Μια ζωή-επανάσταση (του Ηλία Καφάογλου)

0
198

 

του Ηλία Καφάογλου

 

 

Καρέ-καρέ, ζωή και  η δράση της εμβληματικής Ρόζας Λούξεμπουργκ από τη Βρετανίδα Κέιτ Έβανς, γεννημένη το 1972 στο Μοντρεάλ, συνεργάτρια, μεταξύ άλλων, και της Guardian. Πενάκι με γραμμές σκληρές  σε μαύρο-άσπρο, σαν ταινία εποχής, «εποχής των άκρων».

Σάββατο 18 Μαρτίου 1871, ενώ η Κομμούνα του Παρισιού καταπνίγεται, ύστερα από δύο μήνες, από τον Γαλλικό Στρατό, στη μικρή πόλη Ζάμοστς της Πολωνίας, η μικρή Ρόζα, με μαλλιά σκαντζόχοιρου, κάνει τις πρώτες βόλτες, μωρό στο καροτσάκι της. Λιγοστές οι πληροφορίες για τα παιδικά της χρόνια, η οικογένεια, όταν η Ρόζα ήταν τριών ετών, εγκαταστάθηκε στη Βαρσοβία. Πατέρας της ο Έλιας Λούξεμπουργκ, Εβραίος έμπορος ξυλείας, και μητέρα της η Λίνε Λεβενστάιν, φτωχοί και οι δύο αλλά καλλιεργημένοι. Η Ρόζα δεν περπατάει καλά, κουτσαίνει, σε ηλικία πέντε ετών βάζουν τα πόδια της στον γύψο. Πάσχει ίσως από εγγενή δυσπλασία, από την οποία έπασχε και η αδελφή της, η Άννα. Δέκα ετών, η Ρόζα ξέρει ρωσικά, τη γλώσσα των κατακτητών της πατρίδας της,  πολωνικά, τη μητρική της γλώσσα, εβραϊκά, τη γλώσσα της θρησκείας της, φυσικά γερμανικά. Συχνάζει ήδη, με την προτροπή των γονιών της, σε βιβλιοθήκες,  κερδίζει υποτροφία για να φοιτήσει στο Δεύτερο Γυμνάσιο, κουτσαίνει, αλλά δεν πτοείται. Όταν η Ρόζα ήταν 14 ετών, τέσσερις σοσιαλιστές απαγχονίζονται στο κάστρο της Βαρσοβίας, ώστε να αποτραπούν  οι στρατολογήσεις στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο. Η Βαρσοβία είναι το βιομηχανικό κέντρο της Ρωσικής Αυτοκρατορίας,  οι κοινωνικές ανισότητες είναι εντυπωσιακές.

Ατίθαση, η Ρόζα, ευαισθητοποιημένη για τα βάσανα των αδυνάμων, αποφοιτά χωρίς μετάλλιο από το Γυμνάσιο, παρά την άριστη επίδοσή της. Εκείνη την εποχή, οι γυναίκες είναι αποκλεισμένες από την ανώτερη εκπαίδευση, η  δεκαπεντάχρονη Ρόζα έρχεται σε επαφή με τους σοσιαλιστές, ανεξάρτητη, κόβει, μάλιστα, τα μαλλιά της, μια τρόπον τινά διαβατήριος τελετή. Επικρατεί αντισημιτισμός, οι Εβραίοι περιορίζονται σε γκέτο, αποκλείονται από τις τοπικές  εκλογές, ενώ το επιτρεπόμενο ποσοστό στην εκπαίδευση  ανέρχεται σε μόλις 10%. Στη Βαρσοβία βιάζουν γυναίκες  και δολοφονούν άντρες επειδή είναι Εβραίοι.  Η Ρόζα διαβάζει,  Περί μισθού, εργασίας και κεφαλαίου, Το κεφάλαιο, «η φύση δεν φτιάχνει από τη μια πλούσιους και από την άλλη φτωχούς  […] Αυτή η σχέση δεν έχει φυσική βάση. Ούτε υπήρχε σε όλες  τις  ιστορικές περιόδους», εξηγεί συζητώντας με τους γονείς της. Ύστερα έρχεται η ώρα της Ελβετίας, Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, «για αν εγκατασταθεί σε μια ξένη χώρα χρειάζεται  ένα μεγάλο άλμα πίστης». Χειμώνας 1889,πρώτες αγάπες η βοτανολογία και η ζωολογία, αλλά σε λίγο στρέφεται προς την πολιτική οικονομία, τη φιλοσοφία, την ιστορία,  τις συναρπαστικές ιδέες του Μαρξ. Στη Ζυρίχη βρίσκεται εξόριστη η αφρόκρεμα του ρωσικού σοσιαλιστικού κινήματος.  Γνωριμία με τον Λέο Γιόγκισες, εύπορος  Λιθουανός, αλλά που εργάζεται ως κλειδαράς για αν καταλάβει καλύτερα τους εργάτες και αν μπορεί να ασκήσει επιρροή επάνω τους. Έχει ήδη συλληφθεί και φυλακιστεί δύο φορές και έχει δραπετεύσει, θέλει να εκδώσει εφημερίδα, σε επαφή με τον Πλεχάνωφ. Τον ερωτεύεται. ΟΙ δύο δουλεύουν εξαντλητικά, η Ρόζα μελετά συνεχώς και ταξιδεύει, η Πολωνική Βιβλιοθήκη στο Παρίσι είναι χρυσωρυχείο, η αστυνομία την παρακολουθεί. Μιλάει στο Τρίτο Συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς στη Ζυρίχη, τον Αύγουστο του 1893,    «ας μη μιλάμε για εθνική αυτοδιάθεση».  Γράφει πυρετωδώς στην εφημερίδα του Γιόγκισες, τον οποίο ποτέ δεν παντρεύτηκε,  και ολοκληρώνει τη διατριβή της το 1897 στη Νομική Σχολή στη Ζυρίχη, «Η εκβιομηχάνιση της Πολωνίας».  Έναν χρόνο αργότερα φτάνει στο Βερολίνο,  «άπατρις καθώς είμαι, πρέπει να προσαρμοστώ σε μια γερμανική  πατρίδα». Το μόλις νομιμοποιημένο  Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) έχει 100.000 μέλη, ενενήντα σοσιαλιστικές εφημερίδες δίνουν την ευκαιρία στη Ρόζα να ζήσει δουλεύοντας ως δημοσιογράφος και πολιτικός επιστήμονας, ενώ για να μπορέσει να ζήσεις τη Γερμανία παντρεύεται σε λευκό γάμο έναν άγνωστό της Γερμανό. Στις τελευταίες εκλογές για το Ράιχσταγκ 1,8 άνθρωποι ψήφισαν SPD, το ένα τέταρτο του εκλογικού σώματος, ενώ το 1898 είανι έτος εκλογών. Η Ρόζα πηγαίνει στην Άνω Σιλεσία, να μιλήσει στους Πολωνούς ανθρακωρύχους. 9 Ιουνίου 1898. Στις 16 Ιουνίου το  SPD συγκεντρώνει πάνω από 2 εκατ. ψήφους, το 27% του εκλογικού σώματος, αλλά λόγω του εκλογικού συστήματος, μόλις 14% των εδρών στο Ράιχσταγκ.  Οι γυναίκες, βέβαια, δεν έχουν δικαίωμα ψήφου, ούτε το δικαίωμα του εκλέγεσθαι.  Έντουαρντ Μπερνστάιν, σειρά άρθρων «Τα προβλήματα με τον σοσιαλισμό», σηματοδοτούν έναν εν δυνάμει καινούργιο προσανατολισμό στο σοσιαλιστικό κίνημα. «Μεταρρύθμιση ή επανάσταση;». Η Ρόζα απαντά, «Τι είναι ο σοσιαλισμός για τον οποίο αγωνιζόμαστε; ». «Ο αγώνας για μεταρρυθμίσεις είναι το μέσον. Η κοινωνική επανάσταση είναι ο στόχος.» Η απάντηση της Ρόζας της προσδίδει κύρος και δημιουργεί ισχυρές φιλίες με στελέχη του  SPD, όπως με τον Καρλ Κάουτσκυ, αρχισυντάκτη της μαρξιστικής εφημερίδας Neue Zeit,  και την Κλάρα Τσέκιν. Η Ρόζα δεν επηρεάζεται από τις ποικίλες απόψεις, διατηρεί τις δικές της και τις υπερασπίζεται με πάθος καταδικάζοντας,  λόγου χάριν, την αποικιοκρατία. Μαγαδασκάρη, Κούβα, Αφρική. Η εξέγερση των Μπόξερς  καταπνίγεται στο αίμα. Καιροί ταραγμένοι, κρίσιμοι καιροί.

Συγχρόνως, αντισυμβατική, επιμένει να μη  θέλει να  γίνει μητέρα, αλλά ομνύει στις σεξουαλικές σχέσεις και υπερασπίζεται τα δικαιώματά της στο καταδικό της σώμα. Από τις πρώτες γυναίκες στην Ευρώπη που φορά σουτιέν, αποχωριζόμενη διά παντός τον κορσέ.   Συγχρόνως, σε μια εποχή ανάπτυξης των σοσιαλιστικών κινημάτων στην Ευρώπη –στη Γαλλία ένας σοσιαλιστής γίνεται υπουργός–, η Ρόζα αγωνίζεται εναντίον του οπορτουνισμού. Στη Ρωσία, η λαϊκή δυσαρέσκεια ξεσπά τον Ιανουάριο του 1905. Την Κυριακή 22Ιανουαρίου, 200.000 άνθρωποι συγκεντρώνονται έξω από τα Χειμερινά Ανάκτορα. Ακολουθεί σφαγή.  Γενική, μαζική απεργία, οι μισοί εργάτες γης απεργούν στην ευρωπαϊκή Ρωσία. Μέχρι τον Οκτώβριο ο τσάρος αναγκάζεται να κάνει μεταρρυθμίσεις, νομιμοποίηση ων πολιτικών κομμάτων και δημιουργία Συνταγματικής Συνέλευσης, της Δούμας.

Συνέδριο  SPD,   Ιένα, 17 Σεπτεμβρίου 1905. «Οι  τελευταίες λέξεις του Κομμουνιστικού Μανιφέστου δεν είναι μόνον ωραίες, είναι ένα σοβαρό και επιτακτικό αίτημα: Εργάτες, έχουμε να κερδίσουμε έναν  ολόκληρο κόσμο». Ο Αύγουστος Μπέμπελ ανησυχεί, «φοβάμαι αυτή την προθυμία  να χυθεί αίμα». Η Ρόζα στη Βαρσοβία, όπου φτάνει στις  28 Δεκεμβρίου  με στρατιωτικό τρένο, αφού απεργούν οι Πολωνοί σιδηροδρομικοί,  ανυπομονεί  να δραστηριοποιηθεί. Η πόλη έχει νεκρωθεί, στρατιώτες παντού, να αντιμετωπίσουν τη γενική απεργία. Το ρωσικό κράτος επανακτά τον έλεγχο, η Ρόζα ερευνά τις συνθήκες της εξέγερσης του 1905, τις απεργίες τα τελευταία χρόνια, στην Πετρούπολη,  στο Ροστόφ, στην Τιφλίδα, στο Κίεβο,  τον Μάιο του 1905 οι Ρώσοι εργάτες πετυχαίνουν να εφαρμοστεί το δεκάωρο. «Η μαζικά απεργία δεν παράγει επανάσταση, η επανάσταση παράγει μαζική απεργία», με τον αυθορμητισμό να παίζει σημαντικό ρόλο, συμπεραίνει και γράφει η Ρόζα. Στις 4 Μαρτίου  1906 συλλαμβάνεται μαζί με τον Λέο. Αποφυλακίζεται ύστερα από γερή δωροληψία,  τα χρήματα συγκεντρώνουν οι σύντροφοί της. Ο   Γιόγκισες, ωστόσο, καταδικάζεται σε καταναγκαστικά έργα.  Συναντήσεις, η Ρόζα θέτει το ζήτημα της καθολικής ψηφοφορίας, σε μια εποχή που σχεδόν 3,6 εκατ. άντρες ψήφισαν SPD. Έρωτας με τον Κόστυα Τσέτκιν. Λονδίνο, Βερολίνο πάλι. Διδάσκει στην Κομματική Σχολή του SPD, «Ιστορικός υλισμός. Η μελέτη των παραγωγικών σχέσεων στην κοινωνία»,  δίνει διαλέξεις. «Η αντίφαση είναι η κινητήρια αρχή του κόσμου», δίνει τη δυνατότητα κοινωνικού μετασχηματισμού. Μιλά σε συγκεντρώσεις για μαζική κινητοποίηση, τον Απρίλιο του 1910 η καταψήφιση του νομοσχεδίου για τη μεταρρύθμιση του εκλογικού συστήματος στην Πρωσία πυροδοτεί διαμαρτυρίες και απεργίες σε όλη τη χώρα. Τη Ρόζα απασχολεί το ζήτημα της συσσώρευσης του κεφαλαίου και η τάση του καπιταλισμού να αγκαλιάσει όλη τη γη, «πασχίζει αν γίνει οικουμενικός», προιωνίζοντας την παγκοσμιοποίηση. Εξηγεί, συγχρόνως και παράλληλα, τη συγγένεια μεταξύ καπιταλισμού και μιλιταρισμού, ενώ ο Πρώτος  Παγκόσμιος πόλεμος βρίσκεται προ των πυλών και το SPD  σημειώνει τη μεγαλύτερη εκλογική του νίκη, με 4,25 εκατ. ψήφους και 110 βουλευτές στο Ράιχσταγκ. «Αγωνιζόμαστε εναντίον του καπιταλισμού   που θέλει να μετατρέψει την Ευρώπη σε πεδίο μάχης», η Ρόζα ρίχνει το σύνθημα. Μαχητική στις συγκεντρώσεις, κατ΄ουσίαν ωθεί τις Αρχές να επέμβουν. Συλλαμβάνεται και εμφανίζεται στις  2ο Φεβρουαρίου 1914 στο  Δικαστήριο της Φρανκφούρτης για να απαντήσει στις κατηγορίες, «παρότρυνση για ανυπακοή στον νόμο». «Οι πόλεμοι είναι βάρβαροι», διακηρύσσει, «όταν η πλειοψηφία του λαού φτάσει σε αυτό το συμπέρασμα, θα γίνουν ανέφικτοι». Καταδικάζεται, αλλά ασκεί έφεση και αφήνεται ελεύθερη. Στις 28 Ιουνίου 1814, ο Γιουγκοσλάβος εθνικιστής Γκαβρέλο Πρίνσιπ δολοφονεί στο Σεράγεβο  τον αρχιδούκα Φραντς Φέρντιναντ και τη γυναίκα του. Η συνέχεια είναι γνωστή. Την επομένη αρχίζει η δίκη της Ρόζας. Βάζει στο εδώλιο το στράτευμα. Στην προοπτική χιλιάδων μαρτύρων των απάνθρωπων συνθηκών που επικρατούν στο γερμανικό στράτευμα, ο υπουργός Πολέμου αποσύρει τις κατηγορίες. Στις 4 Αυγούστου, ωστόσο, στο Ράιχσταγκ οι 110 σοσιαλιστές βουλευτές ψηφίζουν τον προϋπολογισμό υπέρ του πολέμου. Στις  30 Ιουλίου 1914, στη Σοσιαλιστική Διεθνή στις Βρυξέλλες,  οι σύνεδροι κραυγάζουν: «Σύντροφοι, ας ενωθούμε, να πολεμήσουμε μαζί», ενώ λίγες μέρες αργότερα ο εκπρόσωπος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος δήλωσε στο Γερμανικό Κοινοβούλιο :  «Την ώρα του κινδύνου θα υπερασπιστούμε την πατρίδα». Στις 2 Δεκεμβρίου, στο ίδιο κοινοβούλιο, ένας και μόνον βουλευτής διαφωνεί για τις πολεμικές πιστώσεις και συλλαμβάνεται. Πρόκειται για τον Καρλ Λίμπκνεχτ. Η Ρόζα επιμένει, παρά τη λογοκρισία και τη στενή παρακολούθηση, ώσπου συλλαμβάνεται  στις 10 Ιουλίου  1916. «Αυτόν τον καιρό έχω πάρει άδεια από την παγκόσμια ιστορία, αλλά δεν είναι από δικό μου φταίξιμο», γράφει στο κελί της  στο κάστρο  Βρόνκε, στην επαρχία Πόζναν,  όπου είχε κι ένα μικρό κηπάκι που τόση χαρά της έδινε. Εν τω μεταξύ, μεραρχίες στο μέτωπο στασιάζουν, στο Ράιχσταγκ οξύνεται η αντίθεση στον πόλεμο, το SPD διασπάται, στις  Αυγούστου 1917 Γερμανοί ναύτες σε ένα θωρηκτό δεν υπακούουν στις εντολές, οι υποκινητές στήνονται στα έξι βήματα και εκτελούνται, στις 25 Οκτωβρίου, σύμφωνα με το ρωσικό ημερολόγιο, οι μπολσεβίκοι εισβάλλουν στα Χειμερινά Ανάκτορα και διαλύουν την προσωρινή κυβέρνηση και επιβάλλονται στη Ρωσία.

Στη φυλακή, εν τω μεταξύ, το μαστίγωμα ενός νεροβούβαλου, λάφυρο πολέμου από τη Ρουμανία, συγκινεί βαθύτατα τη Ρόζα, «το πανόραμα του πολέμου περνάει μπροστά από τα μάτια της», λίγο πριν 2  εκατ. Αμερικανοί στρατιώτες καταφτάσουν στο Δυτικό Μέτωπο.  Η γερμανική άμυνα καταρρέει. Στις 3 Οκτωβρίου, ο πρίγκιπας Μαξ της Βάδης διορίζεται καγκελάριος και σχηματίζεται πολυκομματική κυβέρνηση. Ένας σοσιαλιστής, ο  Φίλιπ Σνάιντεμαν, γίνεται υπουργός. Τη νύχτα εκείνη γίνεται έκκληση για ειρήνη, αλλά είναι πια πολύ αργά. Ο πόλεμος συνεχίζεται και οι Βρετανοί, για να υπογράψουν ανακωχή, ζητούν την καταστροφή του Γερμανικού Στόλου. Οι ναύτες δεν συμφωνούν.   Εκπρόσωποι από όλα τα πλοία αποφασίζουν σε ένα νεκροταφείο την κατάληψη του Ναυστάθμου και των πλοίων. Οι Αρχές επανακτούν τον έλεγχο των πλοίων και στο Κίελο συλλαμβάνουν 49 ναύτες, αλλά η προσπάθεια αναχαίτισης τα εξέγερσης στρέφεται εναντίον τους. Μέχρι το το βράδυ  τα επαναστατικά συμβούλια των εργατών και των στρατιωτών έχουν αποκτήσει τον έλεγχο της πόλης. «Τούτη την ώρα διακηρύσσουμε την Ελεύθερη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γερμανίας […] Η κυριαρχία του καπιταλισμού, που μετέτρεψε την Ευρώπη σε νεκροταφείο, παίρνει τέλος», γράφει η Ρόζα στην μπροσούρα  Τι είναι και τι θέλει η ομάδα Σπάρτακος. Το Αμβούργο, το Ανόβερο, η Φρανκφούρτη, το Μόναχο πάλλονται από διαδηλώσεις, στις 9 Νοεμβρίου οι μάζες κατακλύζουν τους δρόμους του Βερολίνου.  Ο Λίμπκνεχτ επευφημούμενος ανακηρύσσει την Ελεύθερη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γερμανίας. Το Ράιχσταγκ καταλαμβάνεται από τους Φρουρούς της Επανάστασης, μια οργάνωση απλών εργατών. Η παραίτηση του απόντος κάιζερ είναι γεγονός. Αργά εκείνην τη νύχτα, η Ρόζα βγαίνει από τη φυλακή.  Στις συγκεντρώσεις όπου σπεύδει διακηρύσσει την περίφημη φράση, τυπωμένη στο Τι είναι και τι θέλει ο Σπάρτακος:    « Ο σοσιαλισμός είναι  η μοναδική λύση για την ανθρωπότητα. ΄Οπως λέει το Κομμουνστικό Μανιφέστο: ΄΄Σοσιαλισμός ή βαραβαρότητα’’!» -ξέρουμε ότι πουθενάστοΜανιφέστο δεν αναφέρεται η εμβληματική αυτή φράση, προέρχεται από τη συζήτηση του Καρλ Κάουτσκυ πάνω στις βασικές αρχές του γερμανικού σοσιαλισμού, το Πρόγραμμα της Ερφούρτης. Ο ΄Εμπερτ ορκίζεται πρωθυπουργός στις 21 Αυγούστου 1919. Ο Λούντερτορφ έχει παραιτηθεί, επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου έχει οριστεί ο  Γκρένερ.  Η Ρόζα επιμένει ότι ελευθερία μόνο για ένα κόμμα δεν είναι ελευθερία, τώρα ιδίως, που το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα κυβερνά. Ασκεί κριτική στον Λένιν και στους μπολσεβίκους, «με έχει απογοητεύσει η τρομοκρατία του φίλου μου του Λένιν». Τα  Freikorps, εν τω μεταξύ, γυμνάζονται και προετοιμάζονται. Η Ρόζα αφοσιώνεται στην εφημερίδα των Σπαρτακιστών, την Κόκκινη σημαία. Οι νεκροί διαδηλωτές διαδέχονται ο ένας τον άλλον.    Οέμπερτ απολύει τον επικεφαλής, ριζοσπάστη της αστυνομίας του Βερολίνου,   Εμίλ Άιχνορ. Αυτός αρνείται να παραιτηθεί, χιλιάδες διαδηλωτές κατακλύζουν τους δρόμους: «Κάτω η κυβέρνηση του Έμπερτ». Ο τελευταίος δεν συλλαμβάνεται, οι Σπαρτακιστές προσπαθούν να προλάβουν τα γεγονότα. Πώς, αλήθεια, πρέπει να προχωρήσει η επανάσταση, μια επανάσταση που φαίνεται ότι προχωρά με έγγραφα, υπογραφές και σφραγίδες σε κάθε βήμα της. Καταλαμβάνονται μερικά κτίρια χωρίς στρατηγική σημασία. Στις 2 Νοεμβρίου τα Freikorps  επιτίθενται, ανοίγουν πυρ εναντίον των διαδηλωτών, στις 9 Ιανουαρίου εισβάλλουν στα γραφεία της εφημερίδας των Σπαρτακιστών.

Στις 14 Ιανουαρίου 1919 η Ρόζα Λούξεμπουργκ, 47 ετών, συλλαμβάνεται,  βασανίζεται, πυροβολείται, νύχτα με αυτοκίνητο μεταφέρουν τη σορό της, από τη γέφυρα  του Λιχτενστάιν τη ρίχνουν στο κανάλι  Λάνβεχρ.

«Τάξη επικρατεί στο Βερολίνο», ήταν οι τελευταίες λέξεις που έγραψε και δημοσίευσε στην Κόκκινη σημαία.

Το πτώμα της εκβράστηκε τον Μάιο του 1919.   Ο σταλινισμός χρησιμοποίησε τη Ρόζα χρήσιμο φάντασμα, ύστερα από τον θάνατο του Στάλιν, καταγγέλλοντας τις  υποτιθέμενες απόψεις της περί «αυθορμητισμού», ενώ και ο Τρότσκυ κατήγγειλε  τους «αυθορμητιστές», τους Γάλλους οπαδούς της Ρόζας, αλλά όχι του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Αλλά οι τροτσκιστές αγκάλιασαν τρόπον τινά τη Ρόζα, εφόσον ο Στάλιν την είχε αποκηρύξει. Η Ρόζα επανήλθε ορμητικά στο προσκήνιο μέσα από τους αντιαποικιακούς αγώνες και τα φεμινιστικά κινήματα των δεκαετιών του 1960 και 1970, ενώ τμήματα της Νέας Αριστεράς βρήκαν  στις γραφές της Ρόζας περί γενικής απεργίας μια αναζωογονητική διατύπωση, με τη βοήθεια νέων  γερμανικών εκδόσεων και αγγλικών μεταφράσεων. Όσο για τη Γερμανία,   την πολιτική της κληρονομιά διεκδίκησε η αριστερή πτέρυγα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, καθώς και η νεολαία του, «Τα γεράκια». Εκκρεμεί στη χώρα μας να εκπονηθεί εργασία για την πρόσληψή της. Από  αυτή την άποψη, η εικονογραφημένη βιογραφία της Evans, μεταφρασμένη από την έμπειρη και επί του θέματος Σώτη Τριανταφύλλου,  δεν είναι μόνο καλοδεχούμενη και καλόδεχτη, είναι και χρήσιμο εργαλείο, χάρις και στο πλούσιο υλικό και στον σχολιασμό που περιέχει, ενώ καταγράφονται οι εκδόσεις με έργα της Λούξεμπουργκ στη γλώσσα μας.

 

Kate Evans, Κόκκινη Ρόζα.  Ρόζα Λούξεμπουργκ: Η εικονογραφημένη βιογραφία, μτφρ. Σώτη Τριανταφύλλου, Πατάκης, 2022.

Βρες το εδώ

 

Προηγούμενο άρθρο10 χρόνια “Α” : Η παλιά σκάλα (του Θωμά Κοροβίνη)
Επόμενο άρθροΛογοτεχνικά Βραβεία Αναγνώστη, Μικρές λίστες : Τα καλύτερα βιβλία του 2021

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ