Η βασανιστική επιθυμία του άλλου/της άλλης (του Γιώργου Βέη)

0
407
pexels-gu-kssn

 

 

του Γιώργου Βέη

 

 

Γιώτα – ίαμβός μου εσύ ιερός του ίμερου περιπάτου

(από το βιβλίο, σελ. 121)

Τρίτη εμφάνιση στη σκηνή της ποιητικής πράξης. Προηγήθηκαν: α) Εκτός εποχής, το 2014, στη σειρά Ποιείν των εκδόσεων «Μετρονόμος» και β) Γεωγραφία προσώπου, το 2017, από τον «Κέδρο». Η συνθήκη που τίθεται σήμερα, δίκην μάλιστα εισαγωγής αφορά στις κύριες αντιμεταθέσεις και στις κρίσιμες μετονομασίες δομικών στοιχείων του γίγνεσθαι. Παραθέτω κατά λέξη, για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής, από τη σελ.15, τα εξής, διατηρώντας ανέπαφη, οίκοθεν νοείται, και την ορθογραφία της πηγής μου: «ὅλες οἱ λέξεις -φθαρτὲς ἢ ἄφθαρτες- προπαίδεια γιὰ νὰ διαβάσω τὰ ἴχνη του, ὅλες οἱ ὧρες ἀναμονή κι οἱ χῶροι διεύρυνση, κλείνω τὰ μάτια κι ἀπαλείφω τὰ πρόσωπα, ἀπαλείφω τὰ περιγράμματα κι ἀναζητῶ ἀσαφεῖς τὶς οὐσίες ποὺ διασώζουν ἀνόθευτο τὸν -πρὶν σὲ γνωρίσω- χρόνο μου· ἡ προϊστορία εἶναι προγραφὴ / ἡ πρόθεση ἀπαλείφεται μόνο ὅταν καταλάβει χῶρο / ὅταν τὸ σῶμα θὰ τραπεῖ σὲ σάρκινο τοπεῖο  /κι ἡ ἀρχαιολογία γενναιόδωρα / δώσει τὴ θέση της σὲ μιὰν ἀνώνυμη ἀρχιτεκτονικὴ». Συγκρατώ ότι κάθε δοκιμή γραφής συνιστά εδώ ένα αυτόνομο αισθητικό προϊόν αλλά ταυτοχρόνως μπορεί να διαβάζεται και ως απαραίτητο συστατικό μιας ευρύτερης σύνθεσης.

Πρόκειται για μιαν εμπεριστατωμένη σπουδή των τοπίων της ασίγαστης, εξ ίσου βασανιστικής Επιθυμίας του άλλου/της άλλης. Ο στίχος εμπεριέχει συλλήβδην τον πυρήνα της υπαρξιακής αναζήτησης του Έρωτα. Ειδικότερα, επιχειρεί να αποδώσει τη σπειροειδή εκείνη κίνηση που θέλει να επουλώσει το βαθύ τραύμα της μόνωσης του Εαυτού. Η πιθανότητα της διάλυσης του ερωτικού τοπίου, σ’ αυτό δηλαδή που αποβλέπει  «η πιο τερπνή από όλες μοναξιά / η πιο μαργαρώδης θλίψη», αποτελεί τον αρνητικό πόλο των δεδομένων της γραφής. Η οραματική, αρχετυπική στη βάση της, συν-ταύτιση δύο απόλυτων, αυθύπαρκτων προσώπων σε μια προοπτική καθόλα ανέκκλητης μέθεξης προβάλλεται δεόντως στη ζώνη των σημείων του προκείμενου ποιητικού έργου. Εξ ου και ο καταστατικός εκείνος αφορισμός του: «το άθροισμα των δύο αποδίδει αδιαίρετη τη μονάδα».

Διαπιστώνω ότι η ποιήτρια δρα έχοντας κατά νου τη σημασιολογική τάξη όπως αποδίδεται επακριβώς εδώ: «ο άνθρωπος συμπεριφέρεται σαν να ήταν ο διαμορφωτής και ο αφέντης της γλώσσας, ενώ, αντιθέτως, η γλώσσα είναι που παραμένει αφέντρα του ανθρώπου. Όταν αυτή η σχέση κυριαρχίας αναστρέφεται, το άτομο ενδίδει σε παράξενες επινοήσεις. Η γλώσσα καθίσταται τότε ένα μέσο έκφρασης. Εκεί όπου εμφανίζεται ως έκφραση, η γλώσσα μπορεί να εκφυλιστεί σε απλή εντύπωση (σε απλό αποτύπωμα). Ακόμη κι όταν η χρήση της γλώσσας δεν υπερβαίνει το προαναφερθέν, καλό θα ήταν και τότε να είναι κανείς προσεκτικός στην εκφορά του λόγου του. Αλλά αυτό από μόνο του δεν μπορεί ποτέ να μας απεγκλωβίσει από τη σχέση αναστροφής, από τη σύγχυση της πραγματικής σχέσης κυριαρχίας μεταξύ γλώσσας και ανθρώπου. Επειδή, στην πραγματικότητα, η γλώσσα είναι που μιλάει. Ο άνθρωπος αρχίζει την ομιλία και μιλάει μόνο στο βαθμό που υπακούει, στον βαθμό που ανταποκρίνεται στη γλώσσα – και αυτό συμβαίνει μόνο όταν αφουγκράζεται τη γλώσσα να του απευθύνει τον λόγο, να συμπράττει μαζί του. Η γλώσσα είναι η μεγίστη και η πανταχού πρώτιστη από εκείνες τις συναινέσεις, τις οποίες εμείς οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαμε ποτέ να αρθρώσουμε με αποκλειστικά δικά μας μέσα». (Βλ. Μάρτιν Χάιντεγκερ, «…Dichterisch Wohnet der Mensch…», 1954). Παραβάλλω εδώ από την πρώτη συλλογή της Έφης Κατσουρού τα εξής συναφή: «Εικασίες μετεωρίζονται στη γλώσσα / δηλητηριώδεις και εύγευστες». (Bλ. Εκτός εποχής, σελ 38).

 

Η τροχιά της ανάπτυξης,  όσο και αν μάχεται να γίνει κυκλική, πάντοτε καταλήγει σε μία κίνηση σπειροειδή ως προς άξονα. Η λυρική υφή παραμένει αμείωτη σε όλη την έκταση αυτού του όντως άρτια συγκερασμένου έργου. Τόσο η συστηματική χρήση της κυριολεξίας, όσο και ο σεβασμός των κανόνων, οι οποίοι αφορούν στην αυστηρή οικονομία των εκφραστικών μέσων, συμβάλλουν αποφασιστικά στην πρόσφορη λειτουργία των επιμέρους κεφαλαίων της αποτύπωσης/αφύπνισης. Ήτοι, του «Πρελουδίου», της «Προϊστορίας», του «Ιντερμεδίου», της «Ιστορίας», της «Προοικονομίας αντί επιλόγου» και της «Αποφώνησης».

Ειδικότερα στην «Προϊστορία» κάθε ενότητα ξεκινά με την ίδια φράση ανεπτυγμένη κατά μία λέξη ή σύντομη πρόταση, ως να ήταν ένα παλίμψηστο, το οποίο αποκαλύπτεται σταδιακά σε μία διαδικασία ανασκαφής. Στη δε «Ιστορία» το ένα ποίημα ολοκληρώνεται μέσα στο άλλο. Η τελευταία λέξη/φράση του ενός ποιήματος καθίσταται τίτλος-προμετωπίδα-πρώτη λέξη ή φράση για το επόμενο. Έτσι, με τον τρόπο αυτό παγιώνεται η κειμενική συνοχή. Το εκκρεμές του ποιητικού αποκρυσταλλώματος επισημαίνει την μείζονα εμμονή. Δηλαδή, τη διεκδίκηση της απόλαυσης. Ο λόγος, εν ολίγοις, μένει προσκολλημένος αποκλειστικά στο Είναι. Ο κίνδυνος του οριστικού αφανισμού στο Τίποτα, ήτοι στο έτερον του Είναι, ενώ παραμένει στο βάθος του τοπίου, υπακούοντας εμμέσως πλην σαφώς στην παρμενίδεια διδαχή, φαίνεται να έχει ελαττωθεί αισθητά. Έτσι όπως μαρτυρούν πλείστοι στίχοι. Προσλαμβάνοντας το ένα μετά το άλλο τα φαινόμενα της ερωτικής συμπεριφοράς  στη μερικότητα και παροδικότητά τους, η γλώσσα εμπιστεύεται κατ΄ εξοχήν τη χρήση της λυσιτελούς μεταφοράς. Η Έφη Κατσουρού, κειμενικά έμπειρη κι ενήμερη ασφαλώς περί του συνόλου των τάσεων του μοντερνισμού, δεδηλωμένη οπαδός της κατά σύστημα ενιαίας γραφής, αντιλαμβάνεται κι αυτή ότι η λυσιτελής συνύπαρξη, η έντιμη συνομιλία των ποσοτήτων και των ποιοτήτων της πεζών και των ποιητικών εκδοχών του ρήματος εδράζεται αποκλειστικά στην παραγωγική και αδιάπτωτη ώσμωση των επιμέρους στοιχείων τους. Η  διακαλλιτεχνική απαρτίωση είναι τότε εφικτή. Δομή = κατοχυρωμένη αρμονία χρήσης, λοιπόν.

Το αναλυτικό άκουσμα του άλλου συνιστά αίτιο και αιτιατό της λεκτικής ολοκλήρωσης. Εξ ου και οι παρούσες, εμφανώς επιτυχείς εφαρμογές στο πεδίο των απαιτητικών εμπεδώσεων του ποιητικού διαβήματος. Ο λόγος είναι, εκτός των άλλων. ο κάνναβος της αναδίπλωσης του ερωτικού εγώ. Το ίνδαλμά του, στην άλλη πλευρά των λέξεων επιχαίρει όχι ως ένα ακόμη φάντασμα, αλλά ως συν-Ένα. Η διαλεκτική σχέση 1-2 – 1-2 ξέρει ότι αποφέρει πάντα (αναπόφευκτη)σχάση – (ιαματική) σύνθεση. Το ποίημα είναι εδώ ο χάρτης των διαδοχικών εκπλήξεων. Οι μετωνυμίες παραχωρούν τότε συνειδητά τη θέση τους στις απεικονίσεις του πραγματικού. Το «σφύζον πέος» μαζί με «τα άνω και κάτω χείλη»  στην επιλογική σελίδα 113, αλλά και οι εμβληματικοί φάροι στις σελίδες 10, 59, 86 και αλλού, οι οποίοι σπεύδουν να εννοηθούν απαραιτήτως ως  φαλλοί, πιστοποιούν την αφθαρσία του Είναι. Διακρίνω την έντονη συνάρτηση του ποιητικού υποκειμένου με όσα το συνδέουν άρρηκτα με ό, τι νοείται ως περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Η όλη αισθητηριακή πρόσληψη φρονώ ότι, στην προκειμένη περίπτωση, υποστηρίζει με ακρίβεια και συνέπεια την παραγωγή του αισθητικού προϊόντος.  Η εμπειρία τεκμαίρεται ως άγαλμα επιμέρους στοιχείων του συγκεκριμένου χωροχρόνου. Έχει ήδη άλλωστε καταγραφεί στη δεύτερη συλλογή της ποιήτριας το εξής ενδεικτικό πόρισμα: «ο χώρος πάντα εγκλωβίζει / το βιωμένο αίσθημα». (Βλ. Γεωγραφία προσώπου, σελ. 84). Οι ανάλογες διερωτήσεις ανατροφοδοτούν κατά κανόνα την άσκηση του λόγου. Ο απόηχος  της 6.4312ης θέσης του εμβληματικού έργου του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν Tractatus Logico Philosophicus ακούγεται πάντως πολύ καθαρά. Εννοώ: «Η λύση του αινίγματος της ζωής στο χώρο και στο χρόνο βρίσκεται έξω από το χώρο και το χρόνο».

Στη σελ. 49 του Δύο συν τέσσερα απαντά μια ακόμη ξεκάθαρη αποτίμηση των δυνατοτήτων διερεύνησης των συνεκτικών ιστών του (στοχαστικού) ένδον και του (πολύτροπου-πολυπρισματικού) εκτός. Το ποίημα στην πληρότητά του συγκληρώνει εν τέλει τα υλικά του πραγματικού και τα στοιχεία του υπερφυσικού. Αντιγράφω κατά γράμμα:   «Ἄν ἤμουν πίνακας δὲν θὰ ‘μουνα πορτραῖτο. Θὰ ἤμουν μιὰ θαλασσογραφία ὑγρή. Τὴν ὥρα ποὺ τὰ μαλλιὰ γίνονται κύματα καὶ τὰ πινέλα ναυαγοί. Χρώματα θὰ προσέφερα σὲ σένα ἀπὸ τὰ μάτια καὶ τὸ στῆθος μου γιὰ νὰ βρεθεῖ ὁ τόνος. Ἡ ὑφὴ στὴ δικαιοδοσία τοῦ ζωγράφου. Διάφανη κάποτε κι ἀλλοῦ γεμάτη ὕλη. Λὲς καὶ τὴν τελευταία ποὺ μὲ ἄγγιξες φορὰ ἔκλεψες ἀπ’ τὴν σάρκα. Καὶ κάπου-κάπου ἀραίωνες μὲ τὸ δικό σου κλάμα  Ὁ ἦχος ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὰ βάθη – καθιστώντας τὸν καμβά μας τύμπανο εἶναι ἕνα γέλιο-μιὰ ἠχῶ ποὺ συνυπήρξαμε τυχαῖα. Ὅσο γιὰ ἐκεῖνα τὰ δύο ποὺ χάραξες βουνὰ νὰ θάλλουν στὸν ὁρίζοντα εἶναι ἡ ἀφετηρία καὶ ὁ προορισμός σου. Τὸ ἄσπρο λατίνι, ἐκεῖνο τὸ καράβι, ποὺ κάποτε θὰ ταξειδέψει στὴν κοιλιά μου». Το πεδίο των συμβόλων ενεργοποιείται πάντα την κατάλληλη στιγμή. Μαζί με την παράθεση μονίμων ταυτοτήτων αναδεικνύονται οι ταυτότητες του πρόσφορου αιφνιδιασμού. Μη αναγώγιμες οντότητες καθίστανται εν τέλει οικείες. Καθηλωτικές φαντασιώσεις ακυρώνονται. Η δε συνομιλία των φύλων συνενώνει τους χρόνους. Η στιγμή απελευθερώνει τη μεγάλη ενέργεια των συγκερασμών. Συμπέρασμα: η όλη διαδικασία της προαγωγής της σημασίας σε κείμενο προβάλλεται διεξοδικά. Από τα  αρτιότερα δείγματα ποιητικής γραφής των ημερών μας.

 

Έφη Κατσουρού, 2+4, [μία σύνθεση σε 2 χρόνους και 4 στιγμές],Εκδόσεις Μετρονόμος, σελ. 130

 

Προηγούμενο άρθροΤο «σημειωματάριο» ενός ευαίσθητου ανθρώπου ή «οι δύο Ιφιγένειες» (του Κώστα Θ. Καλφόπουλου)
Επόμενο άρθροΠέθανε η Μυρσίνη Ζορμπά

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ