Κοφτές ζωές, ανοιχτές πληγές: διαβάζοντας το Influencer του Π.Κουτσάκη  (του Δημήτρη Γουλή)

0
121
Spread the love

του Δημήτρη Γουλή (*)

Κάποια βιβλία σε κερδίζουν με την υπομονή τους: χτίζουν αργά, απλώνουν έναν κόσμο, σε αφήνουν να περιπλανηθείς. Κι άλλα, πάλι, δουλεύουν με το νεύρο της στιγμής: σαν να ανοίγουν διαδοχικά μικρές πόρτες, να σου δείχνουν τι γίνεται “πίσω από αυτές”, και να τις κλείνουν πριν προλάβεις να πάρεις ανάσα. Το Influencer – Ιστορίες της μιας ανάσας του Πολυχρόνη Κουτσάκη ανήκει αποφασιστικά στη δεύτερη κατηγορία. Και αυτό δεν είναι μειονέκτημα: είναι η κεντρική του αισθητική.

Η συλλογή λειτουργεί σαν λογοτεχνικό μοντάζ. Κάθε διήγημα είναι ένα πλάνο υψηλής έντασης: μπαίνεις κατευθείαν στο κρίσιμο σημείο, σε μια κατάσταση που ήδη βράζει, και συχνά βγαίνεις απότομα—όχι γιατί “λείπει κάτι”, αλλά γιατί η αφήγηση επιλέγει να σε αφήσει να κουβαλήσεις το υπόλοιπο. Η δομή της συλλογής θυμίζει το λεγόμενο hyperlink cinema — ή, με τον γαλλικό όρο που αποδίδει ίσως πιο εύστοχα τη λογική της, film choral: πολλαπλές, παράλληλες ιστορίες χωρίς έναν κεντρικό ήρωα, που δεν επιδιώκουν να ενωθούν σε μία γραμμική αφήγηση, αλλά συνθέτουν μια χορωδιακή, καλειδοσκοπική τοιχογραφία της εφηβείας. Όπως σε ταινίες όπου το νόημα δεν προκύπτει από την πορεία ενός προσώπου αλλά από τη συνύπαρξη πολλών φωνών, έτσι κι εδώ, η εφηβεία αναδύεται μέσα από διασταυρούμενες εμπειρίες, μικρές ρωγμές και στιγμιαίες κορυφώσεις, που όλες μαζί αποτυπώνουν τον παλμό μιας γενιάς.

Από τον “ήρωα” στη γενιά

Το δυνατό χαρτί του Κουτσάκη είναι ότι δεν επιχειρεί να αποδώσει την εφηβεία μέσα από έναν κεντρικό ήρωα-αντιπρόσωπο. Δεν μας λέει: “να, αυτός είναι ο έφηβος”. Αντίθετα, παρουσιάζει μια σειρά από διαφορετικές φωνές, διαφορετικά περιβάλλοντα, διαφορετικές ηθικές και ψυχολογικές θερμοκρασίες. Το αποτέλεσμα είναι καλειδοσκοπικό: βλέπεις την ηλικία σαν ένα πεδίο γεμάτο αντιφάσεις, ρόλους, επιτελέσεις, παρεξηγήσεις, λάθη, θραύσματα ευτυχίας και μικρές ή μεγάλες καταστροφές.

Αυτό το “χορωδιακό” σχήμα έχει δύο σημαντικές συνέπειες. Πρώτον, περιορίζει το βάρος της διδαχής, που βάραινε ακόμα και σήμερα την εφηβική λογοτεχνία σαν υποχρέωση. Εδώ δεν αισθάνεσαι ότι κάποιος σε καθοδηγεί προς το “σωστό”, αλλά ότι  παρατηρεί—και μάλιστα παρατηρεί από κοντά, με το βλέμμα μέσα στην ένταση, όχι από την ασφαλή απόσταση του ενηλίκου που ξέρει. Δεύτερον, μεταφέρει την ιδέα ότι η ταυτότητα στην εφηβεία δεν είναι ένα μοναχικό επίτευγμα. Διαμορφώνεται μέσα στις σχέσεις: στην παρέα, στο σχολείο, στο σπίτι, αλλά και στο διαρκές “βλέμμα” των άλλων, που σήμερα έχει πολλαπλασιαστεί και μεταφερθεί στην οθόνη.

Τολμηρή γραφή, χωρίς φτιασίδια

Η γραφή του Κουτσάκη έχει μια ξεκάθαρη αρετή: δεν καλλωπίζει. Δεν “στρογγυλεύει” για να γίνει ευχάριστη. Δεν φτιάχνει ασφαλείς διαδρομές για τον αναγνώστη. Κι αυτό είναι μια μορφή σεβασμού προς την ίδια την ηλικία: η εφηβεία μπορεί να είναι φωτεινή, αλλά είναι και σκοτεινή, μπορεί να είναι τρυφερή, αλλά είναι και βίαιη. Μπορεί να ονειρεύεται, αλλά μπορεί και να καταρρέει. Ο συγγραφέας δεν δείχνει να φοβάται να ακουμπήσει τις δύσκολες ζώνες της: ζήλια, εκφοβισμό, τοξικές σχέσεις, κακοποίηση, εμμονή με την εικόνα, ανάγκη επιδοκιμασίας, ενοχές, ψέμα, χειραγώγηση, απώλεια.

Εκεί που το βιβλίο κερδίζει είναι ότι αυτή η τόλμη δεν γίνεται κραυγή. Δεν μοιάζει να γράφει “για να σοκάρει”. Μοιάζει να γράφει για να δείξει ένα κομμάτι πραγματικότητας όπως λειτουργεί: με στροφές, με λάθος αποφάσεις, με συνέπειες που δεν έχουν πάντα καθαρή δικαιοσύνη.

Πολυφωνία μέσα στη συντομία

Η μικρή φόρμα είναι σκληρό άθλημα. Δεν έχεις χώρο να “χτίσεις” με άνεση, ούτε να κρύψεις αδυναμίες μέσα στο μήκος. Ο κίνδυνος είναι οι χαρακτήρες να γίνουν σκίτσα. Εδώ, ωστόσο, η συντομία γίνεται εργαλείο πολυφωνίας: κάθε ιστορία αλλάζει τόνο, αλλάζει ρυθμό, αλλάζει εστίαση. Νιώθεις ότι περνάς από διαφορετικά φίλτρα: άλλοτε πιο σκοτεινά, άλλοτε πιο ειρωνικά, άλλοτε σχεδόν ρομαντικά, άλλοτε με αίσθηση θρίλερ.

Και, σημαντικό: η ποικιλία δεν αφορά μόνο το “τι” λέγεται, αλλά και το “πώς” γράφεται. Μέσα στη συλλογή συναντάς διαφορετικούς τρόπους γραφής—ακόμη και ημερολογιακή αίσθηση, εκεί όπου το κείμενο μοιάζει να ακουμπά πιο άμεσα στην εξομολόγηση ή στη σημείωση “για μένα”. Αυτή η εναλλαγή μορφών ταιριάζει στην ίδια την εφηβική εμπειρία: μια ηλικία όπου το μέσα και το έξω, η δημόσια περσόνα και ο ιδιωτικός πανικός, αλλάζουν θέση από λεπτό σε λεπτό.

Από τα κείμενα της συλλογής, το ομότιτλο “Influencer” ξεχωρίζει γιατί παίρνει την ψηφιακή δημοσιότητα όχι ως φόντο αλλά ως κινητήρια δύναμη. Ένας νεαρός με τεράστια διαδικτυακή απήχηση—από αυτούς που ζουν μέσα στα rankings και στα στατιστικά—στρέφεται σε μια Ελληνίδα κοπέλα, την Καλλιρόη, για να ξετυλίξουν μαζί μια υπόθεση που αφορά μια παλιά φίλη της: ένα κορίτσι που έχει βρεθεί στη φυλακή και που, για να ειπωθεί η αλήθεια, πρέπει να ξανανοίξουν πληγές, να ξανασκεφτούν επιλογές, να ξαναδούν μια φιλία που κόπηκε άσχημα. Εδώ το ενδιαφέρον δεν είναι μόνο το μυστήριο—είναι το δίλημμα. Η Καλλιρόη είναι από τους ανθρώπους που έχουν μια σχεδόν εθιστική περιέργεια για τις ζωές των άλλων, σαν να “σκαλίζει” ιστορίες για να βρει πυρήνες αλήθειας. Όμως, αυτή τη φορά, η αλήθεια δεν είναι αθώο παιχνίδι: την καίει. Νιώθει ότι της ζητούν να πιάσει ρεύμα με γυμνά χέρια. Θέλει να ξαναχωρέσει στη ζωή της τη φίλη που την πλήγωσε; Μπορεί να το αντέξει; Κι αν η φίλη δεν είναι ένοχη, τότε ποιος είναι; Το διήγημα χτίζει ωραία αυτή την ένταση ανάμεσα στη δημόσια εικόνα (του influencer, του “φαινομένου”) και στην ιδιωτική αδυναμία (της φιλίας, της ενοχής, της επιθυμίας να επανορθώσεις). Και, κυρίως, σε κάνει να νιώσεις πως η “έρευνα” δεν είναι απλώς πλοκή· είναι ψυχολογικό ρίσκο.

Ένα άλλο διήγημα που μένει είναι “Ο θρόνος της”, επειδή πιάνει κάτι απολύτως αναγνωρίσιμο: το πώς η ποπ κουλτούρα μπορεί να μετατρέψει την κοινωνική θέση ενός εφήβου από τον ένα πόλο στον άλλο. Ένας βραχύσωμος μαθητής, συνηθισμένος σε βλέμματα υποτίμησης και στο γνώριμο συναίσθημα της αόρατης μοναξιάς, βλέπει ξαφνικά την καθημερινότητά του να αλλάζει όταν η τηλεοπτική μυθολογία (και ένα πρόσωπο-σύμβολο που γίνεται λατρεία) ανατινάζει τις σχολικές ιεραρχίες. Ξαφνικά, από “στόχος” γίνεται “εικόνα”. Από το περιθώριο περνά στο κέντρο.

Κι εκεί έρχεται το δεύτερο, πιο πικρό κομμάτι: αυτό το κέντρο είναι εξαιρετικά ασταθές. Η σχέση με την Έλσα—τη φανατική θαυμάστρια που μοιάζει να τον βλέπει πραγματικά—δοκιμάζεται ακριβώς πάνω στην ερώτηση: σε αγαπάω επειδή είσαι εσύ ή επειδή συμβολίζεις κάτι; Και, ακόμη χειρότερα, τι συμβαίνει όταν ο “θρόνος” αλλάζει χέρια; Ο Κουτσάκης αποφεύγει την εύκολη ηθικολογία και κρατά την ιστορία ως παιχνίδι εξουσίας και ανάγκης. Σε ένα σχολικό μικρόκοσμο, το να είσαι αγαπητός είναι συχνά ζήτημα μόδας. Κι η μόδα, ως γνωστόν, δεν έχει μνήμη.

Αν υπάρχει ένα διήγημα που δείχνει πόσο καλά λειτουργεί η “μια ανάσα” του συγγραφέα, είναι “Η τέλεια καμπύλη”. Μια έφηβη, η Λόνι, ζει ένα σφιχτό, κάπως απομονωμένο καθημερινό πρόγραμμα—με το βάρος μιας οικογενειακής πραγματικότητας που δεν αφήνει πολλά περιθώρια για “εφηβική ανεμελιά”. Και ένα ατύχημα, σχεδόν τυχαίο, μετατρέπεται σε γεγονός που αλλάζει ζωές: μια συμμαθήτρια τραυματίζεται σοβαρά, οι ισορροπίες σπάνε, και η Λόνι μένει να κοιτάζει το πριν και το μετά σαν δύο κόσμους που δεν συναντιούνται.

Ο τίτλος δουλεύει έξυπνα: η “τέλεια καμπύλη” ως εμμονή, ως στόχος που υπόσχεται μια ιδανική στιγμή—και η αποτυχία της, που αφήνει πίσω όχι απλώς ματαίωση, αλλά ρωγμή. Το διήγημα δεν σε εξαναγκάζει να “κρίνεις”. Σε βάζει, πιο ύπουλα, να σταθείς απέναντι στην ενοχή και να αναρωτηθείς: πόσο χρόνο ξοδεύουμε για να πετύχουμε κάτι “τέλειο”; πόση δύναμη αντλούμε από τον σχεδιασμό; και τι απομένει όταν η πραγματικότητα έρχεται και κόβει τη γραμμή στη μέση;

Σε ένα άλλο σημείο της συλλογής, ο συγγραφέας κάνει κάτι που, σε εφηβικό βιβλίο, έχει ιδιαίτερη σημασία: αφήνει την ιστορία να υπάρξει με δύο εκδοχές. Ένας έρωτας εφηβικός, με όνειρα και σχέδια, συγκρούεται με τον θάνατο—και ύστερα η αγάπη, σαν μηχανισμός άρνησης ή σαν δεύτερη ευκαιρία, “ξαναγράφει” τη διαδρομή. Διαβάζεις δύο πιθανές καταλήξεις και πιάνεις τον εαυτό σου να αμφιταλαντεύεται: η μία σε ικανοποιεί αφηγηματικά, η άλλη σε ταρακουνά ρεαλιστικά. Κι αυτό είναι ένα ωραίο κόλπο (όχι επιδεικτικό): ο αναγνώστης δεν μένει παθητικός. Παίρνει θέση—και στο τέλος καταλαβαίνει ότι, όποια εκδοχή κι αν επιλέξει, η ιστορία λέει κάτι για την ανάγκη μας να πιστεύουμε στην αγάπη ως δύναμη που αντιστέκεται.

Παρά τα σκοτεινά υλικά, που συναντούμε σε κάποιες ιστορίες, το Influencer δεν είναι ένα βιβλίο μόνιμης δυσθυμίας. Υπάρχουν ιστορίες που δουλεύουν σαν “χαμηλόφωνες” παύσεις: η σχέση δύο αδελφών, όπου η μία γίνεται στήριγμα της άλλης με έναν τρόπο όπου η τελική ανατροπή σε αναγκάζει να αναθεωρήσεις τις προτιμήσεις σου και με συγκίνηση εντέλει να σωπάσεις. Η ιστορία ενός αγοριού και του σκύλου του, που φωτίζει την αγάπη χωρίς ανταλλάγματα, εκείνη που δεν ζητά ανταπόδοση, μόνο παρουσία. Αυτές οι στιγμές είναι κρίσιμες, γιατί δίνουν ανάσα στο βιβλίο—και γιατί θυμίζουν ότι η εφηβεία δεν είναι μόνο κρίση: είναι και βαθιά ικανότητα δεσίματος, ακόμα κι όταν όλα γύρω είναι ασταθή.

Η συλλογή πιάνει επίσης τη σύγχρονη εμμονή με την εικόνα—και όχι θεωρητικά, αλλά ως κάτι που ρυθμίζει σχέσεις. Σε μια ιστορία, μια εντυπωσιακή έφηβη, που ζει ήδη μέσα στη δημόσια “λάμψη”, αναζητά στο πεδίο των γνωριμιών κάποιον που θα σταθεί δίπλα της σε μια δύσκολη δοκιμασία. Η τεχνολογία μεταμφίεσης (η δυνατότητα να εμφανιστείς ως άλλος) λειτουργεί σαν αφηγηματικό δηλητήριο: ποιος είναι ποιος; τι ερωτεύεσαι; την εικόνα/avatar ή το πρόσωπο; Και πότε η περιέργεια γίνεται παγίδα;

Αλλού, η ομορφιά προβάλλεται σαν μέσο “ευτυχίας”: τα κορίτσια να κυνηγούν την εξωτερική τελειότητα για να “αξίζουν” έναν επιθυμητό άντρα, οι άντρες να παλεύουν για το ιδανικό σώμα ώστε να “ανταμειφθούν” με μια κούκλα. Κι έρχεται η απλή, αμείλικτη ερώτηση: τι γίνεται όταν το “έξω” αλλάξει; Πόσο σταθερό είναι ένα οικοδόμημα που χτίστηκε μόνο πάνω στην επιφάνεια;

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα νήματα του βιβλίου είναι οι σχέσεις που ξεκινούν από ανταγωνισμό και καταλήγουν σε κάτι άλλο, πιο επικίνδυνο. Σε μία ιστορία, μια νέα συμμαθήτρια κλέβει τη λάμψη της αφηγήτριας και προκαλεί ένα μίσος σχεδόν σωματικό. Κι ύστερα, ένα τυχαίο, άδικο γεγονός τις φέρνει κοντά—όχι με συμφιλίωση-γλυκανάλατη, αλλά με έναν κοινό κυνισμό, μια κοινή θλίψη για το πόσο τυφλή μπορεί να είναι η ζωή. Εκεί που θα περίμενες “μάθημα”, έρχεται μια ριζοσπαστική μετατόπιση: ο συγγραφέας αφήνει την ιστορία να δείξει πώς δύο έφηβοι, όταν συναντηθούν πάνω στην αίσθηση ότι “δεν υπάρχει δικαιοσύνη”, μπορούν να πάρουν αποφάσεις που δεν χωρούν σε εύκολες κατηγορίες.

Η εξωστρέφεια της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνία για εφηβικό και νεανικό κοινό.

Εδώ αξίζει να σταθούμε σε δύο ευρύτερες παρατηρήσεις για τη σύγχρονη εφηβική λογοτεχνία στην Ελλάδα—όχι ως θεωρία, αλλά ως τάση που διαβάζεται καθαρά μέσα στο Influencer.

Πρώτον, τα τελευταία χρόνια, πολλοί Έλληνες συγγραφείς που γράφουν για εφήβους (με διαφορετικές αισθητικές, από τον Κοντολέων, τον Παπαθεοδώρου έως τη Δαρλάση και άλλους) δείχνουν ότι ο χώρος δράσης δεν περιορίζεται πια “εκεί που μιλιέται η γλώσσα”. Ο κόσμος των εφήβων, στην πράξη, είναι ήδη διεθνής: συνομιλίες, μουσικές, σειρές, πλατφόρμες, φίλοι και γνωριμίες ξεπερνούν σύνορα. Το γεγονός ότι ο ίδιος ο Κουτσάκης ζει στο Περθ δεν είναι απλώς βιογραφική πληροφορία—ταιριάζει με αυτή τη μετατόπιση. Η ελληνική εφηβική αφήγηση δεν αισθάνεται πια υποχρεωμένη να χωρέσει σε έναν “εθνικό” μικρόκοσμο. Μπορεί να απλωθεί, να κινηθεί σε Ελλάδα, Ευρώπη, Αμερική κι Αυστραλία χωρίς να χάνει ταυτότητα.

Δεύτερον, αυτή η εξωστρέφεια δεν είναι μόνο γεωγραφική· είναι και ψυχολογική. Η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία για εφήβους δείχνει, ολοένα και περισσότερο, ενσυναίσθηση και ωριμότητα: κοιτάζει τους νέους όχι ως “πρόβλημα προς διόρθωση”, αλλά ως ανθρώπους με πλήρες δικαίωμα σε περίπλοκες σκέψεις, σε σκιές, σε λάθη, σε αντιφάσεις. Δεν τους απλοποιεί. Και αυτή η στάση, σε μια εποχή εύκολων αφορισμών για “τη νέα γενιά”, είναι πολύτιμη.

Τα μότο πριν από κάθε ιστορία: ένα διακειμενικό κλείσιμο του ματιού

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό του βιβλίου που αξίζει να τονιστεί είναι η ύπαρξη ενός αποσπάσματος πριν από κάθε διήγημα: μικρά μότο που “κουμπώνουν” με ό,τι ακολουθεί. Δεν λειτουργούν μόνο ως εισαγωγικό κλίμα. Λειτουργούν και σαν κλείσιμο του ματιού στον αναγνώστη: σαν υπενθύμιση ότι η εφηβική λογοτεχνία δεν είναι κλειστό δωμάτιο, αλλά διάδρομος προς άλλες αναγνώσεις.

Κι εδώ υπάρχει κάτι όμορφα γενναιόδωρο: η παρουσία ονομάτων όπως Keats, Chesterton, Marvin, Larkin, Blake, Eliot, Poe, Whitman, αλλά και Ελύτης, Γκούμας, Άλκης Αλκαίος κ.ά. δεν είναι “επίδειξη”. Είναι πρόσκληση. Μπορεί να ξυπνήσει περιέργεια, να κάνει έναν αναγνώστη να ψάξει “ποιος είναι αυτός;”, να ανοίξει μια πόρτα προς ποίηση ή τραγούδι ή κλασικό κείμενο. Κι όταν ένα βιβλίο για εφήβους δημιουργεί τέτοιες γέφυρες, εμπιστεύεται την περιέργεια του αναγνώστη του.

Εν κατακλείδι, το Influencer είναι μια συλλογή που δουλεύει με την ταχύτητα της εποχής της, χωρίς να γίνεται “της μόδας”. Είναι σκληρή όπου πρέπει, τρυφερή όπου χρειάζεται, και κυρίως έντιμη απέναντι σε αυτό που αφηγείται. Η τόλμη της γραφής του Κουτσάκη δεν είναι πρόσχημα. Είναι το μέσο για να αποδοθεί μια ηλικία που καίει. Και αν κάτι μένει τελικά από αυτές τις “ιστορίες της μιας ανάσας”, είναι ότι η εφηβεία εδώ δεν παρουσιάζεται σαν ένα ενιαίο αφήγημα ωρίμανσης, αλλά σαν ένα σύνολο από στιγμιότυπα που, όλα μαζί, φτιάχνουν μια γενιά. Μια γενιά που επικοινωνεί παγκόσμια, που ζει μέσα στην εικόνα, που διψά για αγάπη, που πληγώνει και πληγώνεται, που ψάχνει την αλήθεια και φοβάται το τίμημά της. Σαν τις καλές, λοιπόν, ταινίες με παράλληλες ιστορίες, το βιβλίο δεν σου λέει “κοίτα αυτόν”. Σου λέει: “κοίτα γύρω σου”. Και, για μια λογοτεχνία που θέλει να μιλήσει σοβαρά για τους εφήβους σήμερα, αυτό είναι ίσως το πιο τίμιο σημείο εκκίνησης.

*Ο Δημήτρης Γουλής είναι επίκουρος καθηγητής στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης (Π.Τ.Δ.Ε.) του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης.

 

Πολυχρόνης Κουτσάκης, Influencer, Παπαδόπουλος, 2025.

 

 

 

Προηγούμενο άρθρο«Ήμερη»,«Τα χρόνια», Φ. Ντοστογιέφσκι, Αν. Ερνό: λογοτεχνία, θέατρο, γυναίκες (της Όλγας Σελλά)
Επόμενο άρθροΘηλυκότητες και αρρενωπότητες στο έργο της Μαρίας Πλυτά (γράφει ο Θανάσης Αγάθος)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ