Έξω από τον μικρόκοσμο  (της Μαρίζας Ντεκάστρο)

0
237

 

της Μαρίζας Ντεκάστρο

 

Έχουμε συνηθίσει στην ιδέα ότι ξένοι συγγραφείς δεν μασούν τα λόγια τους όταν γράφουν μυθιστορήματα για νέους και είμαι απόλυτα πεπεισμένη ότι όταν αναφερόμαστε σε θέματα αιχμής δεν είναι τόσο απαραίτητο το χάιδεμα όσο η λεπτότητα και το ελαφρύ χιούμορ. Τους εκτιμώ. Με την ευκαιρία της έκδοσης των μυθιστορημάτων της Zoulfa Katouh και του Ζαν- Φρανσουά Σενεσάλ μου ήρθαν λοιπόν στο μυαλό παλαιότερες αναγνώσεις νεανικών κοινωνικών μυθιστορημάτων όπως, ενδεικτικά, το Εικονογραφημένη μαμά (Ψυχογιός, 2001) της Τζάκλιν Ουίλσον με θέμα μια ανεπαρκή μητέρα, της Σου Τάουνσεντ Το κρυφό ημερολόγιο του Άντριαν Μολ, (εκδ. Κανάκη, 1989) για το ξύπνημα της εφηβείας, τα μυθιστορήματα του Μέλβιν Μπέρτζες Το κάνουμε (Μίνωας, 2004) για το σεξ και Μπίλλυ Έλλιοτ (Πατάκης, 2001) για την ομοφυλοφιλία , του Τζέι Άσερ Τα 13 γιατί (Πατάκης, 2013) με θέμα την αυτοκτονία. Στην εποχή τους έκαναν τομή και οι συγγραφείς τους δε φοβήθηκαν ούτε μήπως δεν τραβήξει το βιβλίο τους στην αγορά, ούτε την πιθανή κατακραυγή. Με δύναμη ανοίχτηκαν και εξερεύνησαν περιβάλλοντα και ζητήματα που ξεπερνούν τα τετριμμένα (σχολείο, εκφοβισμός, πρώτοι έρωτες, κλπ.) Δε λέω, καίνε και αυτά τους νέους, όμως είμαι βέβαιη πως πολλά μυθιστορήματα όπως αυτά που ανέφερα, και ακόμα περισσότερα, βγάζουν τους νεαρούς Έλληνες από τον τοπικό καταπιεστικό τους μικρόκοσμο.

Από τον τοπικό μικρόκοσμο μας βγάζει το Όσο οι λεμονιές ανθίζουν της Σύριας Zoulfa Katouh. Το μυθιστόρημα μας μεταφέρει στη δεκαετία του 2010 όταν οι πολίτες των χωρών της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής εξεγέρθηκαν εναντίον των τυραννικών καθεστώτων υπέρ της προάσπισης της δημοκρατίας. Το κίνημα ονομάστηκε διεθνώς Αραβική Άνοιξη (κατ’ αναλογία με  την Άνοιξη της Πράγας του 1968). Στη Συρία ειδικά, οι αντεγκλήσεις μεταξύ κυβερνητικών του Άσαντ και των πολιτών κατέληξαν σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο.

Η Σαλάμα, πρωτοετής φοιτήτρια της φαρμακολογίας, αναλαμβάνει θέση «γιατρού» στο νοσοκομείο της πολιορκημένης από το κυβερνητικό στρατό, Χομς. Χωρίς οικογένεια, αναλαμβάνει επιπλέον τη φροντίδα της Λέιλα, της εγκύου νύφης της, εκβιάζεται από τον διακινητή που θα τις βγάλει από τη χώρα και πληρώνει το αντίτιμο των θέσεων στο σαπιοκάραβο που θα τις οδηγήσει στην ελεύθερη Ευρώπη. Όμως η Λέιλα δεν τα καταφέρνει, πεθαίνει στη Χομς, και τη θέση της παίρνουν ο νεαρός μαχητής Κενάν (ο έρωτας θα συνδέσει τους δυο νέους και μαζί θα στήσουν νέα ζωή μακριά από τη πατρίδα τους και τον πόλεμο) και τα αδέλφια του.

Η Σαλάμα πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα, όμως παράλληλα παίρνουν φωνή το νοσοκομείο, οι τραυματίες, οι δρόμοι, το σπίτι, η πείνα, η απελπισία, η απόγνωση. Η Σαλάμα πολιορκείται όπως η πόλη της από όμορφες οικογενειακές αναμνήσεις, ενώ στήριξη ενώ βοήθεια και αυτοπεποίθηση της δίνουν ο σοφός γιατρός Ζιάντ και η συνείδησή της. Πρόβλημα όμως αυτή η συνείδηση γιατί την πολιορκεί  το φάντασμα του άλλου εαυτού της, ο Χάουφ, που τη σπρώχνει βίαια και ψυχρά να εκτιμήσει τις εξελίξεις: Η χώρα καταστρέφεται, τρέξε να σωθείς! της λέει. Ωστόσο δεν είναι εύκολο να διαχειριστεί τη ζοφερή πραγματικότητα βάζοντάς την στην ίδια παλάντζα με την αυτοθυσία και το καθήκον, ενδίδοντας έτσι στην τελευταία επιλογή, τη φυγή. Εκβιάζει με τη σειρά της τον διακινητή Αμ, του οποίου σώζει την τραυματισμένη κόρη από βέβαιο θάνατο, και παίρνει την καθοριστική απόφαση για το μέλλον της.

Η Katouh αναπτύσσει με καταιγιστική γραφή το κατά τη διάρκεια και το πριν τη φυγή αφιερώνοντας το έργο της στους αφανείς ήρωες της τραγικής καθημερινότητας, στους χιλιάδες ανώνυμους αμάχους που αγωνίζονταν να επιβιώσουν. Στον επίλογο, η συγγραφέας γράφει ότι οδηγήθηκε σε τούτη τη συγγραφή επειδή κανένας δεν γνώριζε τι συνέβαινε στη χώρα της κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Η Συρία δεν είναι μακριά μας… Ναι, διαβάζουμε τι συμβαίνει και το βλέπουμε στην τηλεόραση, όμως η ταχύτητα με την οποία περνούν από τα μάτια μας αγγίζει φευγαλέα τις διαστάσεις του δράματος. Το πετυχαίνει το μυθιστόρημα!

Και ναι, όσο οι λεμονιές ανθίζουν, τίποτα δεν έχει χαθεί. Θα γεννιέται η συνέχεια, τα παιδιά.

*****

Ο Καναδός Ζαν- Φρανσουά Σενεσάλ παρουσιάζει στους αναγνώστες μια από τις πολλές μορφές του διαφορετικού, την «ελαφριά καθυστέρηση». Η «καθυστέρηση», χωρίς να είναι ακριβώς ιατρικός όρος, βαραίνει στους ώμους ατόμων καλόβολων, αφελών σαν παιδιά, καλοσυνάτων, εύκολων στόχων για πειράγματα. Ένας τέτοιος τύπος είναι ο ήρωας του τρυφερού και μαζί παράξενου και τραγικού μυθιστορήματος Η λεωφόρος.

Ο Κρις εγκαταλείπεται από τη μητέρα του την ημέρα των 18ων γενεθλίων του, τη μέρα που και τυπικά ενηλικιώνεται. Από τότε και μέχρι τα επόμενα γενέθλια πρέπει να φροντίσει τον εαυτό του, να κερδίσει χρήματα, να πάρει τη ζωή του στα χέρια του.

Ολόκληρο το μυθιστόρημα είναι ο μονόλογος του Κρις για το πώς από την κατάθλιψη- αισθάνεται χαμένος και μετέωρος- θα βρει πατήματα τα οποία θα τον κάνουν να δεχτεί την υστέρησή του και να διεκδικήσει όσα του ανήκουν.

Η λεωφόρος με το πλήθος των μαγαζιών, τους μαγαζάτορες και τους πελάτες, τα αυτοκίνητα, τους διαβάτες, η γειτονιά του, η πολυκατοικία που μένει είναι ο μικρός μεγάλος κόσμος του Κρις. Σιγά σιγά βγαίνει από την απομόνωση που επέβαλε το δίπολο μητέρα-γιος, ξανοίγεται και συναντά εκείνους που θα γίνουν η οικογένεια που δεν είχε, χτίζοντας μαζί τους σχέσεις εμπιστοσύνης.

Στο μυθιστόρημα δεν διαβάζουμε μια στερεοτυπική περιγραφή και καταγγελία όσων υφίστανται άτομα σαν τον ήρωα, που δεν είναι βλάκες αλλά πιο αργοί στη σκέψη. Το αντίθετο. Η τοπική κοινωνία, οι γείτονες τον καταλαβαίνουν και τον νοιάζονται, και του δίνουν χρόνο ώστε να συνειδητοποιήσει την κατάστασή του. Τον βοηθούν λοιπόν επί της ουσίας, άλλοτε διευκολύνοντάς τον (του δίνουν δουλειές) κι άλλοτε βάζοντάς τον μπροστά σε ευθύνες σκληρές και πιεστικές – πρέπει να πληρώνει το νοίκι για να κρατήσει το διαμέρισμά του.

Ο Κρις είναι ένας διαφορετικός που βγαίνει από το περιθώριο και αποκτά τα ίδια δικαιώματα με όλους.

 

 

INFO

Zoulfa Katouh, Όσο οι λεμονιές ανθίζουν, Μτφρ. Αλέκος Αντωνίου, Διόπτρα, 2023.

 

 

 

 

 

 

Ζαν- Φρανσουά Σενεσάλ, Η λεωφόρος, Μτφρ. Άννα Κοντολέων, Καστανιώτης, 2023.

Προηγούμενο άρθροΔυστοπία σε μια Αθήνα χωρίς Ακρόπολη (της Ελευθερίας Δημητρομανωλάκη)
Επόμενο άρθροΤο ταξίδι του Άρη στον κόσμο (και μία επιστολή του Διονύση Χαριτόπουλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ