Λίζα Καβάγιου: αναζητώ τα σημεία επαφής στην εποχή του fomo (συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Σαμοθράκη)

0
355
Spread the love

 

συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Σαμοθράκη

Η Λίζα Καβάγιου, σπούδασε Ηλεκτρολόγος και Μηχανικός Η/Υ στο ΕΜΠ και στο Εδιμβούργο οπότε αναμενόμενα η δεύτερη συλλογή διηγημάτων της με τίτλο «Σημείο Επαφής» ηλεκτρίζει τον αναγνώστη. Με απέριττη αφήγηση, οξυδερκή ενσυναίσθηση και διερευνητική ματιά, τα έντεκα διηγήματα της συλλογής αποτελούν το καθένα και ένα διαφορετικό τρόπο προσέγγισης του σημείου όπου οι ζωές των πρωταγωνιστών εφάπτονται.

 

ΕΡ: Διαβάζοντας τη συλλογή «Σημείο Επαφής» (εκδ. Νήσος) ένιωσα πως ο ορισμός ενός λογοτεχνικού σημείου επαφής είναι εκεί όπου νοσταλγούμε την ανθρωπιά μας. Εσείς πώς θα το ορίζατε;

ΑΠ: Η λογοτεχνία είναι σημείο επαφής ούτως ή άλλως. Όταν γράφω, μπαίνω στο σώμα, στο μυαλό και στο περιβάλλον του ήρωα και μεταφέρω την εμπειρία του. Όταν με διαβάζουν, από την άλλη πλευρά, μπαίνουν στο μυαλό μου, όπου βρίσκεται κρυμμένος αυτός ο ήρωας, με τον τρόπο που τον αντιλήφθηκα εγώ. Αναζητώ, έτσι, την επαφή μεν τη δική μου με τους χαρακτήρες και με τους αναγνώστες, αλλά και την επαφή μεταξύ αυτών των δύο μερών. Αν τελικά πετύχει αυτό το «προξενιό», έγκειται στο πόσο ανοίχτηκα και αν σέρβιρα χωρίς περιστροφές, όσα σκεφτόμουν. Κι εκεί αποσύρομαι. Η επαφή είναι ουσιαστικό συστατικό της ανθρωπιάς μας, οπότε όσοι επιλέγουμε την λογοτεχνία ως μέσο έκφρασης, αποζητούμε έστω κάποιους λίγους αναγνώστες, που στάθηκαν και μας «άκουσαν».

ΕΡ: Είναι η μοναξιά η μάστιγα της εποχής μας;

ΑΠ: Είναι μια από τις μάστιγες, αλλά δεν θα έλεγα ούτε πως είναι η χειρότερη ούτε πως είναι μη αναστρέψιμη η κατάσταση. Ακούω ιστορίες εφήβων στην Αμερική, που απαρνήθηκαν το κινητό γιατί συνειδητοποίησαν ότι κάποιοι ζουν πραγματικά ή γιατί βλέπουν σε παλιότερες ταινίες τι σήμαινε να γνωρίζεις κάποιον δια ζώσης. Δεν το έχουν βιώσει και το λαχταρούν. Θεωρώ πως είμαστε σε μια μετα-εποχή της τεχνολογίας, όπου ο αρχικός ενθουσιασμός έχει ξεθωριάσει και οι νεότεροι επανεφευρίσκουν τους κώδικες επικοινωνίας . Το γνωστό “fomo-fear of missing out” μετακυλίεται στην πραγματική ζωή. Είμαι αισιόδοξη πως οι πιο συνειδητοποιημένοι θα συμπαρασύρουν κι άλλους και θα επιδιώξουν περισσότερη επαφή με το είδος τους.

ΕΡ: Με ποιο κριτήριο επιλέξατε τις ιστορίες της συλλογής; Έμειναν κάποια εκτός και αν ναι ποια;

ΑΠ: Αρχικά είχα γράψει λιγότερες από τις μισές και συνειδητοποίησα ότι τις διέπει αυτή η κοινή θεματολογία – του σημείου, δηλαδή, όπου δυο άνθρωποι έρχονται σε επαφή, με οποιονδήποτε τρόπο. Κατόπιν άρχισα να παρατηρώ σχετικές καταστάσεις ή να θυμάμαι αντίστοιχες ιστορίες που με είχαν απασχολήσει στο παρελθόν. Δεν έμεινε κάτι εκτός. Δεν ασχολήθηκα καν με τις ιστορίες εκτός θεματολογίας, γιατί ήθελα όλο το βιβλίο να αποπνέει αυτή την εμπειρία – το σημείο επαφής ως καταφύγιο, ως ενόχληση, ως αφορμή, ως ξέσπασμα, ως έκφραση.

ΕΡ: Υφίσταται το δίλημμα πλοκή- χαρακτήρες;

ΑΠ:΅Δεν με έχει απασχολήσει ποτέ. Κάποιοι χαρακτήρες γεννούν πλοκή από μόνοι τους και κάποιες ιστορίες ίσως είναι τόσο έντονες, που αφήνω τους χαρακτήρες κάπως σαν μπαλαντέρ – χωρίς περιορισμούς και μεγάλη λεπτομέρεια, ώστε ο κάθε αναγνώστης να βάλει τον εαυτό του ή όποιον άλλον φαντάζεται στην θέση του ήρωα. Αυτό που θα ολοκληρώσει το κείμενο για μένα είναι αν τελικά είπα κάτι ουσιαστικό είτε μέσω της πλοκής είτε μέσω των χαρακτήρων , των εκφραστικών μέσων ή της ατμόσφαιρας που δημιούργησα.

ΕΡ: Η πλειοψηφία των ιστοριών αφορά γυναίκες. Διαθέτουμε περισσότερα σημείο επαφής ή έτυχε;

ΑΠ: Οι πιο ανοιχτοί και διαθέσιμοι άνθρωποι, αυτοί που έχουμε «περιέργεια», έχουμε περισσότερα σημεία επαφής ανεξαρτήτως φύλου. Σίγουρα ως γυναίκα, γράφω με μεγαλύτερη ασφάλεια για γυναικείους χαρακτήρες, αν και είναι κάτι που τολμώ και καταπατώ αρκετά συχνά.

ΕΡ: Είναι η δεύτερη συλλογή διηγημάτων σας- γιατί σας προτιμά η μικρή φόρμα;

ΑΠ: Τα αγαπώ τα διηγήματα. Σκέφτεσαι πολύ και γράφεις λίγο. Δίνεις στον αναγνώστη ένα διήθημα ιδεών, να τις κάνει ό,τι θέλει και για όσο θέλει. Του δίνεις ένα στιγμιότυπο για να επιλέξει εκείνος τι υπήρχε πριν και τι θα υπάρξει μετά. Και ως αναγνώστρια τα προτιμώ. Δεν θεωρώ ότι η έκταση έχει απαραιτήτως μεγαλύτερη αξία. Ταιριάζει και στον χαρακτήρα μου η λακωνικότητα και η σαφήνεια. Επίσης για να εργαστείς σε κάτι εκτενές είναι απαραίτητη και μια εμμονή με το θέμα σου. Δεν έχω εμμονές με τίποτα.

ΕΡ: Ποια είναι τα επτά αμαρτήματα του διηγηματογράφου;

ΑΠ: Θα προσπαθήσω να τα βάλω σε σειρά προτεραιότητας. Κακό συντακτικό ή γραμματική, ανακριβολογία, αυταρέσκεια, φλυαρία, επιβεβλημένο δράμα, υπερβολή οπουδήποτε, έλλειψη ευρηματικότητας. Όλα αυτά δεν αποτελούν αμαρτήματα (τουναντίον) αν γίνονται επί σκοπώ, αν δηλαδή εξυπηρετεί κάπου η φλυαρία ή κακή χρήση της γλώσσας.  Ή και τα ορθογραφικά λάθη. Γράψε κι από τα δεξιά προς τα αριστερά, φτάνει να υπάρχει λόγος και να μπορεί ο αναγνώστης να τον εντοπίσει.

ΕΡ: Έχετε αδυναμία σε κάποιο από τα διηγήματα της συλλογής σας;

ΑΠ: Αναλόγως πώς θα εκφραστεί αυτή η ερώτηση, έχω και άλλη απάντηση. Στο «Χαστούκι» έχω αδυναμία. Μου αρέσει ο ρυθμός του, το κλίμα, η εικόνα, η λιτότητά του.

ΕΡ: Με ποιους σύγχρονους Έλληνες και ξένους λογοτέχνες νιώθετε πως έχετε σημείο επαφής;

ΑΠ: Εκπληκτικοί εν ζωή σύγχρονοι λογοτέχνες υπάρχουν πολλοί ανά τον κόσμο και είμαι ευγνώμων που μπορώ να τους γνωρίσω από podcast/αφηγήσεις άμεσα, από την γωνιά μου. Νιώθω ότι έχω σημείο επαφής – καταλαβαίνω ίσως καλύτερα- πχ τον Παλαβό, την Aysegul Savas, την Clare Sestanovich, και σίγουρα τον Λαμπατούτ, που είχα την τύχη να παρακολουθήσω και πρόσφατα στην Αθήνα. Θαυμάζω την όρεξη, την περιέργειά του, το χιούμορ και την ταπεινότητά του. Αυτοί που φτιάχνουν κόσμους και παράλληλα δεν παίρνουν τον εαυτό τους πολύ στα σοβαρά, είναι οι αγαπημένοι μου σε όλους τους τομείς.

ΕΡ: Ποιο διήγημα θα θέλατε να έχετε γράψει εσείς;

ΑΠ: Ένα που μου έρχεται στο νου, από τα πιο συγκλονιστικά, είναι «Η Νύστα» του Τσέχωφ. Υπάρχουν πολλά εγχώρια και διεθνή διαμάντια, βέβαια, απλώς από τη στιγμή που μπήκα στο δωμάτιο με τη Βάρικα, δεν ξαναβγήκα.

ΕΡ: Στο διήγημα «Αυτό που Κοιμάται» ένα παραμύθι προτείνεται ως αντίδοτο στο μετατραυματικό στρες. Είναι η λογοτεχνία μοναχική ενασχόληση ή σημείο επαφής;

ΑΠ: Όχι σκέτο παραμύθι. Η Αριέττα αγκαλιάζει και χαϊδεύει μητρικά τον Γκιλ ενώ του αφηγείται το παραμύθι. Είναι ό,τι πιο ανακουφιστικό μπορώ να φανταστώ (σε μη χημικές μεθόδους). Η δι ελέου και φόβου κάθαρση της μυθοπλασίας συνδυασμένη με την τρυφερότητα, που μόνο οι αγαπημένοι μπορούν να προσφέρουν, είναι αντίδοτο, έστω και προσωρινό. Η λογοτεχνία, κατά τα άλλα, έχει τη μαγεία να προσφέρει απόλαυση σε μοναχικές στιγμές αλλά και να αποτελεί η ίδια σημείο επαφής, όπως είπαμε και στην αρχή. Όταν έχεις διαβάσει κάποιον ή όταν έχεις συγκινηθεί με τα ίδια κείμενα με κάποιον, είναι σα να κόβεις δρόμο στη γνωριμία σας- σε μια βαθιά γνωριμία. Φτάνεις πιο γρήγορα στο σημείο επαφής .

 

Λίζα Καβάγιου, Σημείο επαφής, εκδ. Νήσος 

Προηγούμενο άρθροΟ μονοθεϊσμός ως πολιτικό πρόβλημα (του Στέφανου Δημητρίου)
Επόμενο άρθροΧρωματιστοί δρόμοι προς την ποίηση (γράφει η Βενετία Αποστολίδου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ