Παρασκευή, 17 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΒΙΒΛΙΑ Motherland Amandaland (της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)

Motherland Amandaland (της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)

0
404

της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη

«Ενώ ανάρρωνε από τη γέννα, σκεφτόταν ονόματα για την κόρη της. Αρχικά όσα είχαν ιταλική κατάληξη: Κλάρα, Λουΐζα, Αμάντα, Ατάλα». -Μαντάμ Μποβαρί, Γκουστάβ Φλωμπέρ. Σχεδόν 170 χρόνια μετά τον Φλωμπέρ, συναντάμε πάλι τα ονόματα Αμάντα (αλλά ως μαμά) και Κλάρα (ως κόρη) στο αυτομυθοπλαστικό μυθιστόρημα Το Μακρύ Ταξίδι της Μιας Μέσα στην Άλλη που προέρχεται από το «Et l’une ne bouge pas sans l’autre (Και η μια δεν κινείται χωρίς την άλλη) της Γαλλίδας ψυχαναλύτριας Luce Irigaray που αφορά την χειραφέτηση της κόρης και τη συνεχιζόμενη ζωτικότητα της μητέρας. Η συγγραφέας καταπιάνεται με την μητρότητα από την καλή και την ανάποδη (δηλαδή μόνο από την ανάποδη, γιατί η μητρότητα δεν είναι ντουμπλ φας αλλά αντιθέτως ο οδοστρωτήρας που σε σιδερώνει μέχρι να μείνεις πιο μονοδιάστατη από μια σελίδα χαρτί που μετά θα διπλωθεί από τα παιδικά χεράκια σε ένα οριγκάμι σε σχήμα μαμάς και μετά άμα φυσήξει αεράκι μπορεί να δείξει και λίγη ζωτικότητα).

Με αφορμή casual, επαναλαμβανόμενες επισκέψεις της Παναγίας στα όνειρα μιας γυναίκας που πάσχει από αυπνίες, εμμηνόπαυση και ένα καπριτσιόζικο ισχίο, διερευνώνται οι επ’ άπειρον μπαμπούσκες μάνα, κόρη, γιαγιά, που σαν τις ρωσικές κούκλες, κρύβονται και εμφανίζονται η μια μέσα από την άλλη και εκπροσωπούν το γυναικείο φύλο, με την αχνή του έννοια καθώς δεν λείπει και ο Οούεν που μετά από μετάβαση έγινε άνδρας και έπρεπε να ξανανακαλύψει τη σχέση του με τη μάνα του. Σύσσωμος ο χορός των γυναικών αποπειράται να δώσει μια ολιστική εικόνα το τι εστί να είσαι γυναίκα: είτε είσαι μάνα, είτε όχι, είτε είσαι θνητή είτε όχι, είτε σε αποκαλούν Πανάχραντε, είτε κολλητή που τα «παίρνει στο κρανίο».  Στο τέλος του πρώτου μέρος του βιβλίου παρατίθενται ατόφια: ένα γράμμα της μητέρας της, ένας διάλογός με την κόρη της, και η γνώμη του άνδρα της. Είναι μια πραγματική οικογένεια που δεν χαρίζει κάστανα και στην αρχή του δεύτερου μέρους η συγγραφέας απαντά σκληρά με το δικό της γράμμα, ενδιαφέρουσες εμβόλιμες ετυμολογικές και λοιπές πληροφορίες και με προσωπικές αφηγήσεις μεταξύ άλλων της μητέρας της Ελένης Τοπαλούδη, της Λεϊλά, μιας Αφγανής πρόσφυγα, της κόρης μια δολοφονημένης μητέρας κτλ.

Η ονειρική Παναγία είναι συχνά πιο προσηνής και πιο λογοτεχνική- θέλει να γίνει φίλη της κοιμωμενης Αμάντας- τη φροντίζει μητρικά με σπέσιαλ σούπες, πλέξιμο και βλοσυρά βλέμματα, φιλικά με ζουμερές εκμυστηριεύσεις, ορισμένες φορές οριακά ερωτικά φορώντας μια φτηνιάρικη τιγρέ ρόμπα. Θα μπορούσε; Φυσικά και θα μπορούσε- αν κάποτε κάποιος πίστεψε πως εν Αρχή ην ο Λόγος γιατί να μην ψάχνει και η Παναγία παρέα στα όνειρα μιας άλλης γυναίκας;

Στο βιβλίο συναντάμε το ερώτημα: είναι όλοι οι άνθρωποι στην ιδανική τους κατάσταση μητέρες; Αντιστρόφως είναι η Παναγία πάνω απ’όλα συγγραφέας: από το τίποτε δημιούργησε την Σωτηρία της ανθρωπότητας, μιας ανθρωπότητας που σίγουρα κάποτε θα είχε αφανιστεί χωρίς την μητρική αυταπάρνηση, φροντίδα και νοικοκυροσύνη.  Σήμερα όμως, κάτι τέτοιο φαίνεται να είναι εκτός θέματος: οι γυναίκες έχουμε χάψει το παραμύθι πως είναι δυνατόν να τα έχεις όλα και να τα καταφέρνεις παντού από μόνη σου- οικογένεια, καριέρα, σωματική και ψυχική υγεία με αποτέλεσμα, σε extreme περιπτώσεις αυτονόητα άλλοτε καθήκοντα όπως η φροντίδα των μικροσκοπικών ανθρώπων που αγαπάς περισσότερο απ’οτιδήποτε να γίνεται βραχνάς. Ναι, το να φροντίζεις μωρά και παιδιά είναι χαμαλοδουλειά- το μυαλό σου γίνεται λαπάς, η μέση σου σπάει αλλά όχι όσο τα νεύρα σου, το μανικιούρ παύει να είναι προτεραιότητα, τα άπλυτα γίνονται χείμαρρος, τα φαγητά παγώνουν, πάλι το μόνο που θα κάνεις σήμερα είναι να βάλεις κομπρέσες και να δίνεις ντεπόν, ενώ έξω από το παράθυρό σου οι υπόλοιποι ζουν. «Δεν πατάγαμε σε μπαρ» αναφέρεται στο βιβλίο. Γιατί είναι περισσότερο ζωή να καταναλώνεις αλκόολ από το να καλλιεργείς την επόμενη γενιά;

Και ποια είναι η λύση; Να παίζεις την κολοκυθιά με τον μπαμπά ή τις γιαγιάδες και λοιπούς φροντιστές για το ποιος θα κρατήσει τα παιδιά; Το κράτος κάνει ολοήμερα σχολεία για να δουλεύουμε περισσότερο. Και γιατί αυτό είναι καλύτερο από το να χρηματοδοτούσε να δουλεύουμε λιγότερο ή πιο ελαστικά για τα τελικά λίγα χρόνια ό μικρά και μας χρειάζονται; Τα παιδιά τα ρώτησε κάνεις; Όλος αυτός ο αγώνας δρόμου φτιάχνει καλύτερους αυριανούς ανθρώπους; Γιατί το μεγάλωμα των παιδιών θεωρείται «άμισθη εργασία»; Αντί να δυναμιτίζουμε τον καπιταλισμό με ορολογία ανθρώπινη, εισάγουμε στο πιο προαιώνιο ένστικτό μας λέξεις μαρξιστικής οικονομικής.  Σε μια αυτοκαταστροφικά ατομιστική κοινωνία, αναρχία είναι η αγάπη. Δεν θυμάμαι αν το είπαν οι Sex Pistols ή ο Απόστολος Παύλος- αλλά ο Χριστός είναι ο πρώτος αναρχικός και η Παναγία η Sarah Connor του Εξολοθρευτή. Μόνες μας είμαστε καταδικασμένες σε παταγώδη αποτυχία- καλές και κακές μητέρες το ίδιο.

Ακόμη και ένα άλιεν που δεν έχει ξαναδιαβάσει Μιχαλοπούλου, θα καταλάβαινε πως είναι μητέρα κόρης: πασχίζει υπεράνθρωπα να στρίψει τη βάρκα μακριά από το έλος της πατριαρχίας. Ακόμη και ένα άλιεν θα καταλάβαινε όμως πως μια βάρκα όταν κάνεις κουπί μονόπαντα, είναι καταδικασμένη να γυρνάει γύρω από τον εαυτό της.

Όχι μόνο με την έννοια της αυτομυθοπλασίας – η Μιχαλοπούλου κατέφευγε σε αυτήν χρόνια πριν γίνει της μόδας, σαν κάποιος που βγάζει σέφλι χρόνια πριν ο όρος μπει στο λεξικό της Οξφόρδης.  Τα θέματα που απασχολούν τη συγγραφέα εμμονικά βρίσκονται και σε παλιότερα βιβλία της, όπως η εξέλιξη της ως καλλιτέχνη σε σχέση με τον θεσμό της οικογένειας,  πχ στο Γιάντες (ως κόρη) και στο Μπαρόκ (ως κόρη, μάνα, σύζυγος) ή η πατριαρχία στη θρησκεία ( η Γυναίκα του Θεού), η έννοια του φύλου ως κοινωνική κατασκευή ( η Μεταμόρφωση της), μέχρι και τις Μαντόνες που έπρεπε να απομνημονεύει στο Πανεπιστήμιο έχουμε ξανασυναντήσει στο Μπαρόκ.  Η Μιχαλοπούλου δεν ψάχνει για απαντήσεις σε όσα την απασχολούν αλλά καταφέρνει, χωρίς καν να το προσπαθεί, να απασχολήσουν και εμάς. Φτάνει να της δώσουμε μια ευκαιρία. Στους ελληνικούς κύκλους συχνά ακούγεται το «αυτό το βιβλίο δεν με αφορά». Όποιος το λέει αυτό να μας πει αν σάλπαρε ποτέ από την Τροία και γύρισε σπίτι μου μετά από δέκα χρόνια με σχεδία ή πούλησε την ψυχή του στον διάολο (το δεύτερο ας μην το απαντήσουν τα μέλη κριτικών επιτροπών λογοτεχνικών βραβείων)

Δεν διαθέτω διπλωματικές αρετές: μου αρέσει το πως γράφει η Μιχαλοπούλου περισσότερο απ’όσο γράφουν οι περισσότεροι Έλληνες συγγραφείς μαζί: απέριττα, ανεπιτήδευτα, ποιητικά, ασόβαρα. Η ματιά της είναι ματιά ζωγράφου- πχ εκεί όπου βλέπει τα πάντα να γεννάνε, όπως τα γραμματοκιβώτια φακέλους ή όταν η φωτιά απειλεί το οικογενειακό εξοχικό. Διαβάζω τα βιβλία της με λαχτάρα, αναζητώντας τα εκ του ονοματός της ετυμολογικά εκπορευόμενα, ποιητικά διαμάντια. Όμως μου αρέσει, παρά τη θεματολογία της- όχι επειδή νιώθω πως δεν με αφορά αλλά επειδή νιώθω ότι την περιορίζει στις εξερευνήσεις της. Όντως την διαβάζω αφού έχω καθαρίσει τα φασολάκια ή έχω βάλει μπουγάδα ή στο αμάξι περιμένοντας κάποιο παιδί μου να βγει από κάποια δραστηριότητα- δεν θέλω όμως μόνο να μου «κατονομάσει κάτι χωρίς να το περιγράψει», θέλω να μου πει αυτό που δεν ξέρω- αυτό που η Αμάντα του βιβλίου περιμένει από την Παναγία.

Για τη μητρότητα και την γυναικεία εμπειρία έχουν γραφτεί άπειρα βιβλία, έχουν γυριστεί άπειρες ταινίες και σειρές. Συμπωματικά, η πολύ επιτυχημένη σειρά του BBC Motherland , οδήγησε και σε ένα παρακλάδι με μια από τις μάνες, το Amandaland!!

Όμως αυτή η μάχη των φύλων, κατά την ταπεινή και άμορφη γνώμη μου, δεν θα έπρεπε να αποτελεί λάβαρο ή εμπόδιο στη λογοτεχνία. Αντιθέτως θα έπρεπε η λογοτεχνία να αποτελεί εμπόδιο σε αυτή και σε όλες τις μάχες. Θα έπρεπε, σαν καλή μαμά, να βοηθάει τα παιδάκια της να καταλάβουν ότι δεν έχουν τίποτε να χωρίσουν και πως μόνο μαζί μπορούν να φτάσουν μακρύτερα. ‘Όχι να λέει στο αγόρι «είσαι μαλακισμένο γιέ μου, ψόφα» και να επαινεί το κορίτσι για ψύλλου πήδημα. Για να μην πω για gay/ trans κτλ. Μια νέα ανισότητα δεν επιδιορθώνει μια παλιά ανισότητα. Η Παναγία εμφανίζεται με τιγρέ ρόμπα- η τίγρης συμβολίζει την αυτό-φροντίδα. Ναι εννοείται- αλλά και όταν καθαρίζεις πατάτες εκεί είναι, κάτι πρέπει να φάμε.

Όσο άκαιρος είναι ο καβγάς αριστερών και δεξιών για το πώς πρέπει να καθοδηγηθεί το πλοίο που βουλιάζει αντί απλά να βουτήξουν και να περάσουν σε ένα άλλο μεταφορικό μέσο, τόσο ανησυχητικό είναι να βλέπουμε στρατευμένη λογοτεχνία, ακόμη και αν η στράτευση είναι προς «όφελος» του φύλου μας. Γιατί αυξάνει την καταστροφική ένταση της σύγκρουσης. Για εμένα ο συγγραφέας υπερβαίνει το φύλο του, είναι ένας παρενδυτικός δημιουργός, ένας Eddie Izzard με γυναικεία ρούχα που πάει με γυναίκες («άνδρας λεσβία» κατά τον ίδιο), ένας αλχημιστής που μεταλλάσσει τα όσα βλέπει στην λίθο της κατανόησης.

Η υπέρτατη συγγραφεας-κόρη, η Mary Shelley, κόρη της πρωτοαναρχικής φεμινίστριας Mary Wollstonecraft (και οι δυο αναφέρονται στο βιβλίο), επιδίωκε όχι ένα κόσμο που οι γυναίκες εξουσιάζουν τους άνδρες, αλλά ένα κόσμο όπου εξουσιάζουν τον εαυτό τους. Θα μου πείτε, δεν γνώρισε ποτέ τη μαμά της που πέθανε από επιπλοκές στη γέννα της, ούτε τα παιδιά της με τον Percy Shelley που χάθηκαν μωρά και το μόνο για το οποίο τη θυμόμαστε είναι ο Φρανκενστέιν, ενώ η ετεροθαλής αδελφή της Claire Clairmont,  αναγκάστηκε να παρατήσει την δική της κόρη, την Allegra, στο έλεος του άκαρδου πατέρα της, του Λόρδου Βύρωνα, που είχε δηλώσει «δικό μου είναι το μπαστάρδι;» και την έκλεισε στις καλόγριες όπου πέθανε μόνη της. Οπότε άμα οι κόρες των γονιών του φεμινισμού τα έκαναν τόσο θάλασσα (λογοπαίγνιο εδώ- ο Σέλλευ πνίγηκε νεότατος) εμείς τι ελπίδα έχουμε;

Η λογοτεχνία είναι σαν τα αγγελάκια: δεν έχει φύλο. Είναι ένα άπτερο, ιπτάμενο πλάσμα που ταΐζει μανιωδώς το μόνο εργαλείο της ανθρωπότητας που πάει κόντρα στην αυτοματοποίηση, την παρακμή, τον σκοταδισμό, τον φανατισμό και την απελπισία: τη φαντασία μας. Και κάθε καινούργια ανακάλυψη μας δεν θα μπορούσε να έχει υπάρξει χωρίς αυτήν.

Τώρα γιατί η Ελληνίδα πρωτομαστόρισσα της καταλήγει να αυτοπεριοριστεί σε γειωμένες πολεμικές για τις οποίες έχουν ήδη δοθεί οι απαντήσεις ίσως και αιώνες πριν αντί να μας πάει για απογείωση, είναι κάτι που μόνο η Παναγιά το ξέρει. Και η μάνα μου, που ξέρει τα πάντα. Και η κόρη μου, που μπαίνει στην εφηβεία.

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΤεχνητής Νοημοσύνης συνέχεια….(21η ΔΕΘΒ)
Επόμενο άρθρο«Οι Άγριοι», «Στην παλιά Εθνική»: νεοελληνικός ρεαλισμός χωρίς στόχο (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ