Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ «Ευτυχισμένες μέρες», Σάμιουελ Μπέκετ, Δημ. Τάρλοου: «δε βαριέσαι…» της Όλγας Σελλά

«Ευτυχισμένες μέρες», Σάμιουελ Μπέκετ, Δημ. Τάρλοου: «δε βαριέσαι…» της Όλγας Σελλά

0
17

της Όλγας Σελλά

Τα περισσότερα από τα έργα του Σάμιουελ Μπέκετ τα έχουμε δει αρκετές φορές. Κάποια, τα έχουμε δει πολλές. Κι αφού για όλα υπάρχουν αυστηρές σκηνικές οδηγίες από τον συγγραφέα τους, μοιάζει σα να μην υπάρχουν και πάρα πολλά περιθώρια να δούμε κάτι εντελώς νέο, κάθε φορά που ένα έργο του ανεβαίνει. Κι όμως, κάθε φορά που ξαναβλέπουμε έργο του Μπέκετ, νιώθουμε σα να το βλέπουμε πρώτη φορά. Γιατί κάθε φορά υπάρχει μια διαφορετική ερμηνεία γι’ αυτούς τους ρόλους που «αν και παρουσιάζουν εκπληκτική ποικιλομορφία, σχεδόν όλοι μοιράζονται την επανάληψη, καθώς είναι καταδικασμένοι να αφηγούνται και να παίζουν μια ιστορία ξανά και ξανά».  Αλλά και γιατί ο κάθε σκηνοθέτης καλείται να φωτίσει με άλλον τρόπο το ήδη γνωστό πλαίσιο. Και να το κάνει νέο και διαφορετικό.

Εδώ και λίγες, στο θέατρο «Πορεία» παρουσιάζεται το έργο «Ευτυχισμένες μέρες» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου, και την Αγλαΐα Παππά στο ρόλο της Γουίνι. Οι δύο τους συνυπογράφουν και τη νέα μετάφραση του έργου σε μια παράσταση που είναι αφιερωμένη στη Χριστίνα Τσίγκου (που είχε ερμηνεύσει τη Γουίνι) και τη Μαρίνα Καραγάτση. Δίπλα στην Αγλαΐα Παππά, ο Δημήτρης Μπίτος, στον σιωπηλό, σχεδόν, ρόλο του συζύγου της, του Γουίλι.

Το περιβάλλον της παράστασης είναι πασίγνωστο: η Γουίνι είναι θαμμένη μέχρι τη μέση σ’ έναν λόφο, γύρω της υπάρχει ένα άνυδρο τοπίο, έτσι που να μην μπορεί να προφυλαχτεί από τον ήλιο. Κάπου γύρω της, χωρίς να έχει οπτική επαφή του, υπάρχει ο Γουίλι. Η επικοινωνία εμποδίζεται. Το ίδιο και η ομαλή εξέλιξη της καθημερινότητας. Το ίδιο και το αίσθημα του χρόνου, το έναυσμα του οποίου δίνει ένα ηλεκτρονικό ξυπνητήρι, που βγάζει ένα επιθετικά κόκκινο φως και στην επιφάνεια του γράφει «happy days». Ο σκηνογράφος Πάρις Μέξις έχει δώσει στο χώρο την εικόνα ανέμελων διακοπών. Μιας παραλίας, ενός αμμόλοφου, ο Γουίνι φοράει ένα μπανιερό που πηγαίνει πίσω στις αρχές του 20ού αιώνα. Μια εικόνα επιφανειακής ελαφρότητας, που κρύβει –κάτω από την άμμο;- όλα τα δυσβάστακτα της ζωής.

Όμως η Γουίνι τα αντιμάχεται όλα αυτά. Έχει τις μικρές της τελετουργίες, έχει την τσάντα της δίπλα –όπου βρίσκονται όλα τα υπάρχοντά της μέσα- και καταφέρνει να δίνει σ’ αυτές τις μικρές καθημερινές κινήσεις (που εμείς τις κάνουμε μηχανικά κάθε μέρα) ένα νόημα, τέτοιο που γεμίζει τον αργόσυρτο χρόνο της μέρας της. «Η Γουίνι επιμένει να οργανώνει την ημέρα της, να μιλά, να θυμάται, να ασχολείται με μικρές καθημερινές πράξεις, που λειτουργούν ως τελετουργίες επιβίωσης, ως μεταφυσική γραμματική, ως μια ποιητική πράξη αντίστασης απέναντι στο χρόνο, στη φθορά και στο κενό», σημειώνει η Έρι Κύργια στο πρόγραμμα της παράστασης.

Μία από τις πράξεις αντίστασης είναι να μιλάει διαρκώς. Ρωτάει και απαντάει τον εαυτό της: «Βούρτσισα το μαλλί μου;». Κάθε τόσο φωνάζει τον Γουίνι. Τον εκλιπαρεί να της απαντήσει. Δεν έχει πλοκή ούτε αυτό το έργο του Σάμιουελ Μπέκετ. Μέσα από τη φωνή της (κάθε φορά) Γουίνι, ο Μπέκετ σκιαγραφεί τη βαθιά αποξένωση και την αβυσσαλέα μοναξιά.

Και η φωνή της Αγλαΐας Παππά κυματίζει, όπως η ιδεατή παραλία πίσω της, ανάμεσα στην αισιοδοξία, τον σαρκασμό, την αγωνία, την αβεβαιότητα, τη στιγμιαία απελπισία, και όταν κουράζεται από όλες αυτές τις αλλαγές -χωρίς ούτε στιγμή να σταματήσει να βγάζει πράγματα από την τσάντα της, να χτενίζεται, να βάζει το καπέλο της, να λιμάρει τα νύχια της- λέει εκείνο το τρομερό «δε βαριέσαι…» με μια φωνή, γήινη, γαντζωμένη από μιαν ελπίδα δυσδιάκριτη και μια προσπάθεια να δείξει την ακριβή ξεγνοιασιά που ο καθένας επιζητεί. «Ο λόγος της Γουίνι κυλά σαν παράξενο άσμα, γεμάτο επαναλήψεις, παύσεις και μεταπτώσεις ανάμεσα στην ειρωνεία και στη συγκίνηση. Είναι, επίσης, ένα τραγούδι χωρίς πλοκή. Η πλοκή αντικαθίσταται από τη συνείδηση. Και πραγματικό συμβάν του έργου είναι η ίδια η λειτουργία του νου, που επιμένει να παράγει νόημα».

Ο Γουίλι είναι το σκέλος της σχέσης που δεν υφίσταται στην πραγματικότητα. Που ο ρόλος του (ως σκέλος αυτής της σχέσης) είναι απλώς να υπάρχει. Τρομακτικό, αλλά και τόσο αναγκαίο (και) για τη Γουίνι! Και μόνο στο τέλος, όταν πια, στο δεύτερο μέρος του έργου η Γουίνι έχει χωθεί μέχρι το λαιμό στον αμμόλοφο, και δεν έχει σταματήσει λεπτό να μιλάει, με πιο έντονο τον σπαραγμό και την αβεβαιότητα.  Και είναι τώρα, σ’ αυτή τη στιγμή που αναζητά  με μεγαλύτερη αγωνία, ικετεύει για την ακρίβεια, την εμφάνιση και την παρουσία του Γουίλι, εκείνος προσπαθεί να σκαρφαλώσει σ’ αυτόν τον αμμόλοφο. Είναι η μόνη στιγμή που υπάρχει δράση, επιθυμία, ανάγκη.

Είναι η στιγμή που ακούγεται το τραγούδι «Της μιας δραχμής τα γιασεμιά…», του Αττίκ, και ταυτόχρονα ο ήχος βομβαρδιστικών αεροπλάνων…

Η ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Δημήτρης Τάρλοου, Αγλαΐα Παππά, Σκηνοθεσία: Δημήτρης Τάρλοου, Σκηνικά & Κοστούμια: Πάρις Μέξης, Μουσική Σύνθεση: Φώτης Σιώτας, Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου, Συνεργάτις δραματουργός: Έρι Κύργια, Βοηθός σκηνοθέτη: Αρίστη Τσέλου, Βοηθός σκηνογράφου: Μυρτώ Κοσμοπούλου, Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος, Trailer: Θωμάς Παλυβός

Παίζουν: Αγλαΐα Παππά, Δημήτρης Μπίτος

Στο θέατρο «Πορεία» (Τρικόρφων 3-5 και 3ης Σεπτεμβρίου 69, Πλατεία Βικτωρίας). Τετάρτη και Κυριακή στις 8μ.μ., Πέμπτη – Σάββατο στις 9 μ.μ. Μέχρι την 1η Νοεμβρίου.

 

 

Προηγούμενο άρθροΗ μεταφυσική του καλού κηπουρού – στ΄ ζ’ η΄ (του Μιχάλη Μακρόπουλου)
Επόμενο άρθροΖουν ανάμεσά μας (γράφει ο Θανάσης Μήνας)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ