Η Θεσσαλονίκη που χάνεται (της Ιωάννας Αβραμίδου)

0
5618
συνοικία Χαριλάου

της Ιωάννας Αβραμίδου

«Κάποια στιγμή στη δεκαετία του ’90, η μάνα μου δεν εμπιστευόταν τη γιαγιά να μένει μόνη της στο κάτω σπίτι, δηλαδή στο γενέθλιό μας σπίτι και την πήρε στα τροχιοδρομικά όπου είχε εγκατασταθεί πλέον σχεδόν όλο μας το σόι. Ταχτοποιήθηκε η γιαγιά μόνη της στο διαμέρισμα, σε διπλανή πολυκατοικία, έρχεται το βράδυ στο σπίτι να φάμε όλοι μαζί, κάθεται στο σαλόνι στην αγαπημένη της θέση, δίπλα στον Γέργον, ο οποίος την λάτρευε, κι αρχίζουν οι ειδήσεις. Βλέπει η Τράντα την παρουσιάστρια να λέει καλησπέρα, ανταπαντάει αμέσως κι αυτή: «Καλησπέρα σας!» Ο Τριανταφυλλίδης βλέπει ότι είναι προβληματισμένη, σπρώξε, σπρώξε και ρωτώντας τι έγινε, του εξομολογείται η γιαγιά Τράντα: Γέργο, ατέν η γαρή αδαπές, ποίος είπενατηνε ότ’ έρθαμε σ’ ατόν το σπίτ αδά, κι έρθεν και είπεν μας και καλησπέραν. Ατώρα αφκά, κε θα βρεικ κανέναν. Πέατεν να μην πάει απεκεί»

Διάβαζα και χαμογελούσα και υπήρχαν στιγμές, όπως το απόσπασμα που σας διάβασα  για την φοβερή προσωπικότητα της γιαγιάς του  Μιχάλη Τράντας, που το χαμόγελό μου γινόταν τρανταχτό γέλιο κυρίως επειδή η γιαγιά του που την αναφέρει σε πολλά σημεία του βιβλίου, είναι η ενσάρκωση της αγνότητας και της γνωστής σε όλους ποντιακής αφέλειας, αλλά γελούσα και με την ιδιόλεκτο  που χρησιμοποιεί ο Μιχάλης ως συγγραφέας στο πρώτο του αυτό βιβλίο. Καιρό είχα να αποσπάσω τόσο γέλιο από την γραφή Έλληνα συγγραφέα, μια γραφή που ωστόσο, ουδόλως αποσκοπεί στην πρόκληση ευθυμίας, αντιθέτως, κλείνοντας το βιβλίο ο αναγνώστης μένει με την γεύση της πίκρας στο στόμα και μια αδιόρατη μελαγχολία, κι αυτό διότι ο συγγραφέας γράφει στην γλώσσα της ψυχής του κι ακόμα την γλώσσα που έδεσε την πολιτική του συνείδηση. Ο Μιχάλης ως γραφιάς, πετυχαίνει με την γραφή του να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται, αλλά και να κρατά νηφάλια την κριτική του σκέψη στο ύψος της και να  μπολιάζει το χιούμορ του με τον αυτοσαρκασμό,  την τρυφερότητα, την πίκρα, το παράπονο και τον πόνο για ένα μέλλον το οποίο δεν υπήρξε ποτέ. Για την απέραντη τρυφερότητα και τον αυτοσαρκασμό του παραθέτω ένα απόσπασμα ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου και δη από το κεφάλαιο με τον τίτλο Γενέθλιος αναστοχασμός και αφορά τον ερχομό του στον κόσμο:  «Κι όσο το σκέπτομαι, προβληματίζομαι. Το πώς με κουβαλούσε τέτοιο κομέσ’ (βουβάλι δηλαδή) η μανούλα μου στην κοιλίτσα της που ήταν και μια σταλιά κούτσικια, στην κυριολεξία.Το ημερολόγιο έδειχνε 17 Ιανουαρίου 1956. Τότε και εγεννήθην. Κανείς δεν με λέει πόσες οκάδες βγήκα. Αλλά πρέπει να βγήκα μπαμπάτσικος. Έκτοτε η μανούλα μου έφερε τραύμα βαρύ εις την σπονδυλική στήλη. Πονούσε η μεσούλα της κι αιτία ήμουν εγώ το γαϊδούρι». Και λίγο παρακάτω: «Ο πατέρας Τριανταφυλλίδης, επειδή φαινόταν ότι βγαίνω φωστήρ, με έγραψε στο σχολείο με τους μεγαλύτερους». Ποια ανάγκη ωθεί αλήθεια κάποιον να πιάσει γραφίδα και μελάνη ή να χτυπήσει τα πλήκτρα του υπολογιστή του για να καταγράψει την ιστορία της ζωής του; Θαρρώ πως η Πόλη που Αγαπούσαμε εκπορεύεται από την ανάγκη του γράφοντος , διηγούμενος την αληθινή εικόνα του παρελθόντος του, να ανακαλύψει κατά τη διαδικασία της γραφής , εκείνα τα συμβάντα και τα πρόσωπα που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή του,  διαμόρφωσαν την ταυτότητά  και τον χαρακτήρα του ώστε  να φτάσει να είναι αυτό που είναι σήμερα. Να δώσει απάντηση στα ερωτήματα ποιος είμαι, πού είμαι σήμερα και τι θέλω.Προσωπικά θα έλεγα ότι το βιβλίο είναι ένα μείγμα  μυθιστορηματικής αυτοβιογραφίας και απομνημονευμάτων, αν υπάρχει στην ιστορία της λογοτεχνίας μια τέτοια κατηγορία, κι αυτό για τους εξής λόγους: πρώτον διότι, όχι μόνο δημιουργεί την ατμόσφαιρα μιας μυθιστορηματικής αφήγησης πατώντας  γερά σε πραγματικά πρόσωπα και συμβάντα  για να αφηγηθεί  τη ζωή του  με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο και την δική του ιδιόλεκτο, γνωστή κι από τον προφορικό του λόγο  η οποία είναι αδύνατον να γίνει αντικείμενο μίμησης,  και δεύτερον,  διότι η προσωπική του ιστορία αλληλοϋφαίνεται, με το ιστορικό, πνευματικό, πολιτικό, καλλιτεχνικό και γαστρονομικό πλαίσιο μιας συγκεκριμένης εποχής καθώς και της πολεοδομικής και χωροταξικής μετάλλαξης της πόλης,  την οποία αφηγείται ο συγγραφέας ως αυτόπτης μάρτυρας και πάντα ενεργό μέλος της κοινωνίας. Στην αφήγησή του που είναι άμεση, αυθόρμητη και συγκινητική, μια αφήγηση που αναζητά την ευθύτητα του προφορικού λόγου, σταθερὸ μέλημά του είναι ἡ ἁπλὴ κοινή γλώσσα στην οποία όμως δεν μπορεί, είναι αδύνατον ως ο Μιχάλης που ξέρουμε,  να μην προσθέσει και δικούς του λαϊκότροπους νεολογισμούς. Αντλεῖ κατευθεῖαν ἀπὸ τὰ στόματα τῶν λαϊκῶν ἀνθρώπων της προσφυγικής γειτονιάς του τὴ γλώσσα ποὺ μιλοῦν, καὶ μέσω τῆς ὁμιλίας τους κυρίως φέρνει στὴν ἐπιφάνεια τὶς ψυχικές τους διαθέσεις, τοὺς φόβους, τὴν ἀγωνία τους γιὰ ἐπιβίωση, τὴν ἀπογοήτευση και μια βεντάλια πολλών άλλων συναισθημάτων, ο δε καμβὰς πάνω στὸν ὁποῖον κεντᾶ τὴν ἀφήγησή του εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωὴ τὴν ἐποχὴ τῆς  μεγάλης φτώχειας, της ανέχειας και της πολιτικής αστάθειας,  πριν από την ένταξή μας στην ΕΕ, αλλά και μετά την ένταξη με όλα τα παρεπόμενα χάρη στα παχυλά πακέτα Ντελόρ που έχουν εκμαυλίσει συνειδήσεις και εισήγαγαν έναν δήθεν ευρωπαϊκό τρόπο ζωής που στην πραγματικότητα είναι ένας αχταρμάς ανατολίτικων συνηθειών και εισαγωγής των πλέον τρας δυτικών προτύπων, δηλαδή ένα μη αυθεντικό μηδέν, ενώ ο συγγραφέας είναι λάτρης του αυθεντικού ευρωπαϊκού πολιτισμού και των δυτικών αξιών και ιδεών που τα βίωσε εκ του σύνεγγυς ως μεταπτυχιακός φοιτητής στις Βρυξέλλες όπου έζησε, αν θυμάμαι καλά, 5 χρόνια. Είναι δε και βαθύτατος γνώστης της τουρκικής πραγματικότητας, οπότε γνωρίζει καλά πως θα μπορούσε να συμβεί η σύζευξη των δύο αυτών πολιτισμών σε μια σύνθεση που θα καθιστούσε την πόλη ενδιαφέρουσα και φυτώριο νέων ιδεών. Δεν παραλείπει δε να στηλιτεύσει τη διαφθορά και τον εκμαυλισμό ατόμων που ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την κατάντια και την απομόνωση της συμπρωτεύουσας από το κέντρο.

Η αφήγηση ξεπερνά τα όρια μιας προσωπικής ιστορίας στο βαθμό που μας παρουσιάζει τα πεπραγμένα πολλών άλλων  προσωπικοτήτων της πόλης μας όπως για παράδειγμα του αείμνηστου Θωμά Βασιλειάδη ο άωρος θάνατος του οποίου μας είχε συγκλονίσει τότε εν έτει 1985 όλους και κατά μείζονα λόγο τον Μιχάλη που υπήρξε στενός του φίλος , της σπουδαίας φυσιογνωμίας του εξόριστου και κατόπιν μετοικήσαντος στην Θεσσαλονίκη Πάνου Δημητρίου, του Στέργιου Πιτσιόρλα, των αδερφών Μιχάλη Παπάρα και Σπίνου για να αναφερθώ μόνο σ’ αυτούς που κι εγώ γνωρίζω προσωπικά .Στο βιβλίο ο συγγραφέας αυτοβιογραφείται και ταυτοχρόνως  βιογραφεί καταρχάς τα πρόσωπα και τα δρώμενα μιας συνοικίας, της Χαριλάου που λειτουργούσε  ως χωριό μέσα στο αστικό σκηνικό, με dramatis personae όπως γράφει συστήνοντάς μας τα πρόσωπα της πολυπληθούς οικογένειας του, μεταξύ των οποίων τον πατέρα του δικηγόρο αλλά και ενεργό μέλος της κοινωνίας ως αντιδήμαρχο κι έπειτα πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου, και την  αδιαμφισβήτητη πρωταγωνίστρια θα έλεγα, που είναι η πολυαγαπημένη του γιαγιά Τραντούλα. Επιπλέον, βιογραφεί και την ευρύτερη πόλη ως πρόσωπο το οποίο, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ως πολυεθνοτικής κοσμοπολίτικης πόλης αλλά και μάνα πολλών προσφύγων από τον Πόντο και την Μικρά Ασία,   διαμορφώνει   συμπεριφορές, συνειδήσεις και ψυχισμούς. Γεννημένος το 1956, ο Μιχάλης πιάνει την ιστορία από τα παιδικά του χρόνια, την «μόνη μας πατρίδα», όταν οι σχέσεις ήταν ειλικρινείς και υπήρχε μια αθωότητα και εμπιστοσύνη στις φιλίες, όταν οι άνθρωποι είχαν αγνά αισθήματα, οράματα και υποσχέσεις για το μέλλον. Αυτή η άλλη χώρα, τα παιδικά μας χρόνια, με τα πρόσωπα και τα γεγονότα της, εύκολα θα μπορούσε να γίνει αντικείμενο εξιδανίκευσης, αλλά ο Μιχάλης δεν εξιδανικεύει παρά καταγράφει με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια όσα έχει βιώσει ως παιδί , έφηβος και ενήλικας.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια αμιγώς  προσφυγική γειτονιά που, στα όρια της πόλης, λειτουργούσε ως χωριό. Γραμμένο σε δημώδη και γλαφυρή γλώσσα, με εμβόλιμες προτάσεις στα ποντιακά της εκ Πόντου ορμώμενης προσφυγικής του οικογένειας, ανακαλεί στη μνήμη κάθε Θεσσαλονικιού πρόσωπα και καταστάσεις, τόπους και μέρη, γεύσεις και μυρωδιές από την κουζίνα της οικογενειακής εστίας αλλά και από τα ταβερνεία, τα καφενεία και  τα ζαχαροπλαστεία, καθώς και εικόνες από τους πάμπολλους κινηματογράφους,  δημιουργώντας  έτσι μια συγκινησιακή ατμόσφαιρα χωρίς να υποπίπτει σε καμία περίπτωση στην νοσταλγική αναπόληση. Δίχως καμία πρόθεση να κάνει επίδειξη της λογιοσύνης του-όπως ξέρουμε ο Μιχάλης είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ-χρησιμοποιεί αυθόρμητα και χωρίς επιτήδευση τη θεσσαλονικιώτικη σύνταξη με το με είπε, δεν με είπε, με τηλεφώνησε κ.λ.π..και την κοινωνιόλεκτο των ανθρώπων της. Το βιβλίο ξεκινά να  γράφεται  στις 22 Ιουλίου του 2021 όταν ξαφνικά έλαμψε ο άστρος που φεγγοβολά όπως γράφει ο ίδιος, δηλαδή την ημέρα που η κόρη του Κυριακή φέρνει στον κόσμο  την πανέμορφη εγγονή του Αμαρυλλίδα και στην οποία το αφιερώνει με την συγκινητική αφιέρωση «Την πάσαν ελπίδα εις σε ανατίθημι. Αγαπημένη Αμαρυλλίς, φύλαξόν με υπό την σκέπην σου. Αποτελείται δε από πολλά κεφάλαια στα οποία   η εναργής και αυθεντική γραφή του περιγράφει τη  ζωή του  και τα κατορθώματα  του ιδίου και των άλλων «κοπριτών» όπως αυτοαπακαλείται και  αποκαλεί και τους  συμμαθητές  του στο σχολείο και αργότερα στο γυμνάσιο και στο Πανεπιστήμιο με όλα τα κακά κείμενα και τα καλά του. Δεν εξωραΐζει   παρά παρουσιάζει τον εαυτό του, την οικογένειά του, τα πρόσωπα  και τα γεγονότα αντικειμενικά, και μόνον υπόρρητα εκφράζει την επιθυμία του για την πόλη που θέλαμε να είχαμε και δεν έχουμε, πράγμα που συνάγεται βεβαίως και από τον τίτλο, Η πόλη που αγαπούσαμε, κι όχι η πόλη που αγαπάμε.

Ασκεί κριτική και αυτολογοκρίνεται για τα λάθη της αριστεράς, κι όλα αυτά δίχως καθωσπρεπισμούς, χωρίς ανούσιους εντυπωσιασμούς, χωρίς υποδείγματα ανθρώπινης συμπεριφοράς, αλλά δίνοντας μας τους ανθρώπινους χαρακτήρες του  στις φυσικές τους διαστάσεις, με κριτική ματιά και με γνήσια αισθήματα.

Όπως πολύ εύστοχα γράφει και στον πρόλογό του ο μέντοράς του και φίλος του, ο έτερος Πόντιος και δεινός χρήστης της γλώσσας Πάνος Θεοδωρίδης, «αυτός ο ολότελα εκρηκτικός γίγαντας, με την ιδιότυπη ιδιοσυγκρασία, είναι στην ουσία ένας ποταμός ιδεών, δράσης, στρατηγικής μελαγχολίας και ένα άκρως κοινωνικό ον με εσωτερική αγαθότητα, προερχόμενος από μια άλλη εποχή».  Μια μελαγχολία από τις διαψεύσεις, από τις ματαιώσεις των προσδοκιών του, από τις απώλειες φίλων και συνοδοιπόρων του και εν γένει από την απογοήτευση του από την κατάληξη που είχαν οι  ακατάπαυστοι κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες  του για μια πιο ανθρώπινη κοινωνία, αγώνες που καταλαμβάνουν ένα μεγάλο αν όχι το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το οποίο μόνο με οδύνη μπορεί να απεμπολήσει. Τα βιώματα του συγγραφέα και η συναισθηματικότητα στα δρώμενα είναι τόσο έντονα, ώστε ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να ταυτιστεί με τον αφηγητή, πόσο μάλλον εγώ που ως Ποντία εκ πατρός τε και μητρός και πασών των γενεών για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του Μιχάλη. Το βιβλίο με συγκίνησε, με έκανε να γελάσω με το απαράμιλλο χιούμορ και την  χυμώδη γλώσσα του, ανακάλεσε στην μνήμη μου πρόσωπα και καταστάσεις από τα παιδικά μου χρόνια, που είχα απωθήσει ασυνείδητα στο πιο σκοτεινό σημείο της μνήμης μου.

Τέλος, να κλείσω λέγοντας ότι, στο βιβλίο ο Μιχάλης δεν ακκίζεται, δεν ομφαλοσκοπεί  για να αποσπάσει εφήμερες αυτοεπιβεβαιώσεις, είναι ένα ψήγμα χρυσού το οποίο το συνιστώ ανεπιφύλακτα διότι είναι και αξιανάγνωστο και ευανάγνωστο, ο αναγνώστης θα θυμηθεί, θα μάθει, θα προβληματιστεί, θα γελάσει και θα γνωρίσει βαθύτερα έναν άνθρωπο που νομίζουμε ότι τον ξέρουμε αλλά, όπως αποδεικνύεται, δεν ισχύει. Εγώ τουλάχιστον, ενώ τον γνωρίζω 40 περίπου χρόνια, ανακαλύπτω την αληθινή του φύση μέσα από αυτό το βιβλίο. Τελειώνω με τους στίχους του Μάριου Χάκκα που νομίζω ότι ταιριάζουν γάντι στην ατμόσφαιρα που επικρατεί στις μέρες μας:

Κατά τα άλλα

Πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι

Γιατί δεν άρχισε να βρέχει βατράχια

Αν και θα επινοηθούν ειδικά αλεξιβρόχια

Αποσμητικά κατά της αηδίας

Έως ότου  εξοικειωθούμε με την μπόχα

Των νεκρών αισθημάτων και ελπίδων

 

 

 

Μιχάλης Γ. Τριανταφυλλίδης, Η Πόλη που αγαπούσαμε, Αποσπάσματα μνήμης και απορίας για τη Θεσσαλονίκη, Πρόλογος: Πάνος Θεοδωρίδης, Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ

Προηγούμενο άρθροΠειραιώς 260 -3: Ανατολή και Κεν. Ευρώπη, ποίηση και αποστασιοποίηση (της Όλγας Σελλά)
Επόμενο άρθρο“Στον κύκλο του Τσαρούχη”, ομαδική έκθεση φοιτητών/τριών της ΑΣΚΤ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ