Η σιδερένια βούληση του συντηρητισμού (του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου)

0
844

                                

Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

 

Πώς μπορεί να μετατρέψει κανείς σε λογοτεχνία μια πολιτική και θρησκευτική σύγκρουση που ταλάνισε έναν τόπο τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα, για να κορυφωθεί κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, να λάβει τέλος αρκετά χρόνια μετά, και να ανακινηθεί υπό άλλες συνθήκες στις ημέρες μας; Το μυθιστόρημα της Anna Burns Ο γαλατάς, που απέσπασε το βραβείο Booker για το 2018 και κοσμεί τώρα τη σειρά «Aldina» των εκδόσεων Gutenberg, δεν δίνει πολιτικές ή ιστορικές απαντήσεις για το ιρλανδικό ζήτημα, το οποίο βρίσκεται στην καρδιά της αφήγησης από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σελίδα, καταφέρνει όμως να δείξει με τον πιο αδρό και ταυτοχρόνως με τον πλέον εκλεπτυσμένο τρόπο, πώς ένα πολιτικοθρησκευτικό δίπολο μπορεί να απειλήσει θανάσιμα (ανεξαρτήτως του ποιον από τους δύο πόλους έχουμε κατά νουν εκάστοτε) την ατομική και (ακόμα περισσότερο) την προσωπική έκφραση. Επιστρέφοντας στα μέσα της δεκαετίας του 1970, η Burns πλάθει μιαν ηρωίδα που όντας πνεύμα εγγενώς ελεύθερο και ανυπότακτο, είναι υποχρεωμένη να ζήσει κάτω από τις ακριβώς αντίθετες περιστάσεις.

Η δεκαοκτάχρονη πρωταγωνίστρια του Γαλατά βλέπει την ανεξαρτησία της να κομματιάζεται από τους πάντες: από τη δράση του κράτους και των εθνικιστικών, με το αίμα να τρέχει άφθονο στο θέατρο του ακατάπαυστου πολέμου, από τη μάνα της και από τις αδελφές της, από τη μνήμη του καταθλιπτικού πατέρα της, από τους εραστές της (πραγματικούς και υποτιθέμενους), αλλά και (πρωτίστως) από μια παραδοσιακή και βαθιά συντηρητική κοινωνία, που περιφρονεί το γυναικείο φύλο. Μια κοινωνία η οποία καταφέρνει να συνενώσει τους καθολικούς και τους προτεστάντες σε ένα και μοναδικό θέμα: στον τρόμο του συντηρητισμού για οτιδήποτε αποκλίνει έστω και κατά ένα ιώτα από τα κεκανονισμένα, για οτιδήποτε μπορεί να προκαλέσει τη μήνιν και τον ψόγο μιας κοινότητας με σιδερένια, αρραγή και φυσικά μονολιθική βούληση.

Δεν ξέρω να πω αν όλα αυτά θα είχαν την ίδια σημασία χωρίς τον αφηγηματικό και γλωσσικό οίστρο τον οποίο εμφυσά στον μυθιστορηματικό της κόσμο η Burns. Με μια γλώσσα σπασμωδική και παλλίλογη, που λατρεύει τα σπειροειδή σχήματα (ένα σημείο περιστρέφεται γύρω από ένα άλλο σημείο ενώ ταυτοχρόνως απομακρύνεται απ’ αυτό), και με την αρχιτεκτονική της αφήγησης να εγκλείει τα πρόσωπα κάθε τόσο σε νέους (τριμερείς κατά κανόνα) κύκλους, η Burns εισάγει αδιόρατα την ποίηση στον μακροπερίοδο και παρατεταμένο λόγο της (διαβάζω τις κριτικές που πήρε το βιβλίο στον αμερικανικό Τύπο και βλέπω πως πολλοί κριτικοί επιμένουν ιδιαίτερα σε αυτό το στοιχείο, ακόμα κι αν δεν το χαρακτηρίζουν πάντοτε ποιητικό).

Κι είναι και άλλα πολλά, εκ των οποίων θα περιοριστώ σε ένα: στην άρνηση της Burns να κατονομάσει. Η πόλη στην οποία συμβαίνουν τα γεγονότα είναι το Μπέλφαστ, οι χώρες που εμπλέκονται στη σύγκρουση είναι βεβαίως η Βόρεια Ιρλανδία και η Αγγλία, αλλά δεν θα ακούσουμε ποτέ, ούτε μία φορά, το όνομά τους. Όπως και δεν θα μάθουμε ποτέ τα ονόματα των ηρώων, ούτε καν της δεκαοχτάχρονης που είναι μόνον «η μεσαία αδελφή». Δεν έχω πρόχειρη ερμηνεία γι’ αυτήν την επιλογή. Εκείνο που καταλαβαίνω, ωστόσο, είναι πως η πεισματική άρνηση για ονοματοδοσία επιτείνει την αίσθηση του ζόφου για ό,τι κι αν συζητάμε: για την κλαγγή των όπλων ή για τους πολλαπλούς βιασμούς (συμβολικούς και πραγματικούς) της ελευθερίας.

Τελευταίο πλην άκρως σημαντικό: δεν μπορώ να υπολογίσω τι θα ήταν ο Γαλατάς χωρίς τη μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου. Άθλος σε όλα τα επίπεδα και για όλους τους λόγους που προανέφερα.

       info: Anna Burns, Ο γαλατάς. μτφρ: Μαρία Αγγελίδου, Gutenberg

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here