“..κατάντησε κι αυτός πραμάτεια”

1
250

Κώστας Σερέζης(*).

 

 

Όταν πρωτοσυνάντησα τον Μάριο Μιχαηλίδη, δεν είχαμε ακόμη ανταλλάξει καμιά κουβέντα, θαρρώ ήταν στους χώρους του “Σπιτιού της Κύπρου”, του παλαιού, στο Κολωνάκι, πριν πολλά χρόνια βέβαια, στάθηκα στη φυσιογνωμία του. Αυτός, δεν μπορεί, έχει καταγωγή από τη Μικρά Ασία, είπα μέσα μου.

Απ’ εκεί ήταν και η μάνα μου. Κάποτε, προτού εγκαταλείψουμε τη Λεμεσό για τη Λευκωσία, όταν πιτσιρικά με έπαιρνε μαζί της στις επισκέψεις της, μου εξηγούσε ποιούς από τους ανθρώπους που συναντούσε ήταν από τα μέρη της, συγγενείς της ή όχι.

Μου μπήκε η ιδέα ότι ο Μάριος Μιχαηλίδης είχε σχέση με κάποια πρόσωπα από τις συναντήσεις εκείνες. Και δεν έπεσα έξω. Αλλά και να μην ήταν έτσι η φυσιογνωμία του, όπως και των περισσότερων ανθρώπων του νησιού, μικρασιατικής καταγωγής, διαφέρουν από τις μελαχρινές πινελιές που έχουν οι Κύπριοι. Επιπλέον ο Μάριος διατηρεί στα χαρακτηριστικά του την ονειροπόλα ψυχή ενός Ανατολίτη, κι ας μη γεννήθηκε εκεί, κι ας μη γνώρισε καν, την “καθ’ ημάς Ανατολή” του Φώτη Κόντογλου.

Την επαυξάνει ακόμη το γεγονός ότι είναι ποιητής, άνθρωπος των οραμάτων, της παιδείας και της λογοτεχνίας. Δεν έχει απλά αυτές τις ιδιότητες, τις έχει κάνει βίωμα, διαρκή και ατέρμονη προσπάθεια και ενασχόληση. Στην έμπνευση και τη γραφή του γυροφέρνουν η ποίηση και το αφήγημα, που πήραν διακρίσεις από επίσημους φορείς και αντιμετωπίστηκαν θετικά από αξιόπιστους κριτικούς. Ωστόσο δεν είναι ένας απαθής νοσταλγός, όπως είναι συνήθως οι πιο πολλοί Μικρασιάτες, δεν έχει την παθητική ενατένιση των πραγμάτων που έχουν συνήθως οι μεμψίμοιροι, για την τύχη τους, άνθρωποι, ιδιαίτερα εκείνοι οι οποίοι, μέσα από τις μνήμες των δικών τους, διατηρούν μια αθεράπευτη πίκρα, κι ας περάσαν τόσα χρόνια, από την Καταστροφή του ’22.

Μιλώ έτσι για τον Μάριο Μιχαηλίδη, κυρίως για να επισημάνω, θα πω τη λέξη της μόδας, το DNA του. Γιατί, από την άλλη, σε κάθε ίνα του εαυτού του, είναι ένας Έλληνας της Κύπρου. Γέννημα και θρέμμα της. Εδώ, λοιπόν, έρχεται το DNA του, που διαφύλαξε μέσα του ιστορικές και οικογενειακές παραστάσεις από το βάθος του χρόνου, να συναντήσει τα δικά του βιώματα, που είναι πρόσφατα, εξίσου πικρά και πονεμένα, ως Κύπριος, της γενιάς μάλιστα, που τα έζησε, και που τα πλήρωσε, με κάθε έννοια.

Από τον τίτλο ακόμη του βιβλίου του ξεπηδά αυτή η διττή ιδιότητα, τόσο καθαρή, σαν ανατολή ήλιου, που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση: “Ανατολικά της Αττάλειας, βόρεια της Λευκωσίας”. Δεν είναι μόνο η γεωγραφική σχετικά γειτνίαση, είναι και η ιστορική συγκυρία, εν πολλοίς επαναλαμβανόμενη όχι στα επί μέρους, αλλά στην ουσία των πραγμάτων. Μέσα σ’ αυτή τη διαδρομή κινούνται οι ήρωες του βιβλίου. Τι κυριαρχεί πιο πολύ; Η Ιστορία με Ι κεφαλαίο ή η ιστορία των χαρακτήρων αυτού του βιβλίου. Θα δώσω λίγο αργότερα τη δική μου απάντηση.

Η ανέλιξη της μυθοπλασίας του Μάριου Μιχαηλίδη διαπερνά έτη και γεγονότα αλυσιδωτά, σημαδιακά, ανατρεπτικά. Τα επισημαίνω:

1922: Χρονιά που δεν χρειάζεται επεξήγηση για κανένα Έλληνα, είτε της κυρίως Ελλάδας, είτε της Κύπρου.

1931: Τον Οκτώβριο της χρονιάς αυτής οι Κύπριοι ξεσηκώθηκαν αυθόρμητα ζητώντας την εθνική τους αποκατάσταση με την Ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Ήταν μια εκρηκτική εξέγερση που είχε θύματα, με αποκορύφωμα το κάψιμο του Κυβερνείου. Ως αντίποινο η αποικιοκρατική κυβέρνηση του νησιού εξόρισε εκτός Κύπρου όλους σχεδόν τους ορθόδοξους αρχιερείς, που ήταν και η ηγεσία των Κυπρίων, όπως παραδοσιακά συνέβαινε με τμήματα του έθνους που ήταν υπό ξένη κατοχή, αλλά και μη κληρικούς, συνολικά 200 περίπου άτομα.

1940, Εμφύλιος: Ούτε το έπος του ’40, ούτε ο αχρείαστος και καταραμένος Εμφύλιος χρειάζονται επεξήγηση.

1955: Τότε άρχισε ο ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας των Κυπρίων εναντίον των Άγγλων.

Ανεξαρτησία, Διακοινοτικές Ταραχές, Ενδοκυπριακές Συνομιλίες, 1974: Άλλα τέσσερα ορόσημα της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας.

Από τις χρονολογίες και τα γεγονότα που προανέφερα, αφορούν μόνο, (καλύτερα ας πω: κυρίως), τους Έλληνες της Κύπρου.

Κάνω την επισήμανση αυτή από την αρχή και επιγραμματικά, γιατί τα γεγονότα αυτά συναποτελούν, σε μια αδιατάρακτη σειρά, το νήμα γύρω από το οποίο έχει πλέξει το αφήγημά του ο Μάριος Μιχαηλίδης.

Κεντρικό πρόσωπο η Μαρία από την Αλάγια. Υπό δραματικές συνθήκες εγκαταλείπει, με την Καταστροφή του 1922, τη γενέθλια πόλη. Άνοιξε τα φτερά της με μητρική αφοσίωση για να προστατεύσει τα παιδιά της, με τα οποία καταφθάνει στην αγγλοκρατούμενη Κύπρο. Ο άνδρας της ο Ιορδάνης, αφανής σαν ζωντανή παρουσία, αλλά πρωταγωνιστής και αυτός στην ανέλιξη της αφήγησης, θα παραμείνει πίσω, στα πατρώα χώματα, να λευκαίνει σε κάποια ερημιά τα οστά του, άγνωστο που, άταφος, μετά τον μαρτυρικό του θάνατο, απλά και μόνο για την παρουσία του σ’ ένα τόπο που ήταν και δική του πατρίδα.

Στην Κύπρο η Μαρία θα περάσει όλες τις ιστορικές περιπέτειες του νησιού, που θα γίνουν και δικές της προσωπικές και οικογενειακές περιπέτειες, και θα κλείσει τα μάτια, τη μέρα ακριβώς που οι Τούρκοι εισέβαλαν στο νησί, το 1974. Δεν θα ξαναζούσε την ανακύκλωση της τραγωδίας, που την κυνηγούσε μια ζωή. Εκεί που οι άλλοι μέσα στην αλλοφροσύνη τους ζούσαν τη νέα συμφορά, αυτή, σε κάποια συνοικία της Λευκωσίας στη συνοριακή γραμμή, παρέμεινε ατάραχη, ήρεμη, παγωμένη. Να πως την είδε ο Μάριος Μιχαηλίδης. 

Η γιαγιά Μαρία έμοιαζε να κοιμάται έναν ύπνο μακάριο, αδιαφορώντας για ό,τι συνέβαινε γύρω της. Το πρόσωπό της ήταν γαληνεμένο. Μόνο το δεξί της μάτι άφηνε μια χαραμάδα. Ακόμη και όταν κοιμόταν κανονικά, αυτό το μάτι έμενε κάπως ανοιχτό. Να ήταν, άραγε, η έγνοιά της για τα παιδιά; Να της είχαν μείνει εκείνοι οι παλιοί φόβοι, που ποτέ δεν την άφηναν να ησυχάσει;

Ο συγγραφέας ζωντανεύει ανθρώπους μέσα σε κλίμα καθοριστικών εθνικών και κοινωνικών εξελίξεων με τρόπο μάλιστα που να μην είναι ετεροβαρές. Με την έννοια που θέτει το εξής ερώτημα:

Μέσα από τη ζωή των “ηρώων” που ζωντανεύει ο συγγραφέας, στόχος είναι η προβολή των εθνικών γεγονότων, ή, αντίθετα, η χρονική διαδρομή των ιστορικών εξελίξεων γίνεται το πλαίσιο, χρονικό και τοπικό, μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η δράση των “ηρώων” του;

Θα έλεγα, καθόλου αβάσιμα, χωρίς δεύτερη σκέψη, ότι υπάρχει μια εξαιρετική ισορροπία μεταξύ των δυο. Το ένα δεν υπερκαλύπτει το άλλο. Είναι ένα μυθιστόρημα με ιστορικά στοιχεία, αλλά δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα. Αυτό μπορεί να επισημανθεί κι από την περιορισμένη του έκταση, αλλιώς η έκτασή του θα ήταν απεριόριστα μεγάλη. Και δεν χρειάζεται εξήγηση, γιατί.

Προέχει θα έλεγα το ανθρώπινο, ακόμη και το ανθρωπιστικό στοιχείο. Υπερέχει συγκινησιακά, χωρίς να γίνεται μελοδραματικό. Η ανθρώπινη συμπεριφορά, και από τις δυο αντίπαλες πλευρές, όταν παραμένει ευαίσθητη μπροστά στην αξία της ανθρώπινης ζωής, ανεξάρτητα εθνικότητας και θρησκείας, προβάλλει ως η τελευταία ελπίδα, που διασώζει την εμπιστοσύνη του ανθρώπου στον συνάνθρωπο, μέσα στη βαρβαρότητα των διωγμών και των συγκρούσεων.

Η βαθύτερη ουσία που καθοδηγεί την αφηγηματική γραμμή του Μάριου Μιχαηλίδη, όπως και τα βήματα των προσώπων, πάνω στη ζωή των οποίων έσκυψε, είναι κυρίως η μοίρα των ανθρώπων που εκδιώκονται από τις πατρογονικές τους εστίες, η ψυχολογία του πρόσφυγα, η συναίσθηση του ξεριζώματος, που την έζησε πολλάκις, όχι μόνο μια φορά, ο Έλληνας της περιφέρειας του Ελληνισμού.

Είναι η μοίρα που έχει επηρεάσει με τρόπο απόλυτο και καθοριστικό τους Έλληνες της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινούπολης, τους Έλληνες της Κύπρου, τους Αιγυπτιώτες Έλληνες, τους Βορειοηπειρώτες, τους Έλληνες των πόλεων με τα ελληνικά ονόματα στην περιοχή του Εύξεινου Πόντου που κατέληξαν στα ρωσικά παράλια, μετά τη γενοκτονία που υπέστησαν από τους Τούρκους, και υπήρξαν, αργότερα, τα θύματα των  μεγάλων σοβιετικών εκκαθαρίσεων, οι οποίες ήρθαν στο φως της δημοσιότητας από τις ίδιες τις ρωσικές αρχές μετά τη πτώση του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού.

Γι’ αυτό, ίσως, και όχι τυχαία, παρά τον κίνδυνο να φιλολογήσει μέσα στην ανέλιξη της μυθοπλασίας, εντάσσει έντεχνα και ακριβολόγα τον πάντα σοφό και πικρό λόγο του Γιώργου Σεφέρη:

Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα, τη σκέψη του αιχμάλωτου

                  τη σκέψη του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια

                  δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.

Η λέξη “πραμάτεια”, εκεί που την εντάσσει ο ποιητής, είναι συγκλονιστική, και ομολογουμένως, πολλοί από τους κατατρεγμένους ανθρώπους των σελίδων του βιβλίου του Μάριου Μιχαηλίδη, άγονται και φέρονται από τρίτους, μέσα σ’ ένα κλίμα αγωνίας και διώξεων, σαν “πραμάτεια”.

Θα έλεγα, ωστόσο, ότι έχει κι άλλη ανάγνωση το αφήγημα του Μάριου Μιχαηλίδη. Ξεδιπλώνει έμμεσα τη μοίρα των Ελλήνων, -κι όχι μόνο τη μοίρα των προσφύγων-, ως ένα λαό, τον οποίον η γεωγραφία και η ιστορία, τον έφεραν γείτονα με τον Τούρκο. Μπορεί, συχνά, με τον απλό Τούρκο η σχέση να είχε, αμφίδρομα, ανθρώπινη ποιότητα, αλλά είχε τραγικές συνέπειες με όσους τους καθοδήγησε ο φανατισμός της εξουσίας που υπηρέτησαν, ο φόβος να μη χαθεί αυτό που πήραν βίαια και το κατέχουν, ακόμη και να επιμηκύνουν την επεκτατική βουλιμία τους.

Πιο πολύ προβάλλεται ο άνθρωπος, σαν άτομο, στο βιβλίο, ανεξάρτητα φυλής, προέλευσης και πεποιθήσεων. Ο άνθρωπος της καθημερινότητας, με την ανθρωπιά ή την απαξία του. Όταν κυνηγάει συμφέροντα σε βάρος των άλλων, αναπόφευκτα έρχεται σε αντιπαράθεση μαζί τους. Τότε είναι που οι συγκρούσεις προσκομίζουν ένα τραγικό υπόστρωμα στην όλη ιστορία, όπως την έχει συλλάβει και αναπτύξει ο συγγραφέας.

Η αφήγηση έχει τα προσόντα που ανέδειξε ο Μάριος Μιχαηλίδης και στ’ άλλα βιβλία του, σε πεζό ή ποιητικό λόγο. Κυλά φυσικά, ήρεμα. Μια επιλεγμένα σωστή διατύπωση, έρχεται να  κορυφώσει, στην παράγραφο που είναι καταληκτική για ένα συγκεκριμένο επεισόδιο, το ενδιαφέρον του αναγνώστη και να απογειώσει το συναίσθημά του. Προπαντός όμως είναι μια αφήγηση με εσωτερικό ρυθμό, σαν τον υγιή άνθρωπο που περπατά όμορφα, σταθερά, χωρίς παραπατήματα, δείγμα αισθητικής ισορροπίας. Παντού διακρίνεται ο ποιητής που δημιουργεί τη μαγεία των εντυπώσεων. Ακόμη κι όταν το τραγικό ξύνει οδυνηρά το κόκκαλο της αντοχής μας η ποιητική διατύπωση δεν υποχωρεί, υπάρχει εκεί, για να υπογραμμίσει μ’ αυτό τον υψηλόφρονα τρόπο, τις στοχεύσεις του συγγραφέα και τη μετάδοση των πολύμορφων μηνυμάτων που επεδίωξε να προβάλει.

“Ο Ιορδάνης ήταν παντού. Είχε περάσει στο δέρμα της”, γράφει ο συγγραφέας για τον σκοτωμένο άνδρα της Μαρίας. Η μια παρούσα πάντα, σαν κορυφαία αρχαίας τραγωδίας, κι ο άλλος, στο μεγαλύτερο μέρος απών, είναι σαν το αδήριτο πεπρωμένο, που δεν μπορεί εκείνη να το αποφύγει. Τη σημαδεύει σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή της. Είναι η μια όψη του πεπρωμένου, γιατί είναι πολύμορφο, νομίζω, στην ανθρώπινη ζωή.

Πέρα από τους χαμούς, τις απώλειες προσφιλών προσώπων, την αγωνία και τη δυστυχία, η κορύφωση της κακής μοίρας αυτών των ανθρώπων, που σκορπίστηκαν στους πέντε ανέμους, είναι ακριβώς, αυτό το σκόρπισμα. Σαν το ρόδι, που, παρά τους ποικίλους θετικούς συμβολισμούς που του απέδωσαν οι άνθρωποι, όταν σπάσει βίαια χάμω, οι ρόγες του σκορπούν σπαρταριστά στο χώμα και παίρνουν, εξίσου συμβολικά, ένα διαλυμένο κατακόκκινο, αιμάτινο χρώμα.

Μια συμπαγής εθνική οντότητα που διασώθηκε, με σκληρό κέλυφος, ως παρακλάδι του εθνικού κορμού, σαν από θαύμα μέσα στους αιώνες, κυλίστηκε ανελέητα στο χώμα, ως εθνική και ως ατομική, για τον κάθε πρόσφυγα, τραγωδία.

ΙΝFO: “Ανατολικά της Αττάλειας, βόρεια της Λευκωσίας, εκδ. Momentum.

(*) Εισαγωγή στην παρουσίαση του βιβλίου “Ανατολικά της Αττάλειας, βόρεια της Λευκωσίας”

του Μάριου Μιχαηλίδη, στο “Σπίτι της Κύπρου” την Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

 

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here