οπό τη Χρύσα Κοντογεωργοπούλου
Αυτό το τρένο τα έχει όλα! Είναι μια αμαξοστοιχία, με ζώντες (!;) επιβάτες,εκτός της γιαγιάς, ηρωίδας του έργου, του Γκιλγκαμές και της αρχαιότερης ποιήτριας του κόσμου Ενχεντουάννα και την ίδια τη νέα ποιήτρια ως alteregoτης παλιάς, συνέχειά της και μακρινή – αλλά κατ’ ουσίαν κοντινή –της απόγονο. Συνταξιδιώτες «άψυχοι» (;) τα διαβάσματα και οι λογοτεχνικές αγάπες της ποιήτριας σ’ ένα μοναδικό διακειμενικό πόνημα. Τελικά αυτό το τρένο, το DirectOrient, «μια φτηνή εκδοχή» του Όριεντ Εξπρές στη σημειολογία της γλώσσας των σιδηροδρόμων της εποχής, αναδεικνύεται– μέσα από τη γερή πένα της συγγραφέως–ισότιμο, αν όχι ακριβότερο από εκείνο.
Η Ελένη Κεφάλα, γνωστή από δύο παλαιότερες ποιητικές συλλογές, επιστημονικές μελέτες και ένα ζηλευτό ακαδημαϊκό προφίλ διεθνούς επιπέδου και κύρους, κατέχει–άμα τη εμφανίσει –στέφανον δόξης. Αυτό είναι καλό και είναι και –δυνάμει– κακό. Το γιατί είναι αυταπόδεικτο και στις δύο περιπτώσεις: Ένας λογοτέχνης με τόσο εντυπωσιακή –κατ’ ουσίαν – ακαδημαϊκή παρουσία στην «άλλη του ζωή», θα πρέπει ν’ αποδείξει τώρα ότι είναι το ίδιο καλός, το ίδιο σημαντικός και στη δημιουργία του. Το τρίτο αυτό έργο της, θα μας δώσει και την απάντηση.
Το Direct Orient – ήδη ως τίτλος που παίζει ανάμεσα σε ταξιδιωτική λογοτεχνίακαι πινελιές εκλεπτυσμένου μυστηρίου αγγλικής εξοχής και Αγκάθα Κρίστι (Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές)– τραβά σα μαγνήτης τον αναγνώστη. Σα τη δημιουργό του, έτσι κι αυτός εντυπωσιάζει με την εμφάνισή του και μόνο. Και σε αυτόν, «παντρεύεται» ήδη αυτή η αγγλική εκλέπτυνση με τα αρώματα και τις ιστορίες της Ανατολής. Και το βιβλίο ανοίγει… και το τρένο φεύγει…και καθώς το ξεφυλλίζεις-ταξιδεύεις –για την ακρίβεια το ρουφάς σα λικέρ το χειμώνα και σαν παγωμένη βυσσινάδα το καλοκαίρι–ανοίγεται μπροστά σου ένας νέος κόσμος: ένας κόσμος μακριά από τα συνήθη πρότυπα μιας συνήθουςποιητικής συλλογής. Μα δεν είναι. Ω, αναφωνείς, και τι είναι; Μυθιστορία με ατμόσφαιρα μυστηρίου, με ένα τρένο, με μια γυναίκα, με πολλή ποίηση, με πεζά ποιήματα που παρεμβάλλονται, ιντερμέτζα στη γοητεία μιας μουσικής Συμφωνίας και– ω του θαύματος– με έμμετρα, αναγεννησιακά κυπριακά στιχουργήματα, σοφά και σωστά πλεγμένα, με ακριβή αίσθηση του μέτρου, με πετραρχική δομή και τη δροσιά της κυπριακής ντοπιολαλιάς να ρέει άφθονη από τα σωθικά μιας γης που γεννάει ποιητές, ραψωδούς και τροβαδούρους. Κι εδώ έρχεται και δένει η Δύση με την Ανατολή, η Αρχαιότητα – απώτατη και μεσαιωνική- με τον Νέο Κόσμο και τα ακούσματά του, με την καθημερινότητα και το παρόν, και ναι, με το μέλλον:Οι Βλέμμυες κατοικούν στην έρημο…όσοι κοιτάζουν μπροστά βλέπουν την έρημο. Όσοι βλέπουν πίσω αντικρίζουν ένα ποτάμι μέσα στην έρημο. Κανείς τους δεν μπορεί να δει το παρόν χωρίς ν’ αλλάξει στάση γιατί είναι ακέφαλοι («Βλέμμυες»). Κι αυτή είναι και η μαγεία τελικά του βιβλίου, που –είτε θέλουμε είτε όχι– διεκδικεί ήδη κι ένα ακόμα μεγάλο βραβείο πρωτοτυπίας, δημιουργικής, αγνής και ευφυούς γραφής, πέρα από τα δίκαια άλλα μεγάλα βραβεία που ήδη κατέκτησε.
Αν η Χρονορραφία, δεύτερο ποιητικό έργο της Ελένης, είναι ένα βιβλίο ανδρών, εδώ έχουμε να κάνουμε με μία Βίβλο Γυναικών: η γυναίκα που διαπερνά την αφήγηση, είναι μιαγυναίκα μάρμαρο/γυναίκα-μάνα-της-μάνας-μου…/δώσ’ μου τη φωνή σου/τώρα που σκορπίζω/με τα μάτια κλειστά/σαν πέτρες /τα κόκκαλά σου/μέσα στο ποίημα («Η Μεγάλη μητέρα»– αναφοράσε αρχαίες γονιμικές θεότητες, η γιαγιά-τοτέμ). Με ένα ακόμη τοτέμ, μια νέα γυναίκα που γνέθει, μας περνά η ποιήτρια σε μια ονειρική εικόνα: μικρά συννεφάκια που πέφτουν/κάθε τόσο στη ρόκα σου. / Ταπιάνεις με τα δάχτυλα / τα στρίβεις και τα δένεις /πάνω στο αδράχτι…/ώσπου γίνονται κλωστή(«Ρόκα»)∙μα δε θα αρκεστεί στο να γίνει μια Πηνελόπη,η Κυρα-Πηνελόπη με την ηλακάτη του Άξιον Εστί, αλλά απλά και αποφασιστικά θα δηλώσει τη βούλησή της – προσωπική αλλά και απόρροια της αναπόδραστης μοίρας της: η Ήριννα θα γίνει ποιήτρια, η Ήριννα είναι ποιήτρια που κάνει τηρόκα κάλαμο και το νήμα ποίημα, ενώ oι κόρες της Ήριννας και της Σαπφούςστη θεά αφήνουνεανάθημα το υφασμένο ποίημα («ΕπιζεφύριοιΛοκροί»).Αυτή η ποιήτρια, η Ελένη-Ήρινναπου γνωρίζει να μιλά για τον πόνο σαν κέντημα, καθώς, στο σπαρακτικό της ποίημα «430 π.Χ.», γράφει για ένα κορίτσι, τη Μύρτιδα– όπως ονομάστηκε στις ημέρες μας από τους αρχαιολόγους– που πέθανε στο μεγάλο λοιμό της Αθήνας τον 5ο αι. π.Χ., πριν προλάβει να ξαναφάει/ της Σικυώναςτ΄ώριμο πεπόνι/που της άρεσε πολύ, προλογίζοντάς το με στίχους της άλλης αρχαίας ποιήτριας,Πράξιλλας.Στο DirectOrientσυναντάμε γυναίκες…γυμνές θεές από πικρόλιθο/από πηλό/μ’ ένα βρέφος στο χέρι(«Γυναίκες»), Κόρες της Πλειόνηςαπ’ το ομώνυμο ποίημα, πουπρέπει να βρουν άλλο τρόπο να υπάρχουνε μέσα και έξω/από τον μύθο∙ το μύθο, τους μύθους και τις αλήθειες που η ποιήτρια αναποδογυρίζει ή επεκτείνει ή αλλάζει στο ποίημα «Βραδινό», όταντο φάντασμα του Δανού βασιλιά δεν εμφανίζεται στην Ελσινόρηενώ η Μαριάμ στη Ναζαρέτ κοιμίζειτο νεογέννητό τηςκοριτσάκι. Το ίδιο και στο τόσο ευρηματικό «Πορτρέτο Ηλικιωμένης», όπου η μάνα που πέθανε νέα αποδίδεται από τη ζωγράφο κόρη της, Ιάια από την Κύζικο, η οποία, ας είναι η πιο γρήγορη ζωγράφος… / αυτόν εδώ τον πίνακα/δεν βιάζεται να τον τελειώσει, πασχίζοντας ν’ αποδώσει ρυτίδες βαθιές ώστε να μοιάζει να’χει φτάσει σε βαθιά γεράματα… /να γίνει το βλέμμα ορίζοντας/και βαθύ πηγάδι/για να χωρέσει μέσα του/όσα χρόνια η μάνα της /δεν πρόλαβε να ζήσει.Γυναίκες μόνες ή μάνες που ταΐζουν τα ποιήματα-παιδιά τους με φωνήεντα απ’ το στήθος τουςκαιμευγρές λέξεις («Μάνα»),χάλκινες γυναίκες…γυναίκες /από χώμα(«Γυναίκες»).Mετάη ποιήτρια ανηφορίζει με την ορμή κατηφόρας στο 1974 του Αττίλα, με το αισχύλειας αλλά καιιψενικού απόηχουποίημα«Το Σπίτι», φιλτραρισμένο στoμαγικό ρεαλισμό της Λατινικής Αμερικής μέσα από τον υποβλητικόλόγο του JulioCortazar, ίσως το σπίτι που γκρεμίστηκε και ζητά την τιμωρία-εκδίκηση από μια αντεστραμμένη Αθηνά σε Ιστάρ-Ινάννα, «το Σπίτι με τις δυο συκιές» – κι έμειναν οι συκιές νακρατούν τα σύνορα…/ ακριτικά δέντρα («Τα σύνορα»). Μετά, με την ισορροπία ακροβάτη, προχωρά σε μια σύγχρονη παραλογή-μπαλάντα, ομοιοκατάληκτη συνομιλία με το Χάρο, για να συνεχίσει την κουβέντα με έναν νεκρόΓκιλγκαμές,αποφθεγματίζοντας.Ο Γκιλγαμές μιλά «κυπραίικα» και λέει στην ποιήτρια ότι με ρίμες ’εν αλλάσσεις το αστρικόν σου.
Κάποτε –γι’ αυτό όχι τυχαία η λέξη κεντά– η ποιήτρια σχηματοποιεί το ποίημα στην έννοιά του: στη «Διάβρωση», από τον 8ο στίχο και μετά, στίχο ολιγαρκή και μοναχικό, δισύλλαβο επίτηδες, τα γράμματα κατρακυλούν έναένα λοξά, σαν από τη διάβρωση του εδάφους- χαρτιού, για να καταλήξουν και πάλι στην «κανονικότητα» της παράταξης μιας κλασικής ποιητικής συλλογής «από σπίτι»: Ελαττώστε ταχύτητα./ ΤΩΡΑ/Ακολουθεί επικίνδυνα / η ζωή,ενώ δίπλα, ελλοχεύει σαν τέλος σε θρίλερ μία λέξη – φευ– η λέξη «λέξεων» (!), η οποία βαίνει όμως κι αυτή βυθιζόμενη, διαβρούμενη. Το ίδιο ευφυές είναι το ποίημα-δέντρο του «ArsTemporis»ή το ποίημα«370 π.Χ.», γραμμένο ως αρχαία επιγραφή σε μεγαλογράμματη γραφή, πάνω σε πέτρινη στήλη.Η αφήγηση δεν είναι ποτέ σε βάρος του λυρισμού έμμετρων και μη ποιημάτων, αλλά αντίθετα, απαντά σε τόσο ίσες δόσεις, που στο τέλος –για να θυμηθούμε τον Ελύτη –«δε μένει παρά μόνον η αλήθεια».
Η ποιήτρια, με στέρεο ρυθμό, δομή εμπνευσμένη από τα αναγεννησιακά τραγούδια της Μεγαλονήσου, μας χαρίζει εικόνες μαγικού σουρεαλισμού και φιλοσοφικά αποφθέγματα που δένουν με πανάρχαιες–όχι πάντα πολύ γνωστές – φωνές,αλλάκιένανεμφανή, γοητευτικόκοσμοπολιτισμό, ιδίωςστα «αμερικάνικα», «νεοορλεάνικα», κάποτεσαbluesποιήματα, στίχοισκόρπιοι, γοητευτικοί, bluestarwhenIamblue / allIdoislookatyou / ξιξίιιξίξίξίιιιξίξίιι. Διακειμενική, μοντέρνα και παραδοσιακή, μας χαρίζει ένα έργο πρισματικό, τολμώ να πω ένα 3D, μια Ποίηση με υπόθεση, που εξ ορισμού συνιστά την ίδια την έκφραση-ορισμό της πρωτοτυπίας, αναδεικνύοντας παράλληλα το έργο σε ένα σύγχρονο έπος-μινιατούρα με όλη την κομψότητα της λέξης και της σημασίας της. Το έργο είναι κομψό.Είναι ΚΑΙ κομψό. Αυτή η αριστοτεχνική σύνθεση θα μπορούσε να είναι το έπος μιας Γυναίκας, αν δεν κατάφερνε–εγχείρημα δύσκολο –να είναι το έπος του Νέου Ανθρώπου, του Καινού Ανθρώπου με τις ανεκτίμητες προγονικές καταβολές, τις οποίες –έξω απ’ το ποίημα, δυστυχώς –ξεχνάει. Καιρός υπάρχει να τον ξαναθυμηθεί, τον πρώτο άνθρωπο που πόνεσε, τον πρόγονο, τον μακρινό Γκιλγκαμές, τον πρώτο μετανάστη. Γιατί
ο θάνατος είναι
κάτι που ανήκει ολοκληρωτικά
και αμετάκλητα
στους ζωντανούς.
Υπάρχει χρόνος λοιπόν. Θα πεθάνουμε όταν θα βαρεθούμε να ζούμε, για να συναντήσουμε όλους αυτούς τους επιβάτες του Direct Orient, του “DirectHeaven”. Μια ευκαιρία έχει σίγουρα ο αναγνώστης, με την ποιητική σύνθεση-κολλάζ της Ελένης Κεφάλα και της δουλειάς που κρύβεται πίσω της.
Περιττεύει να μιλήσω για την αισθητική των εκδόσεων Περισπωμένη, με ένα άψογο και επίσης πρωτότυπο αντι-κείμενο που μοιάζει σκληρόδετο ενώ δεν είναι και δε θα έπρεπε να είναι, με μια γραμμική στυλ Αλάμπρα μακέτα, στοιχείο αναφοράς στην ευγενή Αραβία της Γρανάδας αλλά και στη σχετική, εμπνευστική αφίσα της Ματίλντε Γκριμάλντι, εμπνευσμένη από εκείνο το τρένο που έδωσε το όνομά του στο έργο.Το Direct Orientείναι ένα έργο που ήρθε για να μείνει, κατακτώντας τον ευγενή σκοπό της Τέχνης και, πέρα απ’ αυτό, μας κάνει να περιμένουμε και το επόμενο τρένο, σε μια μυστηριώδη, με νουάρ ομίχλη, αποβάθρα!
Ελένη Κεφάλα, DirectOrient (Περισπωμένη 2024)
![]()











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)










