Η γυναίκα του Σαίξπηρ (της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)

0
208

της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη

Τι χρειάζεται για να γράψεις ένα αριστούργημα; Πάρα πολλή δυστυχία σύμφωνα με την Ιρλανδή Μάγκι Ο’ Φάρελ που αποδίδει την ευστοχία του «Άμλετ» στην απώλεια τεσσάρων χρόνων νωρίτερα του Άμνετ, του μοναχογιού του Σαίξπηρ.

Μαζί της συμφωνούν πλήθος αναγνωστών και θεσμών που βραβεύουν το «Άμνετ» βροχηδόν: μόλις πέρσι η Μάγκι Ο’ Φάρελ βραβεύτηκε με το Βραβείο Γυναικείας Λογοτεχνίας 2020 αντί για την Χίλαρι Μαντέλ. Η σύγκριση είναι θεμιτή: όπως και ο Κρόμγουελ, στην τριλογία της Μαντέλ, Γουλφ Χωλ, ο οποίος ελίσσεται σαν δαιμόνιος αίλουρος για να επιβιώσει πρώτα από έναν μέθυσο πατέρα και μετά στο λαβύρινθο της αυλής των Τυδώρ, έτσι και ο λίγο μεταγενέστερος του, Σαίξπηρ, παρουσιάζεται ως ένα ιδιότροπο παλικαράκι που απέκτησε το πιο χρήσιμο εργαλείο του στη ζωή κάθε συγγραφέα, την ικανότητα να διαβάζει την ψυχή του καθενός, ως άμυνα για να προστατευτεί από τις απρόσμενες και αψυχολόγητες εκρήξεις θυμού και βίας του πατέρα του.

Σε αντίθεση όμως με  τη Μαντέλ που αρκείται στην ιστορική έρευνα και το λογοτεχνικό της βιρτουόζικο σολάρισμα, η Ο’Φάρελ καταφεύγει σε ένα αυτοακυρωτικό τέχνασμα- ενώ ανοίγει το βιβλίο με τον 11χρονο Άμνετ να προσπαθεί να σώσει την άρρωστη αδελφή του, στη συνέχεια εστιάζει στη σύζυγο του Σαίξπηρ (κατά κόσμο Anna Hathaway που στο βιβλίο αποκαλείται Agnes όπως αναγράφεται το όνομα της στη διαθήκη του πατέρα της) και με εναλλασσόμενα φλας μπακ μάλλον επιστημονικής φαντασίας παρά ιστορικής έρευνας στο πως γνωρίστηκαν οι γονείς του Άμνετ και στο πώς το άτυχο παιδί χάθηκε, χρησιμοποιεί τον Σαίξπηρ – όπως ο ίδιος χρησιμοποιούσε τον εαυτό του ως ηθοποιό στις παραστάσεις του- ως φευγαλέα παρουσία και κομπάρσο. Αναφέρεται ως «δάσκαλος λατινικών» ή «πατέρας» και ποτέ ως Σαίξπηρ, το οποίο ναι μεν επιτρέπει στον αναγνώστη να εστιάσει στο μικρόκοσμο της καθημερινότητας που διαμόρφωσε τη ζωή της οικογένειας του, από την άλλη όμως χάνει το νόημα του καθώς αν ο Σαίξπηρ δεν ήταν ο Σαίξπηρ και ο γιός του ο γιός του Σαίξπηρ ποσώς θα ενδιέφερε τον αναγνώστη πώς πέθανε άλλο ένα εντεκάχρονο αγόρι στο Στράτφορντ του 1590 που η πανώλη θέριζε πιο ακαριαία και από το πιο καλοακονισμένο και αδίστακτο δρεπάνι.

Το μυθιστόρημα θα έπρεπε να λέγεται «Άγκνες» και όχι «Άμνετ» καθώς το πραγματικό του θέμα είναι η (φανταστική) ζωή της γυναίκας του Σαίξπηρ. Η Άγκνες παρουσιάζεται σαν μια μάγισσα του δάσους, που γνωρίζει από βότανα, διαβάζει το μέλλον και ωθεί τον σύζυγο της – ο οποίος παραπαίει στα όρια της κατάθλιψης – να μετακομίσει στο Λονδίνο όπου σύντομα θα διαπρέψει στον κόσμο του θεάτρου.  Για να το πετύχει αυτό διδάσκει λατινικά και κάνει θελήματα για τη βιοτεχνία γαντοποιίας του πατέρα του Σαίξπηρ.  Η απομάκρυνση του Σαίξπηρ  από το πατρικό του στο Στρατφορντ θα αποτελέσει το τελειωτικό χτύπημα στη σχέση του ζευγαριού- η Άγκες θα τον συγχωρέσει για την χρόνια απουσία του και την εμπορική χρήση του ονόματος του νεκρού τους γιου στο θέατρο μόνο αφού δει την παράσταση και κατανοήσει την απέλπιδη προσπάθεια του πατέρα να επαναφέρει στη ζωή το χαμένο του γιο. Ωραία όλα αυτά αλλά και η χρήση του ονόματος  «Άμνετ» δεν αποτελεί ακριβώς την ίδια καπήλευση του ονόματος ενός νεκρού παιδιού; Αν όχι ίσως η συγγραφέας, στο ίδιο το βιβλίο, θέτει κατά τη γνώμη μου το ζήτημα του βαθμού στον οποίο δικαιούμαστε να χρησιμοποιούμε τη ζωή κάποτε υπαρκτών προσώπων για τη λογοτεχνική μας ψυχαγωγία. Η σύντομη απάντηση είναι πως και ο ίδιος ο Σαίξπηρ δεν ήταν και πολύ καλύτερος, ιδίως με τα ιστορικά του έργα, όταν όμως πρόκειται για το χαμό ενός παιδιού είναι η μνημόνευση ή η σιωπή η αρτιότερη αντίδραση;

Ακουσίως, το «Άμνετ» μας υπενθυμίζει ( στην εποχή μιας ακόμη πανδημίας, τόσο διαφορετικής και όμως τόσο παρόμοιας με την πανδημία πανώλης της ελισαβετιανής εποχής όπου τα θέατρα ανοιγόκλειναν σε κάθε ξέσπασμα της επιδημίας και ο Σαιξπηρ- πατέρας επέστρεφε στο Στάτφορντ για να δει τα παιδιά του) πως πρωτόγνωρα για εμάς βιώματα, όπως η υπέρμετρη ανησυχία για την υγεία των παιδιών μας, ο καθαρόαιμος πανικός σε περίπτωση νόσησης, η απαραίτητη αυστηρότητα των υγειονομικών πρωτοκόλλων που καταντά απάνθρωπη την κηδεία και τη διαδικασία πένθους, οι οικονομικές προεκτάσεις των λοκ ντάουν είναι μόνο μερικά από τα οικεία δεινά για τα οποία βαρυγκομάμε ξεχνώντας ότι η ανθρωπότητα τα επωμίζεται από καταβολής κόσμου.

Το Άμνετ πλησιάζει γενναία αλλά αποφεύγει να θέσει ρητά, και ίσως ορθώς, καθώς άλλα έργα το έχουν ήδη θέσει καλύτερα, το ερώτημα αν μπορεί ένας άνθρωπος να συνεχίσει να ζει στους αιώνες των αιώνων όχι μέσω αλλά μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου ή ενός θεατρικού έργου.

 

Στο νονό μου, Φιλήμονα Κανούτα, που μου έκανε μια ζωή ανήλεη τράκα στα βιβλία επειδή μάλλον ήξερε την απάντηση.

 

Μάγκι Ο’ Φάρελ, Άμνετ, μτφ. Αυγουστος Κορτώ, Ψυχογιός

Βρες το εδώ

Προηγούμενο άρθροΠοίηση του άστεως (της Βαρβάρας Ρούσσου)
Επόμενο άρθροΕρείπια, Γυναίκα και Πόλεμος (της Θεοδώρας Δ. Πατρώνα)  

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here