Φαλκιδευμένος Χριστιανόπουλος (του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου)

3
3216

                                

 

 

του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου 

 

Ξεφυλλίζω τον ογκώδη τόμο της Σωτηρίας Σταυρακοπούλου Τα εσώψυχα του Ντίνου Χριστιανόπουλου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιανός, και οι απορίες μου μαζεύονται σωρηδόν, από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Το βιβλίο καταγράφει συζητήσεις μιας οκταετίας (2004-2012), που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν μιαν εκ βαθέων συνομιλία ανάμεσα στον ποιητή και τη Σταυρακοπούλου, αλλά το όλο εγχείρημα μπάζει από παντού, σε όποιο σημείο κι αν σταθούμε. Η επιμελήτρια έχει ακαδημαϊκή ιδιότητα και οι συζητήσεις ξεκίνησαν από την ιδέα της να φιλοτεχνήσει μια βιογραφία του Χριστιανόπουλου, η οποία κατέληξε, όπως τουλάχιστον ισχυρίζεται η ίδια, στην αποτύπωση μιας σειράς από «μουχαμπέτια» – κουβεντούλες επί παντός του επιστητού.

Πώς, όμως, νομιμοποιείται ένα τέτοιο (αχανές στην έκταση και εντελώς   συγκεχυμένο ως προς το περιεχόμενό του) υλικό; Η Σταυρακοπούλου δεν δουλεύει ούτε ως επιστήμονας ούτε ως δημοσιογράφος. Αν δούλευε ως επιστήμονας, θα όφειλε να στηρίξει τις ερωτήσεις της σε κάποιους άξονες, εντάσσοντας τις απαντήσεις του Χριστιανόπουλου σε έναν κορμό με σαφή απόβλεψη και συγκεκριμένες κατευθύνσεις – ως γνωστόν οι απαντήσεις που παίρνουμε αντανακλούν τις ερωτήσεις που θέτουμε. Αν πάλι η Σταυρακοπούλου εργαζόταν ως δημοσιογράφος, θα έπρεπε οι ερωτήσεις της να είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε ένα στοιχειώδες οργανόγραμμα, ικανό να μας αποκαλύψει πρωτίστως το ποιητικό έργο του Χριστιανόπουλου – αυτό που ουδόλως τυχαίως τον καθιέρωσε ως μιαν από τις σημαντικότερες φωνές της μεταπολεμικής ποίησης.

Παρόλα αυτά, η Σταυρακοπούλου δεν επιφυλάσσει ούτε στην επιστήμη ούτε στη δημοσιογραφία αγαθή τύχη. Τα παίρνω πάλι από την αρχή. Αν πρόκειται για επιστήμη, «συνομιλία» δεν σημαίνει ασύντακτο πολυβολισμό του συνομιλητή με αλλήθωρα και τιποτολογικά ερωτήματα, που αντί να προκαλέσουν απαντήσεις για τη λογοτεχνία, το μόνο που καταφέρνουν να βγάλουν προς τα έξω είναι μια εμπαθής και μικρονοϊκή κουζίνα – ένα φτενό άθροισμα (παρά τις 900 και πλέον σελίδες του βιβλίου) από άσχετες ιστορίες για τοπικά πρόσωπα της Θεσσαλονίκης (του παρόντος ή του απώτερου και απώτατου παρελθόντος), από διάσπαρτες και εμμονικές (ανυπόφορα επαναλαμβανόμενες) αναφορές σε εκδοτικές και μουσικές δράσεις του Χριστιανόπουλου (χωρίς ούτε ίχνος παραπομπής και φιλολογικού υπομνηματισμού) ή από ταξίδια του για λογοτεχνικές εκδηλώσεις ανά την Ελλάδα με μοχθηρά και εν πολλοίς ακατανόητα σχόλια. Αν πάλι πρόκειται για δημοσιογραφία, η «κουβεντούλα» δεν μπορεί να ταυτίζεται με ούτε με το ασύστολο κουτσομπολιό ούτε με μιαν υβρεολογική αποκαθήλωση των πάντων: ποιητών, πεζογράφων, πανεπιστημιακών ερευνητών και λογοτεχνικών κριτικών – όποιοι κι αν είναι αυτοί.

Το βιβλίο της Σταυρακοπούλου παίζει ανενδοίαστα με τη δημόσια εικόνα του Χριστιανόπουλου: εικόνα όχι αντικομφορμιστική, όπως κολακευόταν ο ίδιος να πιστεύει, αλλά απλώς μονολιθική και προκατειλημμένη για όσους είχαν την ατυχία να προκαλέσουν την απαρέσκειά του. Είναι όμως ένα πράγμα μια δημόσια εικόνα σμιλευμένη και εγκεκριμένη από τον ποιητή (ο ίδιος την έχω ελέγξει πολύ αυστηρά προ ετών) και ένα άλλο, τελείως διαφορετικό ζήτημα το σύνολο ανεξακρίβωτης αδολεσχίας της Σταυρακοπούλου. Παραπέμποντας σιωπηρώς σε μια αρνητική δημόσια εικόνα, η επιμελήτρια επιχειρεί να καταστήσει αληθοφανή τη δική της εκδοχή για το δημόσιο πρόσωπο του Χριστιανόπουλου και να μας πείσει μέσω μιας φαλκίδευσης. Ο ποιητής αδυνατεί εδώ και πολύν καιρό να εγκρίνει ή να απορρίψει οτιδήποτε εμφανίζεται ως δημόσιος λόγος του, και η Σταυρακοπούλου έρχεται να καταπατήσει κατά τη διάρκεια των δύσκολων ημερών του το αναφαίρετο δικαίωμά του να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Επιπλέον, του επιβάλλει ανεξήγητα ως προνομιακό συνομιλητή έναν πεζογράφο της Θεσσαλονίκης (τον Περικλή Σφυρίδη) – μια υπερπαρουσία που δεν δικαιολογείται από τα λεγόμενα του βιβλίου, όπως κι αν τα κρίνουμε ή αν τα λογαριάσουμε.

Ο Χριστιανόπουλος αποτελεί στο βιβλίο της Σταυρακοπούλου έναν βαριά παραμορφωμένο άνθρωπο: έναν άνθρωπο παραδομένο στο έλεος της συνομιλήτριας του, η οποία μοιάζει, εντούτοις, να μην έχει κανένα έλεος.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Το βιβλίο της Σωτηρίας Σταυρακοπούλου Τα εσώψυχα του Ντίνου Χριστιανόπουλου προκάλεσε την οξύτατη διαμαρτυρία διανοουμένων της Θεσσαλονίκης. 

ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΑ ΕΣΩΨΥΧΑ ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

 

 

Θεέ μου, φύλαγε απ’ την κακιά στιγμή, […]

                                                              που η νέμεση χαρίζεται στους κουτσομπόληδες

                                                              και κάνουν γλέντι την καταστροφή μας.

«Η κακιά στιγμή»  Ανυπεράσπιστος καημός

 

Θεωρούμε ηθικά επιβεβλημένο να αποδοκιμάσουμε τη συγγραφική και εκδοτική πράξη που εξ αντικειμένου στρέφεται κατά της ανθρώπινης και της πνευματικής υπόληψης, καθώς και της υστεροφημίας του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Μια πράξη που, από την περίοδο που επιλέχτηκε να γίνει, δείχνει και την αναλγησία αυτών που την έκαναν.

Κάθε άνθρωπος δικαιούται να λέγει κατ’ ιδίαν ό,τι θέλει για τους άλλους, ακόμη και για τους φίλους του –εκφράζοντας ενδεχομένως στιγμιαίες γνώμες και αντιδράσεις– κανείς όμως δεν έχει το δικαίωμα να δημοσιοποιήσει, να δημοσιεύσει τα λόγια του, ισχυριζόμενος, μάλιστα, σε μια στιγμή που εκείνος δεν μπορεί να τον ελέγξει και να τον διαψεύσει, ότι έχει τη συναίνεσή του. Και επιπλέον κατασκευάζοντας αυτή τη δήθεν συγκατάθεση με τον ισχυρισμό μιας τάχα «δεκαετούς [!] συνέντευξης» και προσθέτοντας ποιος ξέρει πόσες άλλες αναλήθειες.

Αλλά κι αν υποτεθεί ότι πριν από μια δεκαπενταετία υπήρξε κάποιας μορφής συναίνεση, αυτή έχει ακυρωθεί από τη μη τήρηση, τη μη ύπαρξη δύο βασικών προϋποθέσεων που  έθετε ο Ντ. Χριστιανόπουλος πριν από τη δημοσίευση των συνεντεύξεών του, δηλ. τον προηγούμενο έλεγχο του γραπτού κειμένου και την τελική έγκρισή του από τον ίδιο. Εφόσον οι προϋποθέσεις αυτές δεν υπήρξαν, τούτο καθιστά την υποτιθέμενη αρχική συγκατάθεση -αν δόθηκε-  άνευ ισχύος και τη δημοσίευση και έκδοση του περιεχομένου των συνομιλιών ανεπίτρεπτη.

Ο Χριστιανόπουλος, σε κατάσταση πλήρους πνευματικής διαύγειας, έχει γραπτώς δηλώσει την ανάγκη ύπαρξης των δύο παραπάνω προϋποθέσεων. Σε ένα μάλιστα απόσπασμα της σχετικής δήλωσής του νομίζει κανείς ότι με τρόπο προβλεπτικό και αναντίλεκτο  απαντά   στη συγγραφέα του βιβλίου που προκάλεσε τη διαμαρτυρία μας:

«Πολλοί νομίζουν πως μια συνομιλία πρέπει να τυπώνεται ακριβώς όπως  έγινε, για να κρατηθεί τάχα [] η ιδιομορφία του αυθόρμητου λόγου [] Πέρα όμως από το ύφος, το ρετουσάρισμα  θα αποκλείσει και άτυχες ή άδικες φράσεις που μπορεί να πληγώσουν κάποιον χωρίς λόγο, ενώ δεν θα  προσφέρουν τίποτε θετικό. Εκτός εάν η συνέντευξη εκμαιεύεται ακριβώς γι’ αυτές τις φράσεις…

 Εκτός αυτού με ενοχλεί συχνά και το λεξιλόγιό μου. Αυτά που όταν λέχθηκαν μπορεί να ήταν νόστιμα, τώρα που τυπώθηκαν έγιναν χυδαία. Βλέπετε λοιπόν γιατί χρειάζεται εκ των υστέρων μία επέμβαση;  Αυτή την επέμβαση δεν τη θελήσατε, κι έτσι με πικράνατε πολύ, πικραίνοντας ταυτόχρονα κι αυτούς που τους πήραν τα σκάγια».

Στο σημείο αυτό αισθανόμαστε επίσης την ανάγκη να αποδοκιμάσουμε και τη συνέργεια σε αυτήν την πράξη του εκδότη που εξέδωσε το βιβλίο και το κυκλοφορεί.

Θέλουμε, τέλος, να πιστεύουμε ότι ο κάτοχος των πνευματικών δικαιωμάτων του Ντίνου Χριστιανόπουλου και στενότατος συγγενής του, δεν συναίνεσε στην έκδοση, και εάν συναίνεσε, δεν θα γνώριζε καλόπιστα το περιεχόμενό της. Γι’ αυτό του ζητούμε να συμβάλει και αυτός, με όποιον τρόπο νομίζει, στην προστασία του ανθρώπου του και της πνευματικής κοινότητας από μια επιδημική ενέργεια που απειλεί να δηλητηριάσει την πνευματική ζωή όλων μας

Αθανασοπούλου, Μαρία, επίκ. καθηγήτρια, ΑΠΘ

Αλισάνογλου Γιώργος , ποιητής –εκδότης

Αποστολίδου Βενετία, καθηγήτρια ΑΠΘ

Ατζακάς Γιάννης, συγγραφέας

Ατζακά Γιώτα, ομότιμη καθηγήτρια του ΑΠΘ

Βαγενάς Νάσος, ομότιμος καθηγητής ΕΚΠΑ

Βανίδης Γιάννης, συνταξιούχος τραπεζικός

Γκανίδου Αρετή, φιλόλογος-ποιήτρια

Δαββέτας Νίκος, συγγραφέας

Θωμαϊδου – Μώρου Μάρθα, πρώην λέκτωρ ΑΠΘ

Καλαντζοπούλου Βίκη, πρώην επίκουρη καθηγήτρια ΑΠΘ

Καλούτσας Τάσος, πεζογράφος

Καραγιάννης Μάκης, πεζογράφος – κριτικός

Καράογλου Χ. Λ., ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ

Κατσιγιάννη Άννα, επίκ. καθηγήτρια Πανεπιστημίου Πατρών

Κόκορης Δημήτρης, αναπλ. καθηγητής ΑΠΘ

Κορδομενίδης Γιώργος, εκδότης- διευθυντής του περιοδ.  Εντευκτήριο,

Κοροβίνης Θωμάς, συγγραφέας- φιλόλογος – τραγουδοποιός

Κουνάγια Ουρανία, ποιήτρια

Κωστίου Κατερίνα, καθηγήτρια Πανεπιστημίου Πατρών

Λαζαρίδης Σπύρος, ποιητής – συγγραφέας

Λυκούργου Κλεονίκη,  πρώην επίκουρη καθηγήτρια ΑΠΘ

Μάρκογλου Πρ., ποιητής -συγγραφέας

Μίγγας Δημήτρης, συγγραφέας

Μπακογιάννης Μιχάλης, επίκ. καθηγητής ΑΠΘ

Ναούμ Ιωάννα, επίκουρη καθηγήτρια ΑΠΘ

Ναρ, Λέων δρ Νεοελληνικής Φιλολογίας – συγγραφέας

Πίστας Παναγιώτης, φιλόλογος –πρώην πανεπιστημιακός

Ριζάκης Κώστας, ποιητής, διευθ. περ. Καρυοθραύστις

Σιμώτας Τάκης, συνταξιούχος δικηγόρος

Στεργιούλας Διονύσης, συγγραφέας

Τικτοπούλου Κατερίνα, αναπλ. καθηγήτρια ΑΠΘ

Τσιριμώκου Λίζυ, ομότιμη καθηγήτρια ΑΠΘ

Φραντζή ΄Αντεια, ομότιμη καθηγήτρια ΑΠΘ

Φιλοκύπρου Έλλη, καθηγήτρια ΕΚΠΑ

Χοντολίδου Ελένη, αναπλ. καθηγήτρια ΑΠΘ

 

 

3 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Τα εισαγωγικά του κ. Χατζηβασιλείου περί ερωτήσεων και απαντήσεων μου έφεραν στον νου απόφθεγμα του Goethe το οποίο παραθέτω από μνήμης: Αν απαιτείς μια σοφή απάντηση πρέπει να θέτεις ένα λογικό ερώτημα!

  2. Προσυπογράφω το κείμενο διαμαρτυρίας και εκφράζω τον αποτροπιασμό μου για το ανενδοίαστο αυτό «βιβλίο».

  3. Εκφράζω τον απόλυτο αποτροπιασμό μου για το βιβλίο της Σταυρακοπούλου, που εμφανίζει τον Χριστιανόπουλο, αρνητή και τιμητή, όλων σχεδόν των δημιουργών που γνώρισε, ενώ είναι σίγουρο, πως ο Χριστιανόπουλος σε στιγμές κουτσομποικού οίστρου και πάντα με διάθεση αστεϊσμού, έλεγε διάφροα ευτράπελα για τους ομότεχνούς του. Το ξέρω προσωπικά γιατί υπήρξα πολλά χρόνια φίλος του. Το ότι η κυρία Σταυρακοπουλου, επιχείρησε να μετατρέψει σε πλουτοπαραγωγική πηγή,κάποιες κουβέντες του ποιητή, τώρα που δεν είναι σε θέση νααντιδρώ, το θεωρώ απλώς αίσχος.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here