του Δημήτρη Σωτηρόπουλου,
Η ομιλία του Λάσλο Κρασναχορκάι στην απονομή του φετινού Νόμπελ σε δική μου πρόχειρη μετάφραση.
⸻
Κυρίες και κύριοι!
Με την ευκαιρία της απονομής του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας 2025, αρχικά επιθυμούσα να μοιραστώ μαζί σας τις σκέψεις μου για την ελπίδα, αλλά καθώς τα αποθέματα της ελπίδας μου έχουν πια οριστικά εξαντληθεί, θα μιλήσω τώρα για τους αγγέλους.
⸻
I.
Περπατώ πάνω-κάτω και σκέφτομαι τους αγγέλους, και ακόμη και τώρα περπατώ πάνω-κάτω — μην πιστεύετε στα μάτια σας· μπορεί να σας φαίνεται πως στέκομαι εδώ και μιλώ σε ένα μικρόφωνο, αλλά δεν είναι έτσι, στην πραγματικότητα περπατώ γύρω-γύρω, από τη μία γωνιά στην άλλη, και πάλι πίσω από εκεί όπου ξεκίνησα, και έτσι ξανά και ξανά, γύρω-γύρω, και ναι, σκέφτομαι τους αγγέλους· αγγέλους, και μπορώ αμέσως να αποκαλύψω πως πρόκειται για ένα νέο είδος αγγέλων, είναι άγγελοι χωρίς φτερά, κι έτσι, για παράδειγμα, δεν χρειάζεται πια να συλλογιζόμαστε πώς γίνεται, αν τα δύο φτερά προεξέχουν από τις πλάτες αυτών των αγγέλων, αν όντως αυτά τα δύο τεράστια φτερά απλώνονται τόσο βαριά ακόμη και πέρα από τους μανδύες τους, τότε τι είδους δουλειά κάνει ο ουράνιος ράφτης τους, ποια άγνωστη γνώση παρασύρεται στο εργαστήριό του εκεί πάνω όταν τους ντύνει· τα δύο φτερά βρίσκονται έξω, φυσικά, έξω από το ασώματο σώμα, αλλά τότε πού τοποθετούνται αυτά τα φτερά έξω από εκείνο το άσαρκο, σωματικό ένδυμα που τους περιελίσσεται τόσο γλυκά και που καλύπτει επίσης τα φτερά τους, ή, αντιστρόφως, αν τα φτερά τους δεν προεξέχουν, τότε πώς καλύπτει αυτός ο ουράνιος μανδύας τα σώματά τους μαζί με τα φτερά, αχ, καημένε Μποτιτσέλι, καημένε Λεονάρντο, καημένε Μιχαήλ Άγγελε, πράγματι καημένε Τζιότο και Φρα Αντζέλικο! — αλλά τώρα δεν έχει σημασία πια, το ερώτημα αυτό εξατμίστηκε μαζί με τους αγγέλους των παλιών καιρών, οι άγγελοι για τους οποίους μιλώ είναι οι νέοι, αυτό είναι πια σαφές καθώς αρχίζω να περιδιαβαίνω το δωμάτιό μου, το οποίο εσείς μπορείτε τώρα μόνο να βλέπετε ως το μέρος όπου στέκομαι μπροστά σε ένα μικρόφωνο και ανακοινώνω, ως ο φετινός αποδέκτης του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, ότι ήθελα να μιλήσω για την ελπίδα, αλλά δεν θα μιλήσω γι’ αυτήν τώρα, θα μιλήσω για τους αγγέλους, από εκεί θα ξεκινήσω, και ήδη σχηματίζονταν αμυδρά περιγράμματα μέσα στο μυαλό μου καθώς έθετα τον εαυτό μου στο έργο, λαμβάνοντας μια στάση περισυλλογής στον χώρο εργασίας μου, που δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλος, συνολικά τέσσερα επί τέσσερα μέτρα σε ένα δωμάτιο-πύργο, από το οποίο φυσικά πρέπει να αφαιρεθεί και ο χώρος του κλιμακοστασίου που οδηγεί πάνω-κάτω στο ισόγειο· δεν θα πρέπει βέβαια να φαντάζεστε κάποιο ρομαντικό πύργο από ελεφαντόδοντο, αυτός ο πύργος, φτιαγμένος από τις φθηνότερες σανίδες νορβηγικής ελάτης και τοποθετημένος στη δεξιά γωνία ενός ισόγειου ξύλινου κτιρίου, υψώνεται πάνω από όλα τα άλλα επειδή το οικόπεδό μου βρίσκεται σε κλίση, επειδή ολόκληρο το κτίσμα στέκεται στην κορυφή ενός λόφου, δηλαδή ολόκληρο το οικόπεδο είναι σε κατηφόρα και γέρνει, μάλιστα γέρνει απότομα προς μια κοιλάδα, πράγμα που σημαίνει ότι όταν θέλησα να κατασκευάσω μια απολύτως απαραίτητη επέκταση για τα ισόγεια δωμάτια, επειδή τα βιβλία άρχισαν να διεκδικούν κάθε διαθέσιμο χώρο και ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα αυτό το έργο κατέστη αδύνατον να αναβληθεί, τότε, εξαιτίας αυτής της κλίσης, το δωμάτιο που κατασκευάστηκε ως επέκταση υψώθηκε ήδη σαν πύργος πάνω από τον κάτω όροφο και τον βάρυνε — τέλος πάντων, εδώ θα ήθελα απλώς να μιλήσω για τους αγγέλους,
και όχι για την ελπίδα,
και όχι για τους παλιούς, δηλαδή τους παλιούς αγγέλους, επειδή οι παλιοί, οι φτερωτοί — σκεφτείτε τους πιο διάσημους από αυτούς στους πίνακες του Ευαγγελισμού, που παρήχθησαν σε ανυπολόγιστες ποσότητες κατά τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση — έφερναν ένα μήνυμα, ένα μήνυμα ότι Ο Μεσσίας Θα Γεννηθεί· αυτοί ήταν οι άγγελοι των παλιών καιρών, αυτοί οι ουράνιοι αγγελιοφόροι που κατέφθαναν αδιάκοπα με αυτό ή με κάποιο άλλο μήνυμα, και σύμφωνα με τα ευρήματα της αγγελολογίας, ως επί το πλείστον το μετέφεραν προφορικά στον αποδέκτη, ή, όπως φαίνεται σε απεικονίσεις του ένατου και δέκατου αιώνα, το διάβαζαν απευθείας από μια κυματιστή λωρίδα χαρτιού, μια κορδέλα-πρόταση, σε παραστάσεις όπου η λέξη αποκτά εξαιρετική σημασία· όμως αυτοί οι άγγελοι, ακόμη και όταν εκπλήρωναν άλλες αποστολές, πάντοτε μετέφεραν — πιο ακριβώς, μετέφεραν κάποτε — το μήνυμα Του Υπεράνω Πάντων στους εκλεκτούς Του, τη λέξη σκεπασμένη με φως ή ψιθυρισμένη στο αυτί, πράγμα που σημαίνει ότι, ανεξαρτήτως αυτών των απεικονίσεων, οι άγγελοι αυτοί δεν μπορούσαν στην πραγματικότητα να διακριθούν από το μήνυμά τους — ακριβέστερα, δεν μπορούσαν να διακριθούν από το μήνυμά τους — σε τέτοιον βαθμό ώστε θα έπρεπε μάλλον να πούμε πως οι άγγελοι των παλιών καιρών ήταν οι ίδιοι μηνύματα, οι ίδιοι ήταν το μήνυμα που έφθανε πάντοτε από Εκείνον Που Δεν Μπορεί Να τύχει Ικεσίας, Εκείνος τους έστελνε, έστελνε τους αγγέλους σε εμάς, σε εμάς που παλεύουμε μέσα στη σκόνη, σε εμάς που περιπλανιόμαστε, καταδικασμένοι σε Απρόβλεπτες Συνέπειες — αχ, εκείνοι οι όμορφοι καιροί! — με μια λέξη, κάθε άγγελος των παλιών καιρών ήταν ένα μήνυμα από κάποιον προς κάποιον άλλο, ένα μήνυμα ειδήσεων με τον χαρακτήρα διαταγής ή αναφοράς, όμως δεν προτίθεμαι να ασχοληθώ με αυτό εδώ μπροστά σας, καθώς περιδιαβαίνω αδιάκοπα το δωμάτιο-πύργο μου, που, όπως ήδη γνωρίζετε, είναι κατασκευασμένος από σανίδες φθηνής νορβηγικής ελάτης και είναι σχεδόν αδύνατον να θερμανθεί, και που είναι πύργος μόνο εξαιτίας της απότομης κλίσης του οικοπέδου, λοιπόν, δεν θα μιλήσω για τους παλιούς, ακόμη κι αν οι εικόνες που ζουν μέσα μας — χάρη στις ιδιοφυΐες του Μεσαίωνα και των πρώιμων νεότερων χρόνων, από τον Τζιότο έως τον Τζιότο — ακόμη κι αν αυτοί οι παλιοί άγγελοι, με τα ταιριαστά τους επίθετα του εκθαμβωτικού, του υψηλού και του οικείου, εξακολουθούν να μπορούν να αγγίζουν τις ψυχές μας ανά πάσα στιγμή, ακόμη και τώρα, ακόμη κι αν μπορούν να αγγίζουν τις ψυχές μας που είναι ανίκανες για πίστη, διότι αυτοί ήταν εκείνοι που, μέσα στους αιώνες, λόγω των σπάνιων εμφανίσεών τους, μας επέτρεπαν να συμπεράνουμε την ύπαρξη του Ουρανού, και μαζί με αυτό μπορούσαμε επίσης να συμπεράνουμε την κατεύθυνση που δημιουργούσε μέσα μας τη δομή του σύμπαντος ως κατεύθυνση, γιατί όπου υπάρχει κατεύθυνση υπάρχει και απόσταση, δηλαδή υπάρχει χώρος, και όπου υπάρχει κατεύθυνση θα υπάρχει και απόσταση ανάμεσα σε δύο σημεία, δηλαδή θα υπάρχει χρόνος, και υπάρχει έτσι, εδώ και αιώνες — αχ, και εδώ και χιλιετίες! — ο κόσμος που πιστεύεται ότι έχει δημιουργηθεί, όπου αυτές οι συναντήσεις μαζί τους, με αυτούς τους παλιούς αγγέλους, μας έδιναν τη δυνατότητα να αισθανθούμε με βεβαιότητα το πάνω και το κάτω ως κάτι γνήσιο και πραγματικό· κι έτσι, αν ήθελα να σας μιλήσω για τους παλιούς αγγέλους, θα περπατούσα κυκλικά από τη μία γωνία και θα επέστρεφα στην ίδια γωνία, όμως όχι, οι παλιοί άγγελοι δεν υπάρχουν πια, υπάρχουν μόνο οι νέοι, και εγώ ο ίδιος δεν περπατώ πια κυκλικά από τη μία γωνία πίσω στην ίδια γωνία συλλογιζόμενος αυτούς καθώς στέκομαι εδώ ενώπιον της προσοχής σας, διότι, όπως ίσως ήδη ανέφερα,
οι άγγελοί μας είναι αυτοί οι νέοι,
και, έχοντας χάσει τα φτερά τους, δεν διαθέτουν πλέον εκείνους τους μανδύες που τους περιελίσσονταν γλυκά, περπατούν ανάμεσά μας με απλά ρούχα του δρόμου, δεν ξέρουμε πόσοι είναι, αλλά σύμφωνα με κάποια σκοτεινή υπόνοια ο αριθμός τους παραμένει αμετάβλητος, και, όπως ακριβώς οι άγγελοι των παλιών καιρών τότε, έτσι και αυτοί οι νέοι εμφανίζονται κατά έναν παράξενο τρόπο εδώ κι εκεί, εμφανίζονται μπροστά μας στις ίδιες ακριβώς καταστάσεις της ζωής μας όπως τότε οι παλιοί, και στην πραγματικότητα είναι εύκολο να τους αναγνωρίσει κανείς αν εκείνοι το θέλουν, αν δεν κρύβουν αυτό που κουβαλούν μέσα τους, είναι εύκολο, γιατί είναι σαν να μπαίνουν στην ύπαρξή μας με έναν διαφορετικό ρυθμό, μια διαφορετική αγωγή, μια διαφορετική μελωδία από εκείνη στην οποία βαδίζουμε εμείς, εμείς που κοπιάζουμε και περιπλανιόμαστε μέσα στη σκόνη εδώ κάτω, επιπλέον δεν μπορούμε καν να είμαστε τόσο βέβαιοι ότι αυτοί οι νέοι άγγελοι καταφθάνουν από κάποιο «εκεί πάνω», γιατί δεν φαίνεται πλέον να υπάρχει ούτε αυτό το «εκεί πάνω», σαν κι αυτό να έχει κιόλας — μαζί με τους παλιούς αγγέλους — παραδώσει τη θέση του στο αιώνιο ΚΑΠΟΥ όπου τώρα μόνο οι παράφρονες κατασκευές των Ίλον Μασκ αυτού του κόσμου οργανώνουν τον χώρο και τον χρόνο, και από αυτό μπορεί να προκύπτει ότι ενώ εσείς αμετάβλητα βλέπετε και ακούτε μόνο έναν γέρο μπροστά σας, να μιλά στη δική του άγνωστη γλώσσα με την ευκαιρία της απονομής του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, έναν γέρο που φυσικά περιδιαβαίνει αμετάβλητα και με ακρίβεια εκείνο το ίδιο αθέρμαντο δωμάτιο-πύργο, ανάμεσα στις σανίδες της νορβηγικής ελάτης, περιδιαβαίνοντας αδιάκοπα, δηλαδή εμένα τον ίδιο, εκείνον που τώρα επιταχύνει το βήμα του σαν να θέλει να εκφράσει ότι οι σκέψεις του για αυτούς τους νέους αγγέλους απαιτούν έναν διαφορετικό βηματισμό και μια διαφορετική ταχύτητα από εκείνη εκείνου που συλλογίζεται γι’ αυτούς — και πράγματι, τώρα καθώς επιταχύνω τα βήματά μου, συνειδητοποιώ ξαφνικά ότι αυτοί οι νέοι άγγελοι όχι μόνο δεν έχουν φτερά, αλλά δεν έχουν ούτε μήνυμα, κανένα απολύτως, απλώς είναι εδώ ανάμεσά μας με τα απλά ρούχα του δρόμου, αγνώριστοι αν έτσι το θελήσουν, αλλά αν θελήσουν να αναγνωριστούν, τότε διαλέγουν έναν από εμάς, πλησιάζουν, και τότε ξαφνικά, μέσα σε μία και μόνη στιγμή, πέφτουν τα λέπια από τα μάτια μας, φεύγει η πλάκα από τις καρδιές μας, δηλαδή λαμβάνει χώρα μια συνάντηση, στεκόμαστε εκεί αποσβολωμένοι, ω Θεέ μου, είναι ένας άγγελος, στέκεται εδώ μπροστά μας, μόνο που… δεν μας δίνει τίποτα, καμία πρόταση δεν κυματίζει γύρω του, δεν υπάρχει φως με το οποίο να μπορεί να ψιθυρίσει στο αυτί μας, δηλαδή δεν προφέρει ούτε μία λέξη, σαν να έχει καταστεί άλαλος, απλώς στέκεται εκεί και μας κοιτάζει, αναζητά το βλέμμα μας, και σε αυτή την αναζήτηση υπάρχει μια ικεσία να κοιτάξουμε μέσα στα μάτια του, ώστε
εμείς οι ίδιοι να μεταδώσουμε ένα μήνυμα σε εκείνον, μόνο που δυστυχώς δεν έχουμε κανένα μήνυμα να δώσουμε, γιατί το μόνο που θα μπορούσαμε να πούμε ως απάντηση σε αυτό το ικετευτικό βλέμμα είναι ό,τι ειπώθηκε κάποτε, όταν ακόμη υπήρχε ερώτηση, ενώ τώρα δεν υπάρχει ούτε ερώτηση ούτε απάντηση, και έτσι τι είδους συνάντηση είναι αυτή, τι είδους ουράνια και επίγεια σκηνή είναι αυτή, απλώς στεκόμαστε εκεί μπροστά τους και τους κοιτάζουμε, και αυτοί στέκονται μπροστά μας και μας κοιτάζουν, και αν αυτοί καταλαβαίνουν κάτι από όλο αυτό, εμείς σίγουρα δεν καταλαβαίνουμε τι ακριβώς συμβαίνει, ο άλαλος στον κωφό, ο κωφός στον άλαλο, πώς θα μπορούσε να υπάρξει οποιαδήποτε συνομιλία από αυτό, πώς θα μπορούσε να υπάρξει οποιαδήποτε κατανόηση, για να μη μιλήσουμε καν για θεϊκή παρουσία, όταν ξαφνικά θα συμβεί σε κάθε μοναχικό, κουρασμένο, θλιμμένο και ευαίσθητο άνθρωπο, όπως συμβαίνει αυτή τη στιγμή — αν μου επιτρέπεται να συγκαταμετρήσω και τον εαυτό μου ανάμεσά σας — θα συμβεί και σε μένα, που φαινομενικά στέκομαι εδώ μπροστά σας και μιλώ στο μικρόφωνο, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκομαι εκεί πάνω, στο δωμάτιο-πύργο, όπως γνωρίζετε, ανάμεσα στις φτηνές σανίδες της νορβηγικής ελάτης και τη ντροπιαστική μόνωση, θα μου συμβεί η συνειδητοποίηση ότι αυτοί οι νέοι άγγελοι, μέσα στην άπειρη αλαλία τους, ίσως να μην είναι πια ούτε καν άγγελοι, αλλά θυσίες, θυσίες με την αρχική, ιερή έννοια της λέξης — και τότε τραβώ γρήγορα το στηθοσκόπιό μου, γιατί το κουβαλώ πάντοτε μαζί μου, και το έχω και τώρα καθώς μιλώ από εκείνο το δωμάτιο-πύργο περιδιαβαίνοντας αδιάκοπα, και πολύ απαλά τοποθετώ το διάφραγμα και την καμπάνα πάνω στα στήθη όλων σας, και αμέσως ακούω τον ήχο της μοίρας, ακούω τις μοίρες σας, και με αυτό περνώ μέσα σε μια τέτοια μοίρα, αισθάνομαι έναν τέτοιο παλμό μοίρας που αμέσως μεταμορφώνει αυτή τη στιγμή, αλλά κυρίως την επόμενη στιγμή που θα στεκόταν μπροστά μου, γιατί όχι, η στιγμή που φαινόταν πως θα ακολουθούσε δεν είναι αυτή που ακολουθεί, ακολουθεί μια τελείως διαφορετική στιγμή, η στιγμή του σοκ και της κατάρρευσης πέφτει επάνω μου, γιατί το στηθοσκόπιό μου ανιχνεύει την τρομακτική ιστορία αυτών των νέων αγγέλων που στέκονται μπροστά μου, την ιστορία ότι είναι θυσίες, θυσίες — και όχι για εμάς, αλλά εξαιτίας μας, για τον καθένα μας ξεχωριστά, εξαιτίας του καθενός μας, άγγελοι χωρίς φτερά και άγγελοι χωρίς μήνυμα, και όλο το διάστημα γνωρίζοντας ότι υπάρχει πόλεμος, πόλεμος και μόνο πόλεμος, πόλεμος στη φύση, πόλεμος στην κοινωνία, και αυτός ο πόλεμος διεξάγεται όχι μόνο με όπλα, όχι μόνο με βασανιστήρια, όχι μόνο με καταστροφή· φυσικά, αυτό είναι το ένα άκρο της κλίμακας, αλλά ο πόλεμος διεξάγεται και στο αντίθετο άκρο της κλίμακας, γιατί μια και μόνη κακή λέξη αρκεί, μια και μόνη κακή λέξη εκτοξευμένη προς έναν από αυτούς τους νέους αγγέλους αρκεί, μια άδικη, απερίσκεπτη, ανάξια πράξη αρκεί, ένα και μόνο τραύμα του σώματος και της ψυχής, γιατί όταν γεννήθηκαν δεν προορίζονταν γι’ αυτό, είναι ανυπεράσπιστοι απέναντι σε αυτό, ανυπεράσπιστοι απέναντι στη σύνθλιψη, ανυπεράσπιστοι απέναντι στη χυδαιότητα, απέναντι στην κυνική ανελέητη σκληρότητα που επιτίθεται στην αβλαβή αγνότητά τους, μία και μόνη πράξη αρκεί, μα ακόμη κι ένας κακός λόγος αρκεί για να πληγωθούν για όλη την αιωνιότητα — πράγμα που δεν μπορώ να το επανορθώσω ούτε με δέκα χιλιάδες λέξεις, γιατί είναι πέρα από κάθε επανόρθωση.
⸻
II.
Α, αρκετά πια με τους αγγέλους!
Ας μιλήσουμε αντί γι’ αυτό για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
Άνθρωπε — πλάσμα θαυμαστό — ποιος είσαι;
Εφηύρες τον τροχό, εφηύρες τη φωτιά, συνειδητοποίησες ότι η συνεργασία ήταν το μοναδικό μέσο επιβίωσής σου, εφηύρες τη νεκροφαγία για να γίνεις κύριος του κόσμου υπό την εξουσία σου, απέκτησες έναν συγκλονιστικά μεγάλο νου, και ο εγκέφαλός σου είναι τόσο μεγάλος, τόσο αυλακωτός και τόσο σύνθετος που πράγματι, μέσω αυτού, απέκτησες δύναμη, έστω και κάπως περιορισμένη, επάνω σε αυτόν τον κόσμο που ονόμασες κιόλας, οδηγούμενος σε αναγνωρίσεις που αργότερα αποδείχθηκαν μη αληθείς, αλλά σε βοήθησαν να προχωρήσεις στην εξέλιξή σου· η ανάπτυξή σου, που προχωρούσε με φαινομενικά άλματα, εδραίωσε το είδος σου επάνω στη Γη και το πλήθυνε, συγκεντρώθηκες σε αγέλες, έχτισες κοινωνίες, δημιούργησες πολιτισμούς, έγινα ικανός για το θαύμα του να μη χαθείς, αν και αυτή η πιθανότητα υπήρχε, όμως ξανά στάθηκες στα δύο σου πόδια, και ως homo habilis κατασκεύασες εργαλεία από πέτρα, και ήξερες και να τα χρησιμοποιείς, και έπειτα, ως homo erectus, ανακάλυψες τη φωτιά, και ύστερα, χάρη σε μια απειροελάχιστη λεπτομέρεια — σε αντίθεση με τον χιμπαντζή, ο λάρυγγας και η μαλθακή σου υπερώα δεν εφάπτονται — έγινε δυνατό να γεννηθεί η γλώσσα, παράλληλα με την ανάπτυξη του κέντρου ομιλίας του εγκεφάλου· κάθισες απέναντι στον Κύριο των Ουρανών, αν μπορούμε να πιστέψουμε τα αποσιωπημένα χωρία της Παλαιάς Διαθήκης, κάθισες μαζί Του και έδωσες ονόματα σε όλα τα δημιουργήματα που σου έδειξε, έπειτα εφηύρες τη γραφή, αλλά στο μεταξύ ήσουν ήδη ικανός για φιλοσοφικούς συλλογισμούς, πρώτα συνέδεσες τα γεγονότα, έπειτα τα αποσύνδεσες από τη θρησκευτική σου πίστη· στηριζόμενος στη δική σου εμπειρία, εφηύρες τον χρόνο, κατασκεύασες οχήματα και πλοία, περιπλανήθηκες στο Άγνωστο της Γης λεηλατώντας ό,τι μπορούσε να λεηλατηθεί, κατάλαβες τι σημαίνει να συγκεντρώνεις τη δύναμή σου και την εξουσία σου, χαρτογράφησες πλανήτες που θεωρούνταν απροσπέλαστοι, και στο μεταξύ δεν θεωρούσες πια τον Ήλιο Θεό και τ’ άστρα ρυθμιστές της μοίρας, εφηύρες — ή μάλλον τροποποίησες — τη σεξουαλικότητα, τους ρόλους ανδρών και γυναικών, και πολύ αργότερα, αν και ποτέ δεν είναι πολύ αργά, ανακάλυψες την αγάπη για αυτούς, εφηύρες τα συναισθήματα, την ενσυναίσθηση, τις διαφορετικές ιεραρχίες της απόκτησης της γνώσης, και τέλος πέταξες στο Διάστημα, εγκαταλείποντας τα πουλιά, ύστερα πέταξες ως τη Σελήνη και έκανες εκεί τα πρώτα σου βήματα, εφηύρες όπλα ικανά να ανατινάξουν ολόκληρη τη Γη πολλές φορές, και ύστερα εφηύρες επιστήμες με τέτοια ευκαμψία ώστε το αύριο να υπερισχύει και να εξοντώνει ό,τι μπορεί σήμερα μόνο να φανταστεί κανείς, και δημιούργησες τέχνη από τις σπηλαιογραφίες μέχρι τον Μυστικό Δείπνο του Λεονάρντο, από τη μαγική σκοτεινή γοητεία του ρυθμού έως τον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, τέλος, σε συμφωνία με την ιστορική πρόοδο, ξαφνικά και ολοκληρωτικά άρχισες να μην πιστεύεις πια σε τίποτα, και χάρη στις συσκευές που εσύ ο ίδιος επινόησες και που καταστρέφουν τη φαντασία, σου απέμεινε πια μόνο η βραχυπρόθεσμη μνήμη, κι έτσι εγκατέλειψες το ευγενές και κοινό κτήμα της γνώσης και της ομορφιάς και του ηθικού αγαθού, και τώρα είσαι έτοιμος να βγεις στις πεδιάδες, όπου τα πόδια σου θα βουλιάξουν — μη μετακινηθείς, πας στον Άρη; αντί γι’ αυτό: μη μετακινηθείς, γιατί αυτή η λάσπη θα σε καταπιεί, θα σε τραβήξει μέσα στον βάλτο, όμως ήταν όμορφο, η πορεία σου μέσα από την εξέλιξη ήταν συγκλονιστική, μόνο που δυστυχώς: δεν μπορεί να επαναληφθεί.
⸻
III.
Α, αρκετά πια με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Ας μιλήσουμε για την εξέγερση.
Προσπάθησα να θίξω αυτό το θέμα στο βιβλίο μου Ο Κόσμος Συνεχίζεται, αλλά επειδή δεν είμαι ικανοποιημένος με όσα έγραψα, θα προσπαθήσω ξανά. Στις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα, ένα υγρό, αποπνικτικό απόγευμα, βρισκόμουν στο Βερολίνο, περιμένοντας σε μία από τις στάσεις του U-Bahn στο κατώτερο επίπεδο.
Οι αποβάθρες, όπως παντού στο δίκτυο του U-Bahn, ήταν διαμορφωμένες έτσι ώστε στο σημείο εκκίνησης της σωστής κατεύθυνσης πορείας, λίγα μόλις μέτρα πριν από το σημείο όπου το τρένο συνέχιζε τη διαδρομή του μέσα στο τούνελ, να είναι τοποθετημένος ένας μεγάλος καθρέφτης με φωτεινά σήματα, εν μέρει για να βοηθά τον οδηγό να βλέπει όλο το μήκος του συρμού και εν μέρει για να υποδεικνύει με απόλυτη ακρίβεια, μέχρι το εκατοστό, το σημείο όπου το μπροστινό μέρος του τρένου έπρεπε να σταματήσει προσωρινά, όσο οι επιβάτες κατέβαιναν και ανέβαιναν μετά την άφιξη. Ο καθρέφτης προοριζόταν φυσικά για τον μηχανοδηγό, ενώ το κόκκινο φως υποδείκνυε εκείνο το σημείο κάθετα προς τις ράγες όπου έπρεπε να σταματήσει για να γίνει με ασφάλεια η επιβίβαση και η αποβίβαση· τη στιγμή που αυτές ολοκληρώνονταν, δηλαδή τα φώτα, η επιβίβαση και η αποβίβαση, το σήμα γύριζε στο πράσινο και το U-Bahn μπορούσε να συνεχίσει τη διαδρομή του μέσα στο τούνελ — στη δική μου περίπτωση προς το Ρούλεμπεν.
Πέρα από μια πινακίδα που προειδοποιούσε για την ανάγκη αποφυγής ατυχημάτων και τήρησης των κανόνων, είχε ζωγραφιστεί στο έδαφος, ανάμεσα στη στήλη που έφερε τα φωτεινά σήματα και στην είσοδο του τούνελ, μια ιδιαίτερα ευδιάκριτη, παχιά κίτρινη γραμμή· αυτή η κίτρινη γραμμή χρησίμευε για να υποδεικνύει ότι, ακόμη κι αν η αποβάθρα συνεχιζόταν για λίγα ακόμη μέτρα — όπως πράγματι συνέβαινε — ο ταξιδιώτης δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να περάσει αυτή τη γραμμή, έτσι ώστε εδώ — όπως σε κάθε σταθμό — να υπάρχει μια αυστηρά απαγορευμένη ζώνη ανάμεσα στην κίτρινη γραμμή και στην είσοδο του τούνελ, όπου κανένας άνθρωπος, δηλαδή κανένας ταξιδιώτης, δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να πατήσει.
Περίμενα το τρένο να έρθει από την κατεύθυνση του Κρόιτσμπεργκ, και ξαφνικά πρόσεξα ότι υπήρχε κάποιος μέσα σε αυτή την απαγορευμένη ζώνη. Ήταν ένας άστεγος, ο οποίος — με την πλάτη του λυγισμένη από τον πόνο, με το πρόσωπό του, μέσα σε αυτόν τον πόνο, ελαφρώς στραμμένο προς το μέρος μας, σαν να υπολόγιζε στη συμπόνια — προσπαθούσε να ουρήσει πάνω στο διάδρομο πάνω από τις ράγες. Φαινόταν ότι αυτή η ούρηση του προκαλούσε μεγάλο μαρτύριο, καθώς μπορούσε να ανακουφιστεί μόνο σταγόνα τη σταγόνα.
Ως τη στιγμή που κατάλαβα πλήρως τι ακριβώς συνέβαινε, και οι άνθρωποι γύρω μου είχαν επίσης αντιληφθεί τι είδους ασυνήθιστο περιστατικό ερχόταν τώρα να ταράξει το απόγευμά μας. Ξαφνικά και γενικά, σχεδόν απτά, διαμορφώθηκε η ομόφωνη άποψη ότι επρόκειτο για σκάνδαλο, και ότι αυτό το σκάνδαλο έπρεπε να τερματιστεί αμέσως, ότι αυτός ο άστεγος έπρεπε να φύγει και ότι η ισχύς της ζωγραφισμένης κίτρινης γραμμής έπρεπε να αποκατασταθεί. Δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα αν ο άστεγος είχε μπορέσει να τελειώσει, να χωθεί πάλι ανάμεσά μας και κατόπιν να ανέβει τα σκαλιά προς το πάνω επίπεδο — όμως αυτός ο άστεγος δεν τελείωσε, προφανώς γιατί δεν μπορούσε να τελειώσει, και αυτό που έφερε το γεγονός ακόμη πιο κοντά στην καταστροφή ήταν ότι στην απέναντι αποβάθρα εμφανίστηκε ξαφνικά ένας αστυνομικός, ο οποίος, φωνάζοντας από εκεί, σχεδόν πρόσωπο με πρόσωπο με τον άστεγο, απευθύνθηκε αποφασιστικά στον παραβάτη, διατάζοντάς τον να σταματήσει αμέσως αυτό που έκανε.
Οι σταθμοί του U-Bahn — και πάλι για λόγους ασφαλείας — είναι κατασκευασμένοι έτσι ώστε τα τρένα που κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις, φτάνοντας σε μια στάση και έπειτα συνεχίζοντας, να είναι χωρισμένα μεταξύ τους· δηλαδή οι δύο γραμμές βρίσκονται μέσα σε ένα όρυγμα περίπου δέκα μέτρων πλάτους και σχεδόν ενός μέτρου βάθους, έτσι ώστε αν ένας επιβάτης άλλαζε γνώμη για τη διαδρομή του και ήθελε να περάσει από την αποβάθρα της μιας κατεύθυνσης στην αποβάθρα της άλλης, θα μπορούσε να το κάνει μόνο πηγαίνοντας προς τη σκάλα στο τέλος της αποβάθρας, ανεβαίνοντας στο πάνω επίπεδο, περνώντας από τον διάδρομο πάνω από τις γραμμές στην απέναντι πλευρά και κατεβαίνοντας πάλι τις σκάλες — μόνο έτσι θα μπορούσε να φτάσει στην αποβάθρα του τρένου που ξαφνικά επιθυμούσε. Φυσικά δεν θα μπορούσε ποτέ απλώς να σηκωθεί, να πηδήξει μέσα στο όρυγμα με τις δύο γραμμές και να διασχίσει αυτά τα δέκα μέτρα περπατώντας επάνω στις ράγες — όχι, αυτό, αν μπορεί να γίνει λόγος για βαθμούς απαγόρευσης, ήταν ακόμη πιο απαγορευμένο, πέρα φυσικά από το ότι ήταν και απειλητικό για τη ζωή. Και εξηγώ αυτή την προφανή πραγματικότητα με τόση λεπτομέρεια, επειδή ο προαναφερθείς και εμφανώς εξοργισμένος αστυνομικός — διατηρώντας κάτι από την αξιοπρέπειά του, αλλά κάνοντας χρήση της εντολής και της εξουσίας του — θα έπρεπε οπωσδήποτε να ακολουθήσει ακριβώς αυτή τη διαδρομή: δηλαδή να κινηθεί προς τις σκάλες που οδηγούσαν στον πάνω διάδρομο της απέναντι αποβάθρας, να τις ανέβει, να τρέξει από εκεί προς τη δική μας πλευρά και να κατέβει τις σκάλες, για να φτάσει τελικά στο σημείο όπου στεκόμασταν.
Αυτό ήταν το προηγούμενο, που υποχρέωνε και τον αστυνομικό να το ακολουθήσει, γιατί από τη στιγμή που αντιλήφθηκε τον άστεγο, του φώναξε μερικές φορές με τη δική του κούφια, τσιριχτή φωνή, αλλά μάταια, καθώς ο άστεγος δεν του έδινε καμία σημασία· το κεφάλι του ήταν ακόμη στραμμένο προς το μέρος μας, μας κοιτούσε με ένα βλέμμα που αντανακλούσε αμετάβλητα το μαρτύριό του, ενώ οι σταγόνες των ούρων συνέχιζαν να πέφτουν πάνω στις ράγες — μια ανεπανάληπτη προσβολή προς τους κανονισμούς, την τάξη, τους νόμους και την κοινή λογική, το ότι δηλαδή αυτός ο άστεγος δεν έδινε καμία σημασία στον αστυνομικό και, για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση που πιθανότατα θα χρησιμοποιούσε ο ίδιος ο αστυνομικός: φερόταν σαν να ήταν κουφός, προκαλώντας του ιδιαίτερο πόνο.
Φυσικά, ο άστεγος είχε συμπεριλάβει τον αστυνομικό στους υπολογισμούς του: ότι, λόγω του επώδυνου πλεονεκτήματός του, ο αστυνομικός θα ήταν γρηγορότερος από τον ίδιο και ότι δεν θα μπορούσε με κανέναν τρόπο — ούτε με τη θέλησή του ούτε με τη θέληση της φύσης — να τερματίσει εγκαίρως αυτή την απαγορευμένη πράξη. Γι’ αυτό, όταν αντιλήφθηκε πως ο αστυνομικός βιαζόταν, πως μάλιστα άρχιζε να τρέχει στην απέναντι αποβάθρα για να φτάσει στο ακόμη μακρινό πάνω επίπεδο στην κορυφή της σκάλας, να διασχίσει τρέχοντας τον διάδρομο πάνω από τις γραμμές και έπειτα να κατέβει από την πλευρά μας για να τον αρπάξει από το αυτί, ο άστεγος, βογκώντας, με τεράστια δυσκολία, άφησε αυτό που έκανε και άρχισε να διαφεύγει προς την κατεύθυνσή μας, για να φτάσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα στην πιο κοντινή σκάλα που οδηγούσε προς τα πάνω και να εξαφανιστεί κάπως.
Ήταν ένας φρικτός αγώνας. Όλοι όσοι στεκόμασταν στη δική μας αποβάθρα βυθιστήκαμε σε απόλυτη σιωπή καθώς ξεκινούσε ο άστεγος, γιατί ήταν αμέσως φανερό ότι αυτή η διαφυγή δεν θα οδηγούσε πουθενά, αφού ο γέρος άστεγος άρχισε να τρέμει σε όλο του το σώμα· τα πόδια του και ο εγκέφαλός του που κατηύθυνε τα πόδια του έμοιαζαν να μη λειτουργούν πια κανονικά, έτσι ώστε, ενώ έβλεπε τον αστυνομικό στην άλλη πλευρά να προσπαθεί να φτάσει στον πάνω διάδρομο — μέτρο το μέτρο! — ο άστεγος, στη δική μας αποβάθρα, μπορούσε να προχωρά μόνο εκατοστό το εκατοστό και μόνο με φρικτή προσπάθεια, με τα χέρια να ανεμίζουν, ενώ και ο αστυνομικός, κι εκείνος επίσης, κοίταζε αυτά τα δέκα μέτρα που τους χώριζαν.
Αυτά τα δέκα μέτρα σήμαιναν ένα βαρύ μαρτύριο για τον αστυνομικό, ένα αδικαιολόγητο, τιμωρητικό εμπόδιο, ενώ από τη δική μας πλευρά τα ίδια δέκα μέτρα σήμαιναν καθυστέρηση — μια καθυστέρηση που από μόνη της περιείχε την παράλογη, αλλά φανερή, ενθάρρυνση ότι ο άστεγος ίσως να μπορούσε ακόμη να ξεφύγει από το προφανές κατηγορητήριο που τον περίμενε. Από τη σκοπιά του αστυνομικού, εκείνος ο ίδιος εκπροσωπούσε τον νόμο, το Καλό που έχει επικυρωθεί από όλους και είναι επομένως υποχρεωτικό απέναντι στον παραβάτη, σε αυτόν τον αρνητή του λογικού όπως τον έκριναν όλοι — με άλλα λόγια, στον Κακό. Ναι, ο αστυνομικός εκπροσωπούσε το υποχρεωτικό Καλό, όμως σε αυτή τη δεδομένη στιγμή ήταν ανίσχυρος, και μέσα μου, καθώς παρακολουθούσα ταπεινωμένος αυτόν τον απάνθρωπο αγώνα ανάμεσα στα μέτρα και στα εκατοστά, συνέβη κάτι: η προσοχή μου ξαφνικά έγινε κοφτερή σαν ξυράφι, και αυτή η κοφτερή προσοχή έκανε εκείνη τη στιγμή να παγώσει. Η στιγμή πάγωσε ακριβώς όταν είδαν ο ένας τον άλλον: ο καλός αστυνομικός αντιλήφθηκε ότι ο κακός άστεγος ουρούσε στην απαγορευμένη ζώνη, και ο κακός άστεγος είδε ότι, προς μεγάλη του δυστυχία, ο καλός αστυνομικός είχε δει τι έκανε. Ανάμεσά τους υπήρχαν συνολικά δέκα μέτρα, ο αστυνομικός είχε πιάσει το γκλομπ του και, πριν ακόμη αρχίσει να τρέχει, ακινητοποιήθηκε απότομα — ω, υπήρχε μια άπειρη αλλά διακοπτόμενη δύναμη σε αυτή την κίνηση, οι μύες του ήταν τεντωμένοι, έτοιμοι να πηδήξουν, γιατί για μια στιγμή του πέρασε από το μυαλό: τι θα γινόταν αν απλώς πηδούσε αυτά τα δέκα μέτρα — ενώ στην άλλη πλευρά, αλλά εντός της προστασίας αυτών των δέκα μέτρων, ο άστεγος σπαρταρούσε και έτρεμε μέσα στη διπλή του ανημπόρια.
Εδώ σταμάτησε η προσοχή μου, και εδώ έχει παραμείνει μέχρι σήμερα, όταν σκέφτομαι εκείνη την εικόνα, εκείνη τη στιγμή κατά την οποία ο εξαγριωμένος αστυνομικός, κουνώντας το γκλομπ του, αρχίζει να τρέχει πίσω από τον άστεγο — δηλαδή εκείνη τη στιγμή κατά την οποία το υποχρεωτικό Καλό αρχίζει να τρέχει προς τον Κακό που εμφανίζεται και πάλι μεταμφιεσμένος σε άστεγο, και μάλιστα όχι απλώς προς τον Κακό, αλλά, λόγω της συνείδησης και της πρόθεσης αυτής της πράξης, προς το ίδιο το Κακό ως κακό — και έτσι, μέσα σε αυτό το παγωμένο ταμπλό, βλέπω διαρκώς, και βλέπω ακόμη και σήμερα, εκείνον που βιάζεται στην απέναντι αποβάθρα, τα γρήγορα βήματά του να τον μεταφέρουν μπροστά μέτρο το μέτρο, και από τη δική μας πλευρά βλέπω τον ένοχο, βογκώντας, τρέμοντας, ανίσχυρο, σχεδόν παραλυμένο από τον πόνο, γιατί ποιος ξέρει πόσες ακόμη σταγόνες ούρων είχαν απομείνει σε εκείνο το σώμα, να προχωρά εκατοστό το εκατοστό — ναι, βλέπω ότι σε αυτόν τον αγώνα το Καλό,
εξαιτίας αυτών των δέκα μέτρων,
δεν θα προλάβει ποτέ τον Κακό, γιατί αυτά τα δέκα μέτρα δεν μπορούν ποτέ να γεφυρωθούν, και ακόμη κι αν αυτός ο αστυνομικός συλλάβει αυτόν τον άστεγο τη στιγμή που το τρένο θα εισβάλει θορυβώντας στον σταθμό, στα μάτια μου αυτά τα δέκα μέτρα είναι αιώνια και ανυπέρβλητα, γιατί η ίδια μου η προσοχή αισθάνεται μόνο αυτό: ότι το Καλό δεν θα προλάβει ποτέ το Κακό που σπαρταράει, γιατί ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό δεν υπάρχει ελπίδα — καμία απολύτως.
Το τρένο μου με πήρε προς το Ρούλεμπεν, και δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου εκείνο το τρέμουλο και εκείνο το σπαραγμό, και ξαφνικά, σαν αστραπή, το ερώτημα διαπέρασε το μυαλό μου: αυτός ο άστεγος και όλοι οι άλλοι παρίες, πότε επιτέλους θα εξεγερθούν — και πώς θα μοιάζει αυτή η εξέγερση. Ίσως να είναι αιματηρή, ίσως να είναι αμείλικτη, ίσως τρομακτική, όπως όταν ένας άνθρωπος σφαγιάζει έναν άλλον — ύστερα αποδιώχνω τη σκέψη, γιατί λέω πως όχι, η εξέγερση που σκέφτομαι θα είναι διαφορετική, γιατί αυτή η εξέγερση θα αφορά το όλον.
Κυρίες και κύριοι, κάθε εξέγερση αφορά το όλον, και τώρα που στέκομαι μπροστά σας και τα βήματά μου σε εκείνο το δωμάτιο-πύργο στο σπίτι αρχίζουν να επιβραδύνουν, για ακόμη μία φορά εκείνο το παλιό βερολινέζικο ταξίδι με το U-Bahn προς το Ρούλεμπεν αστράφτει μέσα μου. Ένας φωτισμένος σταθμός γλιστρά πίσω από τον άλλον, δεν κατεβαίνω πουθενά, από τότε ταξιδεύω διαρκώς με εκείνο το U-Bahn μέσα στο τούνελ, γιατί δεν υπάρχει στάση όπου να μπορώ να κατέβω, απλώς παρακολουθώ τους σταθμούς να περνούν, και νιώθω πως έχω σκεφτεί τα πάντα και πως έχω πει τα πάντα για την εξέγερση, για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, για τους αγγέλους — και ναι, ίσως και για τα πάντα.
Ακόμη και για την ελπίδα.



























