Η πολλαπλή μάσκα και το «σκήπτρο» της απελευθέρωσης  (του Γιάννη Σ. Παπαδάτου)

0
238

 

Γράφει ο Γιάννης Σ. Παπαδάτος (*)

Ο Μάνος Κοντολέων είναι από εκείνους τους  δημιουργούς που έχουν προσφέρει μια πλειάδα βιβλίων για παιδιά, εφήβους και ενήλικες, σε όλα τα είδη του πεζού λόγου. Ειδικότερα τα μυθιστορήματά του για εφήβους εντάσσονται στην κατηγορία της crossover λογοτεχνίας με την έννοια της αναγνωστικής γεφύρωσης των ηλικιών. Τα θέματά του πάντα τολμηρά και ιδιαίτερα, εντάσσονται στο πλαίσιο ακραίων καταστάσεων των ηρώων τους, αποκαλύπτοντας είτε επίκαιρα κοινωνικά ζητήματα είτε  σημαίνοντα ατομικά προβλήματα, παράλληλα, προκαλώντας τον αναγνώστη και την αναγνώστρια, μέσα από ένα ξεχωριστό προσωπικό ύφος, συνάμα με την αναγνωστική απόλαυση, να αντιμετωπίσουν κριτικά τα συμβάντα και τους πρωταγωνιστές.

Στο πρόσφατο εξελικτικό μυθιστόρημά του Η Μάσκα του Καπιτάνο, ο έφηβος Φιλ καλείται  να αντιμετωπίσει, σε ένα αποξενωτικό οικογενειακό περιβάλλον, αλλά και στο σχολείο του, καίρια θέματα που ανάγονται αφενός στην αναζήτηση της αντρικής ταυτότητας και αφετέρου στην επίλυση δύσκολων προσωπικών προβλημάτων. Ο πατέρας του στρατιωτικός και η μητέρα του επιστήμονας-ερευνήτρια, συχνά απουσιάζουν. Προσηλωμένοι στις εργασίες τους δεν έχουν  ουσιαστική σχέση με τη διαπαιδαγώγησή του, ο δε παππούς του, που διαμένει σε άλλη περιοχή κι ο Φιλ αναγκάζεται τελικά να μείνει μαζί του, απαξιώνει συνεχώς τον εγγονό του. Κι οι τρεις τους,  προκαλώντας του ενοχές, δεν παύουν να του μιλάνε άκαιρα και με λάθος τρόπο για την ενήλικη ζωή. Π.χ. λέει ο παππούς: «Οι άντρες του σογιού μας δε φοβόμαστε. Μήτε εγώ φοβήθηκα μήτε ο πατέρας σου!…» (σελ. 18).

Στην εφηβική ηλικία η ανάγκη απόκτησης ταυτότητας, εν προκειμένω της αντρικής, οδηγεί τους εφήβους σε καθημερινή σχεδόν ενασχόληση με την εικόνα τους, προπάντων τους απασχολεί η εικόνα που έχουν οι άλλοι γι΄ αυτούς. Τούτο, βέβαια, δημιουργεί αγχώδεις καταστάσεις, ιδιαίτερα αν ο έφηβος παρουσιάσει κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα, όπως το τραύλισμα του Φιλ που τον απομακρύνει από τους συνομιλήκους, οι οποίοι στο σχολείο τού ασκούν bullying. Το αποτέλεσμα είναι η κοινωνική απομόνωση –μόνη συντροφιά ο σκύλος του– κυρίως ο φόβος του δημόσιου λόγου που είναι και η πλέον συνήθης κοινωνική φοβία όπως π.χ. ο φόβος φανερής συμμετοχής του στις εργασίες του σχολείου αλλά και στις σχολικές εκδηλώσεις.

Ο Φιλ, προσπαθώντας να ξεπεράσει τις προαναφερόμενες καταστάσεις συναντά ένα πρόσωπο που θα αποτελέσει τη βάση για να κερδίσει τη ζωή του. Πρόκειται για τη Λάουρα, μια εμβληματική γυναίκα, ιδανική «διασώστρια» μετεικασμάτων του παρελθόντος σε εντυπωσιακή αντιστοίχιση με το σήμερα και, βέβαια, με τις ανάγκες του Φιλ. Η Λάουρα, παλιά σχέση του παππού του,   σχηματίζει ένα προστατευτικό πλαίσιο θαλπωρής και κατανόησης απέναντι στον Φιλ, ο οποίος την εμπιστεύεται απόλυτα. Κοντά της δεν νοιάζεται αν τραυλίζει. Μαθαίνει να έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Αισθάνεται από τη μια πλευρά την ασφάλεια που του έχει λείψει  και από την άλλη, αντλεί την ουσία της ζωής μέσα από την αξία της τέχνης και από φωτεινές εικόνες, αλλά και γκρίζες της πραγματικότητας που εκείνη του γνωρίζει. «Κάνε αυτό που φοβάσαι να κάνεις…», του λέει. (σελ. 70). Η Λάουρα, νομίζω, είναι από τις πλέον εμβληματικές γυναίκες της λογοτεχνίας μας. Παίζει τον ρόλο μιας γενέθλιας πηγής, που, επιπλέον, κομίζει αποστάγματα σοφίας μέσω ποιητικών σπαραγμάτων, με τη μόνιμη επωδό: «που λέει κι ο παλιός ποιητής».

Ο Κοντολέων σε αρκετά μυθιστορήματά του χρησιμοποιεί, ως διακείμενα, τραγούδια, στίχους και φράσεις μιας πλειάδας δημιουργών. Εδώ, δημιουργοί  όπως οι Σούμπερτ, Κοέν, Παλαμάς, Εμπειρίκος, Γκίνσμπεργκ, Σεφέρης, Βαρβέρης, Γώγου, Λοϊζου κ.ά., αναδύονται από το κείμενο προσδίδοντάς του μια ποιητική μετουσίωση και  συνάμα ένα ρυθμικό πανόραμα νοσταλγικής πλην ρέουσας καθημερινά μνήμης. Καθώς, τα διακείμενα, ως βασικό στοιχείο λογοτεχνικότητας, οδηγούν στην ερμηνευτική ανάγνωση, όπως θα έλεγε ο Ριφατέρ, πολλές φορές «κρύβοντας» την αλήθεια, καταλαβαίνουμε τη δυναμική τους ιδίως στο εν λόγω μυθιστόρημα. Για παράδειγμα, προκειμένου  η Λάουρα να απαλύνει τον πόνο του Φιλ, φροντίζοντάς τον μετά από έναν μικροτραυματισμό του, λέει: «Έλα, κόψε από τη γλάστρα τούτη δω ένα φυλλαράκι μέντας. Μύρισέ το!… Σταλάζει η πρωινή δροσιά από κάθε    φύλλο του κήπου – που λέει κι ο παλιός ο ποιητής». Και παρακάτω, υπονοώντας τον παππού του  κι ότι εκείνη ξέρει πολλά για τον χαρακτήρα του, αναφέρει: «Στα μικρά μέρη…Κρυφά μού ’στειλαν μαντάτα κι ο καλός μου είναι στη στράτα– που λέει κι ο παλιός ο ποιητής» (σελ. 30).

Η συγκεκριμένη γυναίκα, μεγάλη στην ηλικία, επικοινωνεί και συμπεριφέρεται με σύγχρονους τρόπους.  Διατηρεί έναν τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό και μια ιστοσελίδα, αποδεικνύοντας ότι η νεότητα δεν είναι κατάσταση αλλά μάλλον κατάκτηση. Είναι εκείνη που θα μιλήσει στον Φιλ για τον Ζορό και τους ηθοποιούς που τον αναπαράστησαν στην οθόνη. Εκείνος θα παρατηρήσει με προσοχή τις μάσκες τους. Θα του δώσει κι ένα κιβώτιο με κόμικς κι ο Φιλ θα ξεχωρίζει έναν: τον Καπιτάνο, αλλά μέσα από ένα σημείωμα που αναφέρει ότι το μοναδικό τεύχος χαρίστηκε σε έναν νεαρό. Ποιον; Αργότερα, στο τέλος της αφήγησης, ο Φιλ θα ανακαλύψει ότι ο νεαρός ήταν ο πατέρας του. Ο παππούς του θα του μιλήσει για το περιοδικό που θα το βρει ο Φιλ καταχωνιασμένο στην αποθήκη του σπιτιού. Θα αποφασίσει δε, ότι ο πλέον κατάλληλος να του «συμπαρασταθεί» είναι ο Καπιτάνο και όχι ο Ζορό ούτε κι ο Σούπερμαν. Μια εικονογραφημένη φιγούρα, μια μάσκα δηλαδή, μέσα από ένα κόμικς που εκδόθηκε μόνο μια φορά.

Ο Καπιτάνο, είναι ένας άτεγκτος δικαστής που προστατεύει μεν τους αδικημένους αλλά  δρα και στο πλαίσιο της εκδίκησης: «Φορούσε πάντα μια μάσκα….Μια μηχανή εκδίκησης» (σελ. 90). Ένα πρόσωπο που αφηγηματικά ζει ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα. Με μια βέργα στο χέρι, άλλες φορές δρα μόνος του ή κι άλλες για λογαριασμό του Φιλ που από άπραγος και φοβισμένος γίνεται τιμωρός. Άλλες φορές συνομιλούν οι δυο τους. Κι ο Φιλ αναρωτιέται, αν είναι ο ίδιος ο Καπιτάνο κι αν πρέπει να εκδικηθεί και να θητεύσει στο μίσος. Παίρνει τη μάσκα του Καπιτάνο, σαν μια «μετάγγιση». Κι ανάμεσα στο όνειρο ή στην πραγματικότητα, ο Φιλ, που είναι σαν να κάνει ασκήσεις μιας ενήλικης ζωής, στη σχολική εκδήλωση της γιορτής των Νεκρών, μέσα από τη μάσκα του Καπιτάνο, ευρισκόμενος απέναντι από τη Σύνθια, ένα κορίτσι που  θα τον υπερασπιστεί, θα αναγεννηθεί  και στη συνέχεια θα αναγκαστούν να τον αποδεχτούν και οι συμμαθητές του.

Ο Φιλ, τελικά, δεν θα επιλέξει τη μάσκα του εκδικητή, ακόμα κι όταν πετάει τα αψυχολόγητα δώρα που του έστειλαν οι γονείς του. Είναι πια κύριος του εαυτού του, εξελίσσεται σε ένα δυναμικό χαρακτήρα που έχει καταπολεμήσει τις φοβίες του και προπάντων τις καθημερινές συγκρούσεις ενοχής με τον εαυτό του. « “Τελικά τις έβγαλες τις μάσκες η Σύνθια γυρνά και ψιθυρίζει στο αυτί του Φιλ» (σελ. 180). Όταν δε ο Φιλ θα βρει τη βέργα του Καπιτάνο, εν είδει σκήπτρου εξουσίας πια, με τη συνδρομή του παππού του ο οποίος του λέει «Καλύτερα κράτα την εσύ… Είδες πόσο όμορφη είναι;» (σελ. 199), τότε είναι βέβαιη πια, η  μελλοντική στάση απέναντι στην οικογένειά το.

Ο Κοντολέων συχνά χρησιμοποιεί τον τρόπο αφήγησης του μαγικού ρεαλισμού. Συνήθως, ο μαγικός ρεαλισμός είναι ισότιμος με την πραγματικότητα και βέβαια, δεν την ανατρέπει. Ο δε ήρωας αλλά και ο αναγνώστης δεν αναρωτιούνται για τα μαγικά συμβάντα. Κι αν, στο μυθιστόρημά μας, κάποιες στιγμές ο ήρωας βρίσκεται σε σύγχυση, εντούτοις τα αποδέχεται. Ωστόσο, ο Καπιτάνο με την πολλαπλή του μάσκα δρα ως συνέχεια της πραγματικότητας την οποία ενισχύει, βοηθώντας την να «τελειωθεί».

Η μάσκα για τον Κοντολέων αποτελεί ένα εμβληματικό σύμβολο. «Έρχεται», αυτοαναφορικά, από το μυθιστόρημά του Μάσκα στο φεγγάρι. Εκεί η μάσκα, ως σύμβολο, «απελευθέρωνε» τον ηθοποιό Λουκά Αλεξίου, ο οποίος υποκρινόταν ήρωες του παγκόσμιου δραματολογίου, μέχρι την καλά υπολογισμένη τραγική αναχώρησή του. Το φεγγάρι  έβγαινε πίσω από τα σύννεφα λες και φορούσε μια μάσκα πριν την πανσέληνο πάνω σε μια άλλη μάσκα, σαν εκείνες του Αλεξίου, εδώ, του Καπιτάνο ή του Φιλ: «το φως της σελήνης έχει, μερικές φορές, κάποιες αποχρώσεις που σε μαγνητίζουν και βλέπεις εικόνες που θα ήθελες να μην έβλεπες» (σελ. 155). Η πολλαπλή μάσκα του Καπιτάνο, «σμιλεμένη» από τον Φίλ με τη συμπαράσταση της Λάουρας και της Σύνθιας,  αποτελεί σύμβολο της απελευθέρωσης για την πραγματική ζωή του Φίλ, ο οποίος, θεωρώ ότι δρα ως ήρωας ενός «έπους», μιας μερίδας νέων που σηκώνουν στους ώμους τους οικογενειακές δυστοπικές καταστάσεις.  Άλλωστε η μάσκα ως τελετουργικό σύμβολο τέχνης, μεταμόρφωσης και ελευθερίας, έχει πολλές ερμηνείες, σχετικές με το συναίσθημα του προσώπου και τον ρόλο, με τον θάνατο ή και με το θείο σε διάφορες τελετουργίες.  Η μάσκα με άλλη δίσημη μορφή, δυστυχώς στις μέρες μας, έχει γίνει ένα παγκόσμιο σύμβολο απελευθέρωσης, αλλά και συνάμα φίμωσης του προσώπου από την έκφραση της ελευθερίας του.

Αλλά, θα υπογραμμίσω κι ένα άλλο στοιχείο της συγγραφικής πένας του Κοντολέων. Περίπου το έχει αναγάγει σε πεδίο θεωρητικής έρευνας, το χρησιμοποιεί δε σε όλα του τα μυθιστορήματα, στο συγκεκριμένο περισσότερο, με διάφορους τρόπους: οικοδομεί τη χωροχρονική πλαισίωση της ιστορίας του με μια αξιοσημείωτη πολυμορφία. Χώρος και χρόνος στο εν λόγω μυθιστόρημα συνδέονται οργανικά με τα υπόλοιπα στοιχεία της αφήγησης, παίζοντας σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης. Ο τόπος που μετώκησε ο Φιλ είναι μάλλον αφιλόξενος και  άγριος, με ένα σπίτι άβολο και άχρωμο. Αντίθετα, το σπίτι της Λάουρας είναι εξωτερικά γεμάτο λουλούδια. Εσωτερικά, αποτελεί έναν «πολυμουσειακό» χώρο με πίνακες ζωγραφικής, δίσκους βινυλίου, με πολύτιμα σκεύη και είναι κυριολεκτικά ξέχειλο από βιβλία. Ο Κοντολέων χειρίζεται  τον γεωγραφικό χώρο, κυρίως τη φύση, τις εναλλαγές της μέρας, τα κοσμογονικά στοιχεία αλλά και τα ουράνια σώματα σε κατευθείαν αντιστοίχιση με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και με τα συναισθήματα, τις διαθέσεις, τις πράξεις  και τις συγκρούσεις πρωτίστως του κεντρικού ήρωα.

Το σκηνικό στο βιβλίο δρα ως πλαίσιο δράσης, ως ανταγωνιστής και ως σύμβολο αλλά και  ως πεδίο ανταγωνισμού, ως χώρος επικοινωνίας, ως χώρος απομόνωσης και τέλος, ως χώρος μύησης κι ενηλικίωσης του Φιλ.   Για παράδειγμα: «Έξω από τον χώρο της βεράντας, το μισόφωτο έχει μετατραπεί σε σκοτάδι μιας νύχτας με μισοφέγγαρο. Δίχως όμως σύννεφα. Ο Αποσπερίτης λάμπει. Και κάτι, λες, ασυνήθιστο διαπερνά τις σκέψεις του Φιλ. Δεν είναι κάποιος φόβος γνώριμος, δεν είναι αγωνία ίδια με εκείνη κάποιας άλλης, της όποιας νύχτας…» (σελ. 20). Κι αλλού: «..ο Φίλ κατέβηκε από το ποδήλατο. Το έσπρωξε πίσω από μια συστάδα θάμνων. Τους είχε από χτες προσέξει…Θυμίζανε ξεριζωμένους ανθρώπους-γκρίζα φύλλα και κλαριά, ο καθένας τους κολλημένος στους άλλους. Φυτά φοβισμένα» (σελ. 46). Και τα δυο προαναφερόμενα στοιχεία, θα έλεγα ότι αποτελούν  σημαίνοντα προσόντα για έναν συγγραφέα. Το να εμπλέκει, δηλαδή, τα κοσμογονικά στοιχεία με τα συναισθήματα και τον χώρο χρησιμοποιώντας λειτουγικά μεταμυθοπλαστικούς τρόπους αφήγησης

Συμπερασματικά: Ο Κοντολέων γνώστης της εφηβικής ηλικίας και των  σταδίων εξέλιξής της, στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα μυστηρίου, αναδιατάσσει τα συμβάντα στην ακολουθία των γεγονότων, με τη φαντασία και τη μαγεία να αποτυπώνονται στις πράξεις των ατόμων, πρωταγωνιστών και περιφερειακών, έτσι ώστε η λύση που προκύπτει να είναι ρεαλιστικά πειστική.  Κι έτσι είναι. Γιατί ο Φιλ,   προκειμένου να παλέψει με τους φόβους του περνά από μια διαδρομή μαθητείας, σπουδής πάνω στην ίδια την έννοια του φόβου. Τον αποδέχεται, τον μελετά μέσα από συγκρούσεις με τον εαυτό του, τις συζητήσεις με τη Λάουρα, και με την πολλαπλή «συνομιλία» του με τον Καπιτάνο μέσω της εναλλαγής των μασκών. Έτσι, κάνοντας υπέρβαση μεταμορφώνεται από αδύναμος ήρωας σε δυναμικό με αυτογνωσία και με όραμα την ορθή οδό για τη συγκρότηση της αντρικής ταυτότητας.

 

Βιβλιογραφία

 

– Αντωνοπούλου, Κ., εφημ. Ελευθεροτυπία «Γεωτρόπιο», 17.2. 2007.

– Bowers, M. A.  Magic(al) Realism. London and New York: Routledge, 2004.

– Κρασανάκης, Γ. Θέματα ψυχολογίας του εφήβου. Αθήνα: Γρηγόρης, 2010.

– Παπαντωνάκης, Γ.- Κωτόπουλος, Τρ. Σκηνικό, Χαρακτήρες, Πλοκή.  Αθήνα: Ϊων, 2011, σσ. 19-69.

– Riffaterre, M. “Compulsory Reader Response-The Intertextual drive” στο Worton, M- Still, J. (Ed.). Intertextuality- Theories and Practices. Manchester and New York: Manchester Univ. Press, 1990, pp. 57-58.

Διονύσης Φωτόπουλος. Σκηνογράφος. Επιμέλεια Giorgio Ursini Ursic. Αθήνα: Μουσείο Μπενάκη, 2006.

 

 

 

(*) Ο Γιάννης Σ. Παπαδάτος είναι αναπλ. καθηγητής ΤΕΠΑΕΣ/ Πανεπιστημίου Αιγαίου, κριτικός βιβλίου για νέους

 

Μάνος Κοντολέων, Η Μάσκα του Καπιτάνο, Αθήνα, Πατάκης, 2021

Βρες το εδώ

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here