Ήσυχα μεσημέρια στη Δράμα (του Γιάννη Ν.Μπασκόζου)

0
344

 

του Γιάννη Ν.Μπασκόζου

Τα αίθρια λογοτεχνικά μεσημέρια παρεμβαίνουν στις εκδηλώσεις του Φεστιβάλ Μικρού Μήκους στη Δράμα με σκοπό να αποτελέσουν δημιουργικό πεδίο διασταύρωσης σκηνοθετών και επίδοξων σκηνοθετών με την σκέψη και το έργο λογοτεχνών και δοκιμιογράφων. Τα μεσημέρια αυτά διοργανώνεται από το 2012 με την ευθύνη του Παύλου Μεθενίτη και του Προέδρου του Φεστιβάλ Αντώνη Παπαδόπουλου.

Στο πρόσφατο 42ο Φεστιβάλ που έριξε αυλαία το Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου υπήρξαν ενδιαφέροντες καλεσμένοι και ακόμα πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις.

Ας ξεκινήσουμε από το τέλος, την Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου, όπου ο Παύλος Μεθανίτης και ο υπογράφων παρουσίασαν τον πεζογράφο Αλέξη Πανσέληνο. Αν και το κύριο βάρος έπεσε στο τελευταίο του μυθιστόρημα «Ελαφρά ελληνικά τραγούδια» εντούτοις μιλώντας γι αυτό το τελευταίο του βιβλίο δόθηκε η αφορμή να αναφερθούν οι κατά καιρούς ρηξικέλευθες λογοτεχνικές προτάσεις του συγγραφέα: όταν ένα κόμικ εισβάλλει στη ζωή του ήρωα και δημιουργείται μια παράλληλη αφήγηση («Η μεγάλη πομπή»), όταν δύο σπουδαίοι ρομαντικοί ο Μότσαρτ και ο Σολωμός συναντώνται τυχαία ενώ οι ημερομηνίες ζωής τους δεν το επιτρέπουν( «Ζαϊδα, η καμήλα στα χιόνια») ή όταν τυχαίοι άνθρωποι φτιάχνουν το ψηφιδωτό μιας δύσκολης εποχής, όπως στο «Ελαφρά Ελληνικά Τραγούδια». Σε αυτό το τελευταίο ο συγγραφέας φωτογραφίζει την Αθήνα του ’50 χρησιμοποιώντας ένα λογοτεχνικό drone. Είναι μόλις ένας χρόνος που έχει τελειώσει ο πόλεμος και οι άνθρωποι θέλουν να ζήσουν αλλιώς, με μια κανονικότητα, όμως η Αθήνα είναι ακόμα δέσμια του πρόσφατου παρελθόντος της. «Πρόκειται για ένα αθηναιογραφικό   μυθιστόρημα, φτιαγμένο σαν σκηνογραφία, με επίκεντρο τον άνθρωπο που θέλει μια άλλη ζωή, μια ζωή σε ρυθμούς κανονικούς, την οποία βλέπει να χαράζει αλλά δεν έχει κατακτήσει ακόμα».

Ενδιαφέρουσα και η συζήτηση της προηγούμενης ημέρας για το βιβλίο του Βασίλη Γκουρογιάννη «Αναψηλάφηση». Εδώ το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στο πώς χειρίστηκε στην κόψη του ξυραφιού ο συγγραφέας τη σχέση βασανιστή – βασανιζόμενου (όχι με το σύνδρομο της Στοκχόλμης) αλλά με στοιχεία δικαίου. Εκεί που ο συγγραφέας – αφηγητής – ήρωας γράφει : “Το μυαλό του επεξεργάζεται επί πενήντα χρόνια την ενοχή ……και δεν βρίσκει αθώους, κυρίως αυξάνει τον αριθμό των ενόχων».  Ο διάλογος εντοπίστηκε στο πώς τέτοια «καυτά» θέματα μπορεί να χειριστεί ένας συγγραφέας εκτός κοινωνικών-ιδεολογικών προκαταλήψεων. Εξάλλου ο Γκουρογιάννης και με το βιβλίο του «Κόκκινο στην πράσινη γραμμή» που αφορούσε στο Κυπριακό είχε δείξει μια ανάλογη τόλμη και το είχε πληρώσει με κυνηγητό από τους φασίστες και εθνοπατριώτες.

Την ίδια ημέρα παρουσιάστηκε και το βιβλίο της δημοσιογράφου Σταυρούλας Παπασπύρου «Χωρίς μαγνητόφωνο», όπου τριάντα συγγραφείς που σημάδεψαν τα τελευταία χρόνια τα ελληνικά γράμματα παρουσιάζονται μέσα από τις σκέψεις τους και δίνουν ένα πανόραμα μια λοξής ματιάς στην ελληνική πεζογραφία μας. Πάρα πολύ ενδιαφέροντα κείμενα που έδωσαν την αφορμή στη συζήτηση να περιστραφεί γύρω από ζητήματα δεοντολογίας, σχέσης αλήθειας – πραγματικότητας και λεγομένων όπου η δημοσιογράφος έδωσε και το στίγμα μιας σωστής δημοσιογραφίας.

Την Τετάρτη παρουσιάστηκε ένα από τα πολλά υποσχόμενα  ταλέντα στο χώρο του ελληνικού μυθιστορήματος, ο Νίκος Χρυσός, παλαιοβιβλιοπώλης στο επάγγελμα, ο οποίος αναφέρθηκε στο πώς δούλεψε το μεγάλο σε όγκο βιβλίο του που φέρει τον τίτλο «Καινούργια μέρα».  «Πρόθεσή μου δεν ήταν να κάνω μια ρεπορταζιακή καταγραφή με φιλάνθρωπη διάθεση καθώς όπως εξήγησε, η δομή του βιβλίου παραπέμπει στην Καινή Διαθήκη ενώ υπάρχει ένας παραλληλισμός με τον Ιησού καθώς με το βίαιο θάνατο του άστεγου ήρωά του, του Σεβαστιανού, κάποιοι αποφασίζουν να διηγηθούν την ιστορία του. Την ίδια ημέρα ο υπεύθυνος των εκδόσεων του ΕΑΠ κ.Β.Καρδάσης παρουσίασε το φιλόδοξο σχέδιο (που όμως αγνοείται το μέλλον του ) για την ίδρυση  Ακαδημίας Κινηματογράφου στην Δράμα από το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Θετικό στοιχείο ότι εκπονούνται 12 μελέτες για το ΄21,  που για πρώτη φορά, βασίζονται στο σουλτανικό αρχείο (σ.σ. μέχρι σήμερα οι πηγές μας ήταν ελληνικές, αγγλικές και γαλλικές, όχι όμως το αρχείο του Σουλτάνου).

Την δεύτερη ημέρα του Φεστιβάλ παρουσιάστηκε ο ερευνητής, σκηνοθέτης και συγγραφέας Νίκο Θεοδοσίου με το βιβλίο του  «Ο άγνωστος Βιτσώρης» που κυκλοφόρησε πριν τρεις μήνες. Στο έργο αυτό ο ερευνητής φωτίζει μια άγνωστη περίπτωση έλληνα καλλιτέχνη με θαυμαστή καριέρα, ο οποίος έπαιξε σε έξι ταινίες και σε πολλά θεατρικά έργα στην Γαλλία. Στην Ελλάδα συμμετείχε στον θίασο της Μαρίκας Κοτουπούλη, η οποία μάλιστα τον βοήθησε να διαφύγει στο εξωτερικό, καθώς ο Βιτσώρης ήταν στρατευμένος με την Αριστερά (υπήρξε μάχιμος τροτσκιστής-αρχειομαρξιστής) και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο επί Κατοχής.

Την ίδια ημέρα παρουσιάστηκε η νεοτέρα των συγγραφέων, η Στέργια Κάββαλου, η οποία έχει εμφανιστεί στο προσκήνιο με πολλά πονήματα, διηγήματα, ποιήματα, παιδικά βιβλία, μεταφράσεις. Ένα από τα διηγήματα της νέας της συλλογής «Κάτι κλαίει ακόμα», η οποία παρουσιάστηκε στο κοινό του Φεστιβάλ, θα γίνει ταινία μικρού μήκους –γεγονός που υπήρξε έναυσμα για μια συζήτηση γύρω από την σχέση λογοτεχνίας-κινηματογράφου αλλά και την απροθυμία των ελλήνων σκηνοθετών να αντλούν από την πλουσιότατη δεξαμενή της ελληνικής πεζογραφίας.

Τέλος την πρώτη ημέρα παρουσιάστηκε ένα βιβλίο που έχει αποσπάσει θετικά σχόλια μέχρι σήμερα: αυτό του Ευάγγελου Αυδίκου «Οδός Οφθαλμιατρείου». Στην συζήτηση που ακολούθησε, ο συγγραφέας, ο οποίος στο τελευταίο του βιβλίο καταπιάστηκε με τον Κώστα Κρυστάλλη, μίλησε για την σημαντική επιρροή που δέχτηκε από τον ηπειρώτη ποιητή, αλλά και από τον Κώστα Καρυωτάκη ο οποίος αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα. Χαρακτήρισε τον Κ.Κρυστάλλη (o oποίος πέθανε ως οθωμανός πολίτης χωρίς να πάρει ποτέ την ελληνική ιθαγένεια) ερωτικό ποιητή, και η υπογράμμισε πως με το βιβλίο αυτό θέλησε να «συνομιλήσει» μαζί του στο σήμερα, καθώς δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για σύγχρονη λογοτεχνία και ποίηση αν δεν ανατρέχουμε (και δεν γνωρίζουμε) το παρελθόν μας.

Την ίδια ημέρα η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, ποιήτρια από την Θεσσαλονίκη, μίλησε για την ιδιαίτερη σχέση της με την ποίηση, αλλά και για την απαξίωση που υφίστανται από το κυρίαρχο τεχνοκρατικό σύστημα οι ποιητές ως «νοσούντες». «Τα ποιήματα είναι καταγραφείς του ασυνειδήτου», υποστήριξε. «Η γραφή είναι μια προσπάθεια να μάθω για τον εαυτό μου, μια ανάγκη να προκαλέσω το άγνωστο να απαντήσει».

 Μερικά συμπεράσματα και ένα – δύο προτάσεις

Οι συζητήσεις στα αίθρια λογοτεχνικά μεσημέρια έχουν ένα ήσυχο χαρακτήρα, μια χαλαρή διάθεση και φέρουν μια εσάνς λογοτεχνίας σε ένα καθαρά κινηματογραφικό φεστιβάλ. Εκεί που υπάρχει η δυσκολία είναι να διασταυρωθούν τα ενδιαφέροντα σκηνοθετών και λογοτεχνίας, καθώς έχει παρατηρηθεί ότι τα δύο κοινά παραμένουν χωριστά και δεν υπάρχει διαπίδυση από τη μια ομάδα στην άλλη. Και όμως είναι κοινή διαπίστωση ότι οι ταινίες μικρού μήκους θα είχαν ωφεληθεί πολύ αν οι σκηνοθέτες και οι σεναριογράφοι «βουτούσαν» την μύτη τους στην ελληνική λογοτεχνία.

Σκέφτομαι ότι θα ήταν καλό τα πάνελ να αποτελούνται από έναν σκηνοθέτη κι έναν λογοτέχνη που κάποιο βιβλίο του έγινε ή πρόκειται να γίνει ταινία. Ή ακόμα καλύτερα ένας λογοτέχνης να διαβάζει ένα διήγημα ή ένα απόσπασμα που θα το πρότεινε να γίνει μια ταινία μικρού μήκους κι ένας σκηνοθέτης ή σεναριογράφος να το σχολιάζει.

Νομίζω επίσης ότι θα ήταν πολύ καλό μια ημέρα να αφιερώνεται σε δραμινούς λογοτέχνες ή σε λογοτέχνες της ευρύτερης περιοχής. Έτσι κι αλλιώς πολλοί λογοτέχνες από την Καβάλα, την Ξάνθη, την Κομοτηνή και αλλού πετάγονται μέχρι την Δράμα να παρακολουθήσουν τις συζητήσεις των ομοτέχνων τους.

Προηγούμενο άρθροΑίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια: O Βασίλης Γκουρογιάννης από τον Παύλο Μεθενίτη
Επόμενο άρθροΕλευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν ( Ο Λ.Ξανθόπουλος για τον Κ.Χαρπαντίδη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ