Νίκος Καρούζος: Η αγωνία και η απελπισία: μια αισθητική της πτώχευσης στο έργο του

0
1059

 

Luciana Povoa de Almeida Silva (*)

 

H φιλοσοφία και η ποίηση αποτελούν δύο διαφορετικούς τρόπους σκέψης, στην προσπάθειά μας να προσεγγίσουμε τον άνθρωπο στις ποικίλες σχέσεις του, είτε στα πλαίσια της κοινωνίας, είτε ατομικά, καθώς πνίγεται από την αγωνία της ύπαρξης, ενόσω η συνείδηση είναι παρούσα, στην πραγματικότητα εκείνων που μπορούν να ονομαστούν, όπως αναφέρεται σε έναν από τους στίχους της Ελευθερίας Αρβανιτάκη – «οι ευαίσθητοι της Γης».

Υπό αυτήν την έννοια, η παρούσα μελέτη προσπαθεί να αναζητήσει, μέσω των ποιητικών διαδρομών του Ναυπλιώτη ποιητή Νίκου Καρούζου, ο οποίος διαμέσω των στίχων του ανάδειξε σε εξαιρετικό επίπεδο την αντίληψη της συνείδησης της ποιητικής φωνής ως ένα είδος πτώχευσης του ατόμου σε σχέση με την πραγματικότητα, εξωτερική και εσωτερική,  η τομή των οποίων αποτελεί συστατικό στοιχείο της ύπαρξης.

Σε αυτό το συγκεκριμένο τμήμα της ποίησης του Καρούζου, εντοπίζουμε  μια υπεροχή στο δράμα της υποκειμενικότητας της ποιητικής φωνής, που σχετίζεται με την αντίληψη της μελαγχολίας, σκοπός της οποίας είναι να σηματοδοτήσει την αρχική κίνηση της απώλειας του δικού του υποκειμένου, για να παρουσιάσει, στη συνέχεια, τη θέληση της διάσωσης του εαυτού του, η οποία ξεκινά από την επίγνωση.

Έτσι, είναι δυνατόν να αντιληφθούμε το άτομο στις προσωπικές του αγωνίες, τις σχετιζόμενες με την εντύπωση μιας εσωτερικής πραγματικότητας, χαμένης, ακίνητης και εφήμερης, της σύγχρονης ζωής, που κινείται ανάμεσα στην αντίληψη και την αντίδραση απέναντι στην καθημερινότητα και, ως εκ τούτου, έχει ως αποτέλεσμα την αγωνία της ψυχής αναφορικά με τις απογοητευμένες ελπίδες: “Απ’την ώρα που γεννήθηκα είμαι χρεωμένος στην αγωνία. Και όχι μονάχα. Το χρέος άρχισε να τρέχει απ’τη στιγμή που γίνηκα πρώτος πηλός στην κοιλιά της μητέρας.”[1]

Συνεπώς, η ποίηση του Καρούζου μπορεί να εκληφθεί ως ένα οξύμωρο σε σχέση με τον ανθρώπινο και  τον οικουμενικό υπαρξισμό: την ίδια ώρα που υπάρχει ελπίδα, το άτομο νιώθει βαθιά την αγωνία της απελπισίας, και της έλλειψης εμπιστοσύνης: εμφανίζεται, τότε, η αστάθεια της ποιητικής φωνής ως απόρροια του υπαρξιακού – κατ ‘εξοχήν  διχοτομικού – χαρακτήρα.

Το έργο με τίτλο “Η ανθρώπινη απελπισία” του Δανού φιλοσόφου και θεολόγου Σόρεν Κίρκεγκωρ, έχει μεγάλη αξία προκειμένου να προσεγγισθεί τμήμα της ποίησης του Καρούζου με σκοπό την κατηγοριοποίηση δύο σημαντικών ιδεών: της κατηγορίας της αγωνίας και της κατηγορίας απελπισίας.

Σύμφωνα με τον Κίρκεγκωρ, η διαλεκτική σύνθεση η οποία εδράζεται στην αυτοσυνείδηση ανάμεσα στις κατηγορίες του άπειρου και του πεπερασμένου –  η συνείδηση της απεραντότητας και της περατότητας – είναι μια ιδιαιτερότητα εγγενής στο ανθρώπινο υποκείμενο σύμφωνα με την οποία το άπειρο συντελείται στο πεδίο των δυνατοτήτων, που εκδηλώνεται μέσω της αντανακλαστικής ικανότητας, η οποία μπορεί να είναι το άνοιγμα της πεπερασμένης ύπαρξης – η αρχική κατάσταση του όντος – προς τον άπειρο.

Ακολούθως, ο ποιητής διαγνώσκει τα συμπτώματα του απελπισμένου όντος, είτε αυτό  τα γνωρίζει είτε τα αγνοεί: καθώς αρχικά το άτομο βρισκόμενο στην κατάσταση της παθητικότητας δεν μπορεί να ενδοσκοπήσει. Προκειμένου να διαφύγει από αυτό το στάδιο της παθητικότητας, η συνειδητοποίηση του ατόμου αναφορικά με την απελπισία του είναι ένας θεμελιώδης παράγοντας καθώς σύμφωνα με τον Κίρκεγκωρ, αυτό που είναι οντολογικό στην ύπαρξη είναι η αγωνία και όχι η απελπισία. Η απελπισία χαρακτηρίζεται από το υπεύθυνο άλμα για την ανισορροπία στην σύνθεση. Δηλαδή, η αγωνία περιστρέφεται γύρω από αυτό το άλμα.

Από αυτή τη σύντομη εξήγηση της θεωρίας του Κίρκεγκωρ – εν όψει του μικρού χρονικού διαστήματός μας εδώ, και της έμφασης στην ποίηση του Καρούζου – επέλεξα κάποια ποιήματα για να παρατηρήσουμε τα παραπάνω χαρακτηριστικά της ποίησης αυτής. Στους τελευταίους στίχους του ποιήματος “Ο Γιάννης μέσα στο έαρ”, η ποιητική φωνή εκπροσωπείται από την ιδέα του ανθρώπου της “αμεσότητας” στη φιλοσοφία του Κίρκεγκωρ: δηλαδή, είναι η κατάσταση του ατόμου το οποίο ακόμα δεν έφτασε στο στάδιο να είναι ο “ιδιοκτήτης της δικής του ταυτότητας” λόγω της παρουσίας της απελπισίας στην ύπαρξή του και ο οποίος έχει ακινητοποιηθεί στην παθητικότητά του επειδή δεν έχει τίποτα πραγματικά δικό του.
“(…) Βγάλε ψυχή μου τραγούδι

Να πολεμήσω την Άνοιξη

Ξένος είμαι στο σπίτι μου

Ξένος στους δρόμους

Με λένε Γιάννη δεν έχω τίποτα δικό μου.”[2]

 

Ας δούμε ένα απόσπασμα του ποιήματος “Αγγίζοντας”:

“(…) Χάνεται

Το

Πρόσωπό μου

Στο τζάμι που το σχίζουν οι στάλες της βροχής

Χάνεται…

Άλλος δρόμος είναι να γυρίσεις.

Φεύγοντας τη μεταμόρφωση

Στου καφενείου τον κλειστό χώρο που ασφαλίζει

Πίνω τον καφέ του πανικού

Αρχίζει το ζεστό φλιτζάνι την αφή μου

Γλυκειά ερήμωση του στήθους

Η αγωνία βαραίνει στα σπλάχνα μου ευχάριστα.

Δε θα μπορούσα δίχως θάνατο.

Επάγγελμα: η ψυχή μου

Ηλικία: -.”[3]

 

Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε πώς το παραπάνω ποίημα εκφράζει το άτομο το οποίο μένει σε μια γραμμή δύο όρων – όχι κατ ‘ανάγκην ανταγωνιστικών – στην οποία η σύνθεση του ανθρώπου, όπως ο Κίρκεγκωρ θα έλεγε, αποτελείται από δύο στοιχεία: του πεπερασμένου και του απείρου, του εφημέρου και του αιωνίου, της αθώωσης, της ελευθερίας αλλά και της ανάγκης. Στο εν λόγω ποίημα, υπάρχει η απουσία της αναζήτησης για το πέρασμα του ανθρώπου στη γνώση της δικής του ύπαρξης, επιβεβαιώνοντας το ότι κάτι μπορεί να γίνει, χωρίς νόημα και χωρίς κατεύθυνση, άπρακτο στην μεγαλύτερή του σημασία πηγαίνοντας προς το κενό του ατόμου.

Επιπλέον, στον τελευταίο στίχο του ποιήματος συνειδητοποιούμε ότι υπάρχει απώλεια της χρονικής διάστασης η οποία μπορεί να είναι μια χαρακτηριστική μορφή της παθητικότητας του ανθρώπου της “αμεσότητας”: από τη στιγμή κατά την οποία το άτομο επικεντρώνεται στο “τώρα και αμέσως”, στο στιγμιαίο των δρασέων που δεν έχουν την αληθινή συνειδητοποίηση, διαποτισμένες από τις “επιφάνειες εμπειρίες”, όπου ο χρόνος εξατμίζεται στη μεταβλητότητα αυτής της αμεσότητας δίχως να την αντιλαμβάνεται το άτομο στις περισσότερες περιπτώσεις. Ένα επόμενο βήμα που λείπει στο μονοπάτι της εξόδου από την παθητικότητα, κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται απελπισμένος, και παραδίνεται στην ακινησία του.

Ωστόσο, ένα από τα πιο υπερβατικά και γοητευτικά χαρακτηριστικά στην ποίηση του Καρούζου είναι το γεγονός του άλματος του ανθρώπου σχετικά με το πέρασμά του προς την έξοδο της υπαρξιακής παθητικότητάς του διαμέσου της προσωπικής του διαδικασίας  συνειδητοποίησης. Παρόλη την παρουσία μιας αισθητικής πτώχευσης στους στίχους του εν λόγω ποιητή, – παρατηρούμε ότι στο ποίημα με τίτλο Διάλογος πρώτος – τα δύο μισά του ατόμου τα οποία μάχονται μεταξύ τους στον πόνο της συνειδητοποίησης και της ελπίδας, ενυπάρχουν στη φωνή του ποιητή μας: “ Σα να μην υπήρξαμε ποτέ / κι όμως πονέσαμε απ’τα βάθη (…) “Θα γυρίσουμε στην ομορφιά μια μέρα.”

H παραπάνω ποιητική διαδικασία πραγματοποιείται στο ποίημα “Σχέδιο για το μέλλον του ουρανού”, στο οποίο υπάρχει η αρχή του περάσματος, της μετάβασης του “ανθρώπου της ‘αμεσότητας’” – λόγια του Κίρκεγκωρ – προς τη δομή του εαυτού του μέσω του ονειρικού και φανταστικού χαρακτήρα της ποιητικής φωνής που κρατάει από τα χέρια το άτομο, με την ελπίδα σχετικά με την αγωνία η οποία, τώρα, βρίσκεται στο παρελθόν (“πόνεσα”):

“(…) Η φωνή μου λυγίζει.

Αλλά δεν παραδίδομαι αντίκρυ

Σ’αυτή τη δύση τρομαγμένος

Εγώ με όλο το αίμα μου

Έτσι όπως πόνεσα στους δρόμους ατελείωτα

Με τόσο σπαραγμό στα σύνορά μου.

 

Ο ουρανός είναι στον βαθυκύανο χειμώνα.

Το φως φωνάζει με τον κεραυνό.

Να με σώσουν τα όνειρα ή να με συντρίψουν

– Ένα τ’ονομάζω.”[4]

 

Σε αυτές τις εποχές στις οποίες ο κόσμος πονάει από τα βάθη της ύπαρξης, να μην αφήσουμε τη λησμονιά να μας κάνει άτομα βυθισμένα στην παθητικότητα του εαυτού μας. Να μάθουμε με την τέχνη του ποιητή μας ότι η ελπίδα ακόμα μπορεί να διασώσει την ύπαρξη ως πραγματική ανθρώπινη προσωπικότητα με την έξοδο από την ταλαιπωρία και την αγωνία – που είναι εγγενείς στο άτομο – ακόμα και αν ξέρουμε ότι, στα λόγια του ποιητή, θα περάσουν αποπάνω μας όλοι οι τροχοί  στο τέλος αλλά τα ίδια τα όνειρά μας θα μας σώσουν.

(*)Η Λουτσιάνα Πόβοα ντε Αλμέιντα Σίλβα είναι καθηγήτρια στο ελεύθερο πρόγραμμα Νέων Ελληνικών Σπουδών του πανεπιστήμιου του Ρίο ντε Τζανέιρο και έχει γράψε μελέτες για την ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη. Σε συνεργασία με τη Φερνάντα Λέμος ντε Λίμα έχει μεταφράσει δύο τόμους ποιημάτων του Κ.Π. Καβάφη και ετοιμάζει την περιοδική έκδοση Ελληνικό Βλέμμα.

[1] ΚΑΡΟΥΖΟΣ, Ν. Η αγωνία της εξόδου. In: Πεζά κείμενα. Αθήνα: Ίκαρος εκδοτική εταιρία, 2010. σ.49.

[2] ΚΑΡΟΥΖΟΣ, Ν. Ο Γιάννης μέσα στο έαρ. In: Τα ποιήματα Α’ (1961-1978). Αθήνα: Ίκαρος εκδοτική εταιρία, 2013. σ.25.

[3] ΚΑΡΟΥΖΟΣ, Ν. Ο Γιάννης μέσα στο έαρ. In: Τα ποιήματα Α’ (1961-1978). Αθήνα: Ίκαρος εκδοτική εταιρία, 2013. σ.37.

[4] ΚΑΡΟΥΖΟΣ, Ν. Σχέδιο για το μέλλον του ουρανού. In: Τα ποιήματα Α’ (1961-1978). Αθήνα: Ίκαρος εκδοτική εταιρία, 2013. σ.45.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here