Η  διαρκής μεταμόρφωση του δημιουργού (του Αντώνη Ν. Φράγκου)

0
76

του Αντώνη Ν. Φράγκου

Από τους πιο  χαρακτηριστικούς συγγραφείς της μοντέρνας εποχής, ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας,  γεννηθείς στην Βαρκελώνη το 1948, φέρνει στις λογοτεχνικές αποσκευές του πολλά και σημαντικά  βιβλία. Με σπουδές  στην Νομική, ξεκίνησε, το 1968, ως κριτικός κινηματογράφου στο περιοδικό “Fotogramas”, μάλιστα, γύρισε και  δυο ταινίες μικρού μήκους. Έναν χρόνο μετά καθώς υπηρετούσε το στρατιωτικό του σε αποθήκη υλικού, στον θύλακα της  Μελίγια στην Βόρειο Αφρική, άρχισε να γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα χωρίς χρήση σημείων στίξεως. Μετά την θητεία του συνέχισε την φιλμική κριτική του σε διάφορα  περιοδικά της χώρας του. Μεταξύ 1974 και ’76 ζει στο Παρίσι σε διαμέρισμα που νοίκιασε απ’ την Μαργκερίτ Ντυράς. Εκεί  ξεκινάει το δεύτερο μυθιστόρημά του. Ευρύτερα γνωστός έγινε στο πέμπτο, “Historia abreviada de la literature portatil” (“Σύντομη ιστορία της φορητής λογοτεχνίας”, 1985). Έκτοτε ακολούθησε αριθμός αρκετών  σπουδαίων κειμένων μέχρι να φθάσουμε στο «Μοντεβιδέο».

Σε αυτό ο συγγραφέας ακολουθεί ατραπούς, ή αν θέλετε,  τρόπους σκέψης  που συνηθίζει γενικώς στα έργα του: το προσωπικό εμπλέκεται με την ιστορία – η πραγματικότητα με την φαντασία –η ανάγκη ανανέωσης, περισσότερο αναδιάρθρωσης  του κόσμου βυθισμένου σε μια θάλασσα ασάφειας. Αναφορές κάνει σ εκείνη την περίοδο της ζωής του  (’74- ’76) που έζησε στο Παρίσι, «χωρίς ένα λεπτό γράψιμο», παρ ‘ όλο που, «οι Γάλλοι δεν θέλουν πια να δουλέψουν, όλοι θέλουν να γράψουν». Κατόπιν,  οι σκέψεις του αναφέρονται σε δωμάτιο στο παλαιό  ξενοδοχείο  Θερβάντες στο Μοντεβιδέο («πόλη που ακούγεται σαν στίχος»): στο κατάλυμα του πίσω από την ντουλάπα υπήρχε κρυμμένη μεσόπορτα -υπόθεση που θυμίζει αρκετά γνωστό  διήγημα του Χούλιο Κορτάσαρ. Ο Καταλανός λογοτέχνης  εισήλθε στο μυστηριώδες δωμάτιο όπου το σκοτάδι ήταν αδιαπέραστο προκαλώντας του αμφίθυμα συναισθήματα. Αρκετά χρόνια μετά επεδίωξε να βρεθεί ξανά στο ίδιο ξενοδοχείο, πλέον, Εσπλεντόρ , αλλά η κρυφή πόρτα είχε εξαφανιστεί. Με αυτή την εμμονή δέχεται την πρόσκληση της φίλης του εικαστικού Μαντλίν Μουρ να παρευρεθεί στην έκθεσή της στο Μπομπούρ όπου η έκπληξη του είναι τεράστια: η καλλιτέχνιδα  έχει δημιουργήσει αποκλειστικά γι ‘αυτόν  το πρότζεκτ του διπλού δωματίου! Έτσι, με την βοήθεια κλειδιών ο Βίλα – Μάτας κατορθώνει να εισχωρήσει βαθιά στην ουσία  της πραγματικότητας- «σ’ έναν χώρο του πραγματικού κόσμου, ο οποίος δεν θα ’ταν τίποτα χωρίς τον κόσμο της μυθοπλασίας». Αυτή η κρυφή πόρτα που αναπλάθει το πραγματικό γεγονός αυτό καθ’ εαυτό καθώς, «το μυστικό για να κάνεις κάποιον να βαρεθεί είναι να του διηγηθείς τα πάντα.»   Οι συμβολισμοί δεν σταματούν εδώ. Στο τεχνητό δωμάτιο υπάρχει, επίσης,  η κόκκινη βαλίτσα που την συνάντησε  και στο αρχικό, με μια μεγάλη αράχνη επάνω!

Η  διαρκής μεταμόρφωση του δημιουργού τον οδηγεί  σε αντίστοιχα σημάδια σε δωμάτια και πόρτες στο Παρίσι, στο Κασκάις, στο Μοντεβιδέο, στο Ρέικαβικ, στο Σαν Γκάλεν και στην Μπογκοτά. Ως έναν οδικό αισθητικό χάρτη -δύσκολο  μονοπάτι  -όπου αυτά που βιώνει του γεννούν την ανάγκη να τα εκφράσει λεκτικά. Τελικά το διαβατήριο για να περάσει μέσα από τις πόρτες είναι το κλειδί της δημιουργικής γραφής  (οι «Πόρτες της αντίληψης», Ουϊλιαμ Μπλέηκ). Η γραφή του Βίλα- Μάτας σε συνεχή αναζήτηση νοημάτων,  μας επιβάλλει να αφήσουμε  κατά μέρος πολλές από τις συνήθειες στα διαβάσματά μας, να αφεθούμε στην  διαρκή  εναλλαγή καταστάσεων και συναισθημάτων που σχεδόν πάντοτε δεν οδηγούν κάπου . Στοιχεία μυθοπλασίας, δοκιμίου με πολλά αυτοβιογραφικά (;) θέματα που χαρακτηρίζονται  από έντονη διακειμενικότητα σε συγγραφείς, βιβλία, σκηνοθέτες αλλά και ταινίες. Επίσης, αναφέρει τις πέντε *, κατά τη γνώμη του,  κυρίαρχες τάσεις στις οποίες μπορούν να χωριστούν οι συγγραφείς ενώ είναι σίγουρος πως ξεχνά και μια έκτη! Είναι τέτοια η άνεση αφήγησης, η αμφιθυμία, η  ελευθεριακή φαντασία,  το χιούμορ, ο αυτοσαρκασμός, το διαρκές παιγνίδι των λέξεων και των νοημάτων αλλά πάνω από όλα η φανατική αγάπη για την Λογοτεχνία που καθιστούν  το «Μοντεβιδέο» παρ’ όλη την όποια δυσκολία του ένα από τα πιο σημαντικά έργα των τελευταίων χρόνων, «όταν φαίνεται πως όλα έχουν ειπωθεί».

Τα βιβλία του Ενρίκε Βίλα-Μάτας είναι μεταφρασμένα σε πάνω από 30 γλώσσες.

* Οι πέντε τάσεις:

1) Η τάση όσων δεν έχουν τίποτε να διηγηθούν

2) Η τάση όσων επίτηδες δεν αφηγούνται τίποτα

3) Η τάση εκείνων που αφηγούνται τα πάντα

4) Η τάση όσων περιμένουν κάποια μέρα τα πάντα να τα πει ο Θεός, ακόμη και το γιατί είναι τόσο ατελής

5) Η τάση αυτών που έχουν παραδοθεί στην εξουσία της τεχνολογίας, η οποία φαίνεται να μεταγράφει  και να καταγράφει τα πάντα, με αποτέλεσμα να αχρηστεύει τη δουλειά του συγγραφέα.

 

Ενρίκε Βίλα-Μάτας, Μοντεβιδέο, μετάφραση: Νάννα Παπανικολάου, εκδόσεις Ίκαρος

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΣάλπαρε ο Ναυτίλος- έφυγε ο Γιώργος Τσάκαλος (του Γ.Ν.Μπασκόζου)
Επόμενο άρθροΗ εικονογράφηση ως τέχνη (της Μαρίζας Ντεκάστρο)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ