τερματισμού μιας στενής διαπροσωπικής σχέσης, το τέλος ερωτικών και συντροφικών δεσμών ή τον αποχωρισμό από τα εγκόσμια ενόψει επικείμενου θανάτου.
Ο τίτλος ορίζει και οριοθετεί ξεκάθαρα το θέμα της συλλογής: χωρισμός. Μια συνθήκη που τις περισσότερες φορές μας τρομάζει, που δυσκολευόμαστε να τη διαχειριστούμε ακόμη και όταν την επιθυμούμε ή την κρίνουμε αναπόφευκτη και την οποία απευχόμαστε καθώς έχει ως επακόλουθο τη βίωση αισθημάτων απώλειας. Άνθρωποι που αγαπήθηκαν, που αντάμωσαν, πορεύτηκαν δίπλα δίπλα ή έχτισαν μαζί τη ζωή τους, μα κάποια στιγμή σε μια καμπή, σ’ ένα ρήγμα της σχέσης τους έρχονται αντιμέτωποι με τον ρόλο αυτού που εγκαταλείπει ή αυτού που εγκαταλείπεται.
Το εξώφυλλο αλλά και σελίδες του βιβλίου κοσμούνται από εικονογραφίες της Μυρτώς Δεληβοριά, οι οποίες αναπαριστάνουν στιγμιότυπα αλληλεπίδρασης δύο ή περισσότερων προσώπων. Οι ιστορίες χωρισμών αποτελούνται από δέκα σύντομα διηγήματα με λατινική αρίθμηση πριν τον τίτλο, τις οποίες εμπνεύστηκε η συγγραφέας ύστερα από πρόσκληση της εικαστικού, όπως αναφέρεται στο αριστερό αφτί. Πριν από κάθε διήγημα, εισαγωγικά, υπάρχει μια εικαστική αναπαράσταση προσώπων που σκιαγραφούνται με άχρωμο σκίτσο, σαν αρνητικό φωτογραφικού φιλμ, εκτός από μια επί μέρους λεπτομέρεια που είναι έγχρωμη, η οποία παραπέμπει στην εικαστική αναπαράσταση των χαρακτήρων του διηγήματος και η οποία επαναλαμβάνεται στη συνέχεια άχρωμη κι αυτή, πάνω από την αρίθμηση και τον τίτλο.
Η αφαιρετική εικαστική απεικόνιση βρίσκεται σε αντιστοιχία και συνομιλία με τη λεκτική αφήγηση των ιστοριών, όπου τα περισσότερα και βαθύτερα στη διεργασία του χωρισμού υποδηλώνονται ή λέγονται υπαινικτικά και όπου το αγκάλιασμα λόγου και εικόνας με την αφαιρετική και υπαινικτική τους διάσταση πετυχαίνει να προσδώσει μια πιο ανάλαφρη νότα στην αφήγηση της άβολης και δύσκολης εμπειρίας του χωρισμού.
Τα διηγήματα είναι σύντομα, πυκνά, με ρέοντα αφηγηματικό λόγο, άλλοτε τριτοπρόσωπο και άλλοτε πρωτοπρόσωπο. Η Τριανταφυλλίδου αξιοποιεί στοιχεία της ποιητικής της: συνειρμική γραφή, εικονοπλασία, μεταφορές, αντιθέσεις και διακειμενικές αναφορές. Η συγγένεια μικροδιηγήματος και ποίησης είναι εμφανής. Σύμφωνα με σύγχρονες θεωρήσεις άλλωστε, και τα δύο είδη απαιτούν ακρίβεια και οικονομία έκφρασης. Η θεωρητικός και κριτικός Ιρένε Άντρες-Σουάρεθ, π,χ. υποστηρίζει πως: «[…] σε κάθε περίπτωση, το μικροδιήγημα είναι ένα λογοτεχνικό είδος ιδιαζόντως δύσκολο, τόσο εκλεπτυσμένο και απαιτητικό όσο και η ποίηση, αφού και τα δυο είδη χτίζονται με ακρίβεια χιλιοστού και φιλοδοξούν στο ακραίο ξεγύμνωμα και στην ουσιαστική χρήση της γλώσσας.» [1]
Η Τριανταφυλλίδου σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον μιλά για το χωρισμό αβίαστα και πραγματιστικά, όπως περιγράφεται και στο οπισθόφυλλο, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται: «Οι άνθρωποι χωρίζουν όταν δεν μπορούν πια να είναι μαζί. Όταν χάνουν πόντους ως υψηλόβαθμοι υποκριτές και δεν έχει πλέον τη χάρη του το να υποκρίνονται. Όταν δεν είναι πια φίλοι. Όταν δεν είναι πια εραστές. Όταν είναι όλα αυτά μαζί.». Οι περισσότερες ιστορίες αναφέρονται σε χωρισμούς ερωτικών και συζυγικών σχέσεων. Μία αφορά στην απώλεια ενός παρατεταμένου και παθιασμένου φιλιού, όπου στην εικονογράφηση το κόκκινο των χειλιών απλώνεται έντονο και στις δύο σφιχταγκαλιασμένες φιγούρες καλύπτοντας σχεδόν τα πρόσωπα και παραπέμποντας στη στιγμιαία ερωτική ένταση που υπάρχει αναμεσά στους δύο χαρακτήρες κατά τη διάρκεια ενός παρατεταμένου και παθιασμένου φιλιού, η απότομη διακοπή του οποίου επιφέρει τον αποχωρισμό των χειλιών τους, προκαλώντας αισθήματα απώλειας και θλίψης («ΙΧ. Χίλιες στροφές», σσ. 41-43). Δύο ιστορίες πραγματεύονται την οδυνηρή βίωση του αποχωρισμού από τα εγκόσμια.
Η συγγραφέας πετυχαίνει μέσα από στιγμιότυπα και ασήμαντα εν πρώτοις περιστατικά, όχι μόνο να αποδώσει τις αφορμές, αλλά και να υποδηλώσει τις αιτίες που οδήγησαν στη βίωση του χωρισμού, ενώ παράλληλα αποδίδει τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων, το περιβάλλον που κινούνται, το μορφωτικό τους επίπεδο και γενικά τη συναισθηματική και ψυχοκοινωνική τους συνθήκη. Οι περισσότεροι είναι μεσοαστοί, άνθρωποι του βιβλίου και της τέχνης, αρχιτέκτονες, δικηγόροι, διδάσκοντες στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, κ.λπ.
Η Τριανταφυλλίδου εστιάζει και αναδεικνύει εύστοχα καθοριστικές αφορμές που επιφέρουν τον χωρισμό. Όπως η φράση που ξεστομίζει ο ομόφυλος εραστής: «Κάνε με όμορφο απόψε για σένα» που ωθεί τον σύντροφό του Σταμάτη στην ενορατική διαπίστωση πως δεν πάει άλλο, λέγοντας: «Βαρέθηκα να είμαι η γυναίκα της ζωής μας» και να προβεί στην έξοδό του από τη συμβίωση και τη σχέση, («IV. Οικοδεσπότης», σσ. 21-23). Ή όπως ένα μαργαριτάρι της «άλλης» που η σύζυγος τοποθετεί σε περίοπτη θέση στο μπάνιο, ως ένδειξη πως γνωρίζει για την απιστία, («X. Θα μιλήσω με τον δικηγόρο μου», σσ. 45-46).
Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο παρατηρούμε πως υφέρπει ένας υποδόριος σπαραγμός και μια δυσβάστακτη υπαρξιακή αγωνία. Αυτό καταδεικνύεται ιδιαίτερα στις δύο ιστορίες, με τη μία να αποτελεί συνέχεια της άλλης, όπου ο κεντρικός χαρακτήρας, όντας ετοιμοθάνατος, προσπαθεί να διαχειριστεί τα αισθήματα που βιώνει ενόψει του επικείμενου θανάτου του. Η συγγραφέας αγγίζει με λεπτούς χειρισμούς και επινοητικότητα το θέμα του αποχωρισμού από τους οικείους λόγω θανάτου, και γενικά τα εγκόσμια και τη συνθήκη του υπάρχειν ενός άτεκνου μελλοθάνατου. Σκιαγραφεί την υπαρξιακή αγωνία αυτού που πλησιάζει στο τέρμα της ζωής του χωρίς να αφήσει απογόνους, καταθέτοντας τον ακόλουθο στοχαστικό προβληματισμό: «Δεν κάνουμε παιδιά για να έχουμε κάποια συνέχεια, να υπάρξουμε μ’ έναν τρόπο μέσα από τις ζωές των άλλων. Όχι πως δεν ισχύει. Αλλά δεν είναι αυτή η παρηγοριά. Νομίζω πως κάνουμε παιδιά, κι ας μην το καταλαβαίνουμε, επειδή μας γλυκαίνει η σκέψη ότι ο θάνατός μας θα καταχωνιαστεί στα κιτάπια των απωλειών μιας ζωντανής συνείδησης. Είμαστε νεκροί γιατί το λένε οι ζωντανοί. Εμείς δεν θα το μάθουμε ποτέ. Εγώ σε λίγο θα είμαι νεκρός για τον γιατρό εφημερίας. Ενώ θα ήθελα να είμαι νεκρός για το παιδί μου. Με θεωρείται τρελό; Γνωρίζω πόσο θα υποφέρει η Ευγενία με το χαμό μου. Ξέρω πόσο τραυματικό είναι να χάνουν τα παιδιά τον γονιό τους. Όμως ο θάνατος οφείλει να δείξει κάτι. Ο γονιός υπάρχει για να καθυστερεί τον θάνατο των προσφιλών τέκνων. Γι’ αυτό είναι αφόρητο το ανάποδο. Επειδή ο γονιός αποδεικνύεται ένας άχρηστος που δεν κατάφερε να εμποδίσει τίποτε. Με θεωρείτε τρελό;» (« VII. Το γράμμα του νεκρού, σελ. 34).
Η ποιήτρια Γεωργία Τριανταφυλλίδου, με τη συλλογή διηγημάτων Ιστορίες χωρισμών, μας συστήνεται επιτυχώς και ως πεζογράφος. Η μετάβασή της από την ποίηση στη μικρή φόρμα της πεζογραφίας αποδεικνύεται δημιουργική, καθώς διατηρεί την ποιητική πυκνότητα και την οικονομία του λόγου της, μεταφέροντάς τες σε ένα αφηγηματικό πλαίσιο που αναδεικνύει με ευαισθησία το βίωμα του χωρισμού. Αγγίζει το θέμα με λεπτότητα και επινοητικότητα, αποφεύγοντας τον μελοδραματισμό. Ο λόγος της παραμένει ελεγχόμενος, υπαινικτικός, με διακριτικό χιούμορ. Το συναίσθημα δεν επιβάλλεται· υποδηλώνεται. Οι Ιστορίες χωρισμών, πέρα από την αναγνωστική ευχαρίστηση, προσφέρουν αναστοχασμό γύρω από την πολυπλοκότητα των διανθρώπινων σχέσεων και το αναπόφευκτο της απώλειας.
*Η ψυχολόγος Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Ομοσπονδίας Συγγραφέων Σουηδίας (Sveriges Författarförbundet), γράφει ποίηση και πεζογραφία και μεταφράζει σουηδική ποίηση.
Γεωργία Τριανταφυλλίδου, Ιστορίες χωρισμών, Κάπα Εκδοτική, 2025












![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)










