Για τον Γ.Μαρκόπουλο, “Ιαματική κάθαρση” (του Αντώνη Καρτσάκη)

0
944
Spread the love

 

του Αντώνη Καρτσάκη

 

                                                                                  Πατρίδα μου είναι πλέον η μνήμη                                                                             και περιουσία μου όσοι αγάπησα. και                                                                                                  όσοι με αγάπησαν.[1]

 

Η μνήμη και η αγάπη κινητοποιούν την ευαισθησία του ποιητή Γιώργου Μαρκόπουλου στο τελευταίο του βιβλίο, όπου «με πλάγιο φωτισμό» ανακαλεί πρόσωπα, γεγονότα και ημέρες που έζησε. Είναι αυτά που συγκροτούν την πατρίδα του, όπως ο ίδιος δηλώνει, και την οποία χαίρεται πλέον με τη μνήμη. Πρόκειται για κείμενα γραμμένα από το 1968 έως το 2023, με ημερολογιακή διάταξη, για «βιογραφήματα» («biographémes», όπως τα αποκαλούσε ο Ρολάν Μπαρτ), για ιστορίες και στάσεις σε σημαίνοντα αναμνηστικά τοπόσημα,[2] που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην πορεία και στη ζωή του. Για προσωπικά ίχνη τα οποία διασταυρώνονται με κοινωνική ευαισθησία και με μια ηθική και αισθητική στάση απέναντι στην καλλιτεχνική δημιουργία και στην ανθρώπινη μνήμη.

Ποιητές του Μεσοπολέμου, της Γενιάς του ’30, της πολύπαθης Πρώτης, της Δεύτερης μεταπολεμικής Γενιάς και της Γενιάς του ’70, της δικής του ποιητικής γενιάς, βρίσκουν φιλόξενη στέγη στα κείμενα αυτά. Ταυτόχρονα, άνθρωποι της τέχνης, ηθοποιοί, μουσικοσυνθέτες, πεζογράφοι, μελετητές, εικαστικοί δημιουργοί, παλαιότεροι και νεότεροι, συμπληρώνουν το καλλιτεχνικό αυτό τοπίο.

Όπως είναι γνωστό, το τοπίο είναι νοητική κατασκευή.[3] Οι εικόνες του, «ανάγλυφα του ψυχισμού»[4] του εκάστοτε δημιουργού, ανήκουν στον δυνατό κόσμο της μυθοπλασίας, ο οποίος δανείζεται ιδιότητες του πραγματικού.[5] Στη συγκεκριμένη, ωστόσο, αφήγηση ο Μαρκόπουλος αντιστρέφει τα πράγματα: εμπιστεύεται εξαρχής τον πραγματικό κόσμο, αντλεί από αυτόν τα στοιχεία του και, με την τεχνική της καλλιτεχνικής μετάπλασης, κατορθώνει να μας δώσει ένα ποιητικό πεζογράφημα, με αφήγηση άκρως σαγηνευτική. Είναι, άλλωστε, γνωστό ότι ο πεζός λόγος των ποιητών προσιδιάζει στους στίχους τους. ότι συνήθως πρόκειται για λόγο ακριβείας, συγκεκριμένο και καλά ζυγοσταθμισμένο, αφού ως τεχνίτες της ρυθμικής οικονομίας οι ποιητές γνωρίζουν τους κινδύνους του περιττού. Παρακάμπτοντας, λοιπόν, στο σημείωμα αυτό το «τι» –κάτι πολύ σημαντικό, καθώς ο ποιητής με τα κείμενά του ορθώνει την τοιχογραφία μιας ολόκληρης εποχής, της «χαρούμενης εποχής της Μεταπολίτευσης», και επικυρώνει τη γνωστή κριτική ευστοχία και τόλμη του– θα εστιάσω στο «πώς», στον τρόπο τον οποίο επιλέγει να αφηγηθεί τις ιστορίες του. Όχι μόνο γιατί διακρίνω σ’ αυτές «το δραματικό βάθος και την εικονογραφική εμβέλεια της ποίησής του»,[6] αλλά και επειδή η συγκεκριμένη αφήγηση αφομοιώνει και υπογειώνει με μαστοριά απαράμιλλη τεχνικές (αναχρονίες, φωνές, οπτικές) και νιώθει κανείς να μετέχει από την αρχή σε ένα συναρπαστικό αναγνωστικό  ταξίδι. Ο συγγραφέας πορεύεται με τη μνήμη, μ’ αυτό «το μάτι της ψυχής».[7] Με την τεχνική της μνημικής ανάκλησης πραγματοποιεί καταδύσεις –«στάσεις στοχαστικής ενατένισης»–[8] στον χρόνο και συνθέτει ένα  υβριδικό κείμενο, που αντιστέκεται σε κάθε είδους κατάταξη και προσφέρει, όπως ο ίδιος διατείνεται για τον εικαστικό Σπύρο Κούκο, «μια κάθαρση άκρως ιαματική, προερχόμενη από την ανεπιτήδευτη ταπεινότητα και την αλήθεια την οποία εκπέμπουν οι ήρωές του, άντρες και γυναίκες» (σ. 135).

Η ιαματική κάθαρση στο κείμενο του Μαρκόπουλου προέρχεται πρωτίστως από τη βαθιά αγάπη, που παίρνει τη μορφή της συντριβής και του σπαραγμού με την ανάκληση προσώπων αγαπημένων. Αγάπη ανυπόκριτη για ομότεχνους φίλους, όπως η Ρούλα Κακλαμανάκη, «αυτό το κλωναράκι που όρθωνε το ανάστημά του και τα έβαζε με σκληροτράχηλες ομάδες», που το σπίτι της ήταν «μοναδικής χαράς κυψέλη» (σ. 170) και που «έφευγε πάντα κανείς από κοντά της πλούσιος και με θησαυρούς καρδιάς» (σ. 129-130). αγάπη τρυφερή για τον Τάσο Λειβαδίτη και για όλες τις ψυχές οι οποίες στεγάζονται στο  Εκκρεμές του (σ. 96-99), «τις ψυχές χτυπημένα πουλιά», τις «βαθύτατα απόκρημνες και μοναχικές» ψυχές. αγάπη τον Γιώργο Θεοχάρη, με τον οποίο παιδιά ακόμη, αντάλλασσαν τα «απαγορευμένα» βιβλία του Τσίρκα, του Ρίτσου, του Βάρναλη και του Λουντέμη (σ. 124). Αγάπη και για παλαιότερους, για τον Γιώργο Σεφέρη που με την ποίησή του «άλλαξε τη μοίρα μας» (σ. 32), για τον Μίλτο Σαχτούρη που «τάραξε την πενιχρή επίπλαστη ησυχία μας» (σ. 28).

Αγάπη για φίλους εικαστικούς, όπως ο Κωνσταντίνος Ράμμος, τα έργα του οποίου «θα συνεχίσουν «να ακτινογραφούν αθόρυβα την καλά κρυμμένη πίσω απ’ τα σακάκια μας ασήκωτη μοναξιά μας» (σ. 49). Για τους εκπαιδευτικούς, τους ανθρώπους τους «δυνατούς και υπέροχους και ονειρικούς», που «ξεφυτρώνουν στις δύσκολες ώρες για να μας διδάσκουν, αλλά και για να μας δείχνουν κατά πού, κατά πού πέφτει η ομορφιά» (σ. 67).

Αγάπη για τους αγωνιστές του αντιδικτατορικού αγώνα και το Πολυτεχνείο, οι αρνητές του οποίου «θα μένουν κατά βάθος έρημοι, με την ψυχή τους χιονισμένο βουνό, όπου μόνο πατήματα λύκου συναντάς» (σ. 137).

Αγάπη για τον Αλέξη Ζήρα τον «πάντα αγέρωχα ατάραχο και χαμογελαστό»,  «τον πρώτο και εγκυρότερο μελετητή της γενιάς του» (σ. 169), λατρεία για τον ακριβό φίλο και ομότεχνο, τον «αδελφό» Χριστόφορο Λιοντάκη.

Η αγάπη αυτή, απλωμένη μέσα στο κορμί του ποιητή «σαν τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα»,[9] συμφύρεται με τον πόνο, γίνεται βαθύς καημός για την απώλεια. Ένα πραγματικό ανακάλημα φίλων που έφυγαν για το χωρίς επιστροφή ταξίδι που κλείνει με το σπαρακτικό ερώτημα «πού, πού να κοιμούνται;» και με το επιμύθιο: «Ω στίχοι ασημένιοι που σφάζετε, και, ω ποίηση, σφραγίδα σε ένταλμα σύλληψης αθώου» (σ. 155-156).

Πόνος για τους φίλους που πάλεψαν με «τη φοβερή ασθένεια» και νικήθηκαν, τον Νίκο Καρούζο, τον Άθω Δημουλά, την Αμαλία Τσακνιά, τον Στέλιο Λύτρα, τον Γιώργο Καραβασίλη (σ. 84-88). Πόνος μνησιπήμων για την ταπεινή, διακριτικά τρυφερή Εύα Κοταμανίδου που «είχε για σπίτι τις καρδιές μας» (σ. 172),

Αγάπη και πόνος για τη θρυλική Νανά Καλλιανέση του Κέδρου, με «το υπέροχο ελληνικό κεφάλι», που του φάνηκε στην πρώτη τους επαφή «σαν να είχε βγει κατευθείαν από τη μυθολογία»(σ. 68). για τον μουσικό Γιώργο Τσαγκάρη, «ένα πουλί αποδημητικό που μας έκανε τη χάρη να μείνει για λίγο καιρό κοντά μας για να μας δωρίσει τις σπάνιες μουσικές του» (σ. 99). για τον παιδικό φίλο Δημήτρη Ρούτση τον «χαρταετό» που «κατά λάθος ξέφυγε από το χέρι, από το χέρι παιδιού» (σ. 103),

Πόνος ενοχικός και για πρόσωπα που δεν συνάντησε, όπως ο «μοντερνιστής και όχι γλυκερός, όπως πολλοί άλλοι της γενιάς του» Μήτσος Παπανικολάου, με «την άκρως γοητευτική εικονοποιία και τους εξόχως εκλεκτούς στίχους» (σ. 214-215). Η ποίηση του Παπανικολάου «είναι το πουλί που μας χτύπησε το τζάμι και δεν του ανοίξαμε» και οι στίχοι του «φιλιά κλεφτά που δεν δόθηκαν και αστραπές», σημειώνει.

Το ζήτημα, ωστόσο, σε κάθε περίπτωση είναι το «πώς», ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής αποτυπώνει τη συντριβή του ή, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, το κλίμα και ο τόνος του αποχαιρετισμού. Ο εγνωσμένου κύρους κριτικός ανιχνεύει «ένα παράδοξο κράμα» που δίνει το στίγμα στα κείμενα αυτά: από τη μια η συντριβή και ο σπαραγμός για την απώλεια, χωρίς καμιά λογοκρισία των αισθημάτων. από την άλλη, μέσω μιας «αυστηρής και δεξιοτεχνικής διύλισης των αισθημάτων», η συγκράτηση και η σιωπή, η περιστολή και η συρρίκνωσή τους ώστε να καταλήξουν απόσταγμα ψυχής. Θα έλεγα ότι ο πόνος του ποιητή φωτίζεται από τη χαρά για όσα αξιώθηκε με τους αγαπημένους απόντες, ότι το βαθύ συναίσθημα που εκπορεύεται από τη μνημική ανάκληση είναι η «ροδόεσσα θλίψη», όπως ονόμασε την ευφρόσυνη μελαγχολία του ο ακριβός ομότεχνος φίλος.[10] Η θλίψη του Μαρκόπουλου είναι «ροδόεσσα», ένα είδος χαρμολύπης, καθώς ανακαλεί τη χαρά. το πένθος του καταλήγει «χαροποιόν», κρατώντας κάτι από τον «φωτεινό γνόφο» των μυστικών.[11]

Το σημαντικό, κατά την άποψή μου, είναι ότι το παράδοξο αυτό κράμα  εξελίσσεται, εκτός από ιαματική κάθαρση, σε πραγματική ποίηση. Καθώς ο φωτισμός είναι «πλάγιος», δημιουργεί σκιές και βάθος, προκαλεί αίσθηση οικειότητας, αποκαλύπτει αθέατες πτυχές και άδηλες αναλογίες του κόσμου μας. Και καθώς ο πόνος του ποιητή βαθαίνει, χωρίς να  καταλήγει σε ανώφελο κοπετό, εξελίσσεται και αναβλύζει στην επιφάνεια ως καθαρός λυρισμός, αληθινό απόσταγμα ψυχής, με το οποίο τιμά τους ακριβούς φίλους. Ανάμεσα στα κριτικά σχόλια και στις εξειδικευμένες εικαστικού τύπου παρατηρήσεις –που αποκαλύπτουν μιαν άλλη ιδιότητα του ποιητή– ρέει διαρκώς η ποίηση ως διάχυτη ευλογία, ως τρυφερή έκφραση που μεταβάλλει το κείμενο σε ποιητικό πεζογράφημα. Πρόκειται για μια υπαινικτικά εξομολογητική ποιητική γραφή, με ανείπωτη γενναιοδωρία αισθημάτων και μεγαλείο ψυχής, με λόγο επίχαρι, ακριβό και καίριο, με ευφυέστατα ποιητικά τεχνήματα, συμπλήρωμα της ποιητικής γραφής του Γιώργου Μαρκόπουλου,[12] γραμμένη με άφθαστη ταπεινότητα από έναν απλό και άοπλο άνθρωπο, που χαίρεται και πονά συγχρόνως για το ότι αξιώθηκε μια τόσο πλούσια σε γνώση και πείρα και αγάπη ζωή. Για μια κάθαρση άκρως ιαματική. Για κείνον και για μας.

 

[1] Γιώργος Μαρκόπουλος, Σε πλάγιο φωτισμό. Κείμενα για πρόσωπα, γεγονότα, ημέρες, Κέδρος, Αθήνα 2025, σ. 160.

[2] Για τους όρους βλ. Λίζυ Τσιριμώκου, Εισαγωγή, στο Georges Perec, Σκέψη / Ταξινόμηση, Άγρα, Αθήνα  2005, σ. 15-16.

[3] Βλ. Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού, «Ποιητική του τοπίου ή τοπία με την ποιητική λογοτεχνικού γένους και ρεύματος;», στον τόμο: Ευριπίδης Γαραντούδης, Βίκυ Πάτσιου, Ουρανία Πολυκανδριώτη (επιμέλεια), Η ποιητική του τοπίου, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2019, σ. 289-305.

[4] Gaston Bachelard, Η ποιητική του χώρου, μτφρ. Ελένη Βέλτσου, Ιωάννα Δ. Χατζηνικολή, εκδ. Χατζηνικολή, Αθήνα 1982, σ. 5.

[5] Βλ. αναλυτικά, Ζ. Ι Σιαφλέκης, «Ο δυνατός κόσμος της αναπαράστασης του λογοτεχνικού τοπίου», στον τόμο: Η ποιητική του τοπίου, ό.π., σ. 45-46.

[6] Βλ. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «Για φίλους ακριβούς και πολύτιμους», εφ. Το Βήμα, Κυριακή, 27 Ιουλίου 2025.

[7] Βλ. Ρέα Γαλανάκη, Εμμανουήλ και Αικατερίνη, Καστανιώτης, Αθήνα 2022.

[8] René Wellek και Austin Warren, Θεωρία Λογοτεχνίας, μτφρ. Σταύρος Δεληγιώργης, εκδ. Δίφρος, [Αθήνα χ.χ.], σ. 273.

[9] Γ. Σεφέρης, «Πάνω σ’ έναν ξένο στίχο», Τετράδιο Γυμνασμάτων, Β.΄

[10] Χριστόφορος Λιοντάκης, Ποιήματα, 1982-2010 [Ο Μινώταυρος μετακομίζει, Ο Ροδώνας με τους χωροφύλακες, Με το φως, Στο τέρμα της πλάνης], Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2015, σ. 65.

[11] Βλ. Β. Ν. Τατάκης, «Ελληνικός και βυζαντινός μυστικισμός», στο Η ελληνική και πατερική βυζαντινή φιλοσοφία. Αθήνα, «Αρμός», 2000, σ. 62.

[12] Βλ. Θεόδωρος Γεωργίου, «Η “χαρούμενη περίοδος” της Μεταπολίτευσης», Η Εφημερίδα των Συντακτών «Βιβλιοαναγνώσεις», 26-27. 7. 2025.

 

Γιώργος Μαρκόπουλος, Σε πλάγιο φωτισμό, Κείμενα για πρόσωπα, γεγονότα, ημέρες, Κέδρος, Αθήνα 2025

 

 

Προηγούμενο άρθροΗ Τερατώδης Θεία: Φύλο, Εξουσία και Τρόμος στον Walter de la Mare (της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη)
Επόμενο άρθροΟι παραστάσεις της Επιδαύρου φτάνουν στην Αθήνα (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ