της Μένης Κανατσούλη (*)
Διαβάζοντας καθημερινά πολλά παιδικά βιβλία, φθάνει κάποια στιγμή όπου όλο και λιγότερο σου προκαλούν έκπληξη, σαν να τα έχεις όλα κάπου, κάποτε ξαναδεί. Όμως με το βιβλίο του Σερέφα για τα μυστικά της Θεσσαλονίκης, παραδόθηκα και όσο προχωρούσα την ανάγνωση μετέβαινα από τη μια ευχάριστη έκπληξη στην επόμενη αλλά και από το γέλιο στο στοχασμό.
Το βιβλίο προσπαθεί −και καταφέρνει− μέσα σε 110 σελίδες να αποδώσει την ιστορία της Θεσσαλονίκης του 20ού αιώνα. Μολονότι δεν το γράφει πουθενά στα εξώφυλλα ή στη σελίδα του κοπυράιτ αν απευθύνεται σε παιδιά ή όχι, μπορεί κανείς να το ισχυριστεί, καθώς προχωρά στην ανάγνωση · και γιατί και στις τέσσερις ιστορίες που συνθέτουν το βιβλίο υπάρχουν ένα ή περισσότερα παιδιά-αποδέκτες της αφήγησης αλλά και γιατί το κείμενο συνδυάζεται με μια καρικατουρίστικου ύφους διασκεδαστική εικονογράφηση. Σ’ αυτά τα δύο στοιχεία που κάνουν σχεδόν προφανές ότι μιλάμε για ένα βιβλίο (και) για παιδιά, έρχονται να προστεθούν και οι πληροφορίες που δίνονται εισαγωγικά με την παρουσίαση του χαρακτήρα του ντετέκτιβ Μουστάκη Μυστικάκη που είναι παρών και στις τέσσερις ιστορίες. Πέρα από το συμβολικό όνομά του, στα στοιχεία που τον χαρακτηρίζουν αναφέρεται ότι αγαπημένος του ντετέκτιβ είναι ο Μονκ και αγαπημένο του βιβλίο Ο Αιμίλιος και οι ντετέκτιβ. Με πόσο έξυπνο και παιχνιδιάρικο τρόπο ο Σερέφας εμπλέκει το σημερινό αναγνώστη με γνωστούς μυθοπλαστικούς ντετέκτιβ, τον παιδιάστικο Μονκ από τη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά αλλά και τους ντετέκτιβ από το κλασσικό παιδικό μυθιστόρημα του Έριχ Κέστνερ!
Το βιβλίο δομείται σε τέσσερα κεφάλαια, θα μπορούσαμε να τα ονομάσουμε και «στάσεις» στο χρόνο, για να θυμηθούμε το πώς οργάνωσε το προηγούμενο παιδικό βιβλίο του για τη Θεσσαλονίκη, το Ένας δεινόσαυρος στο μπαλκόνι μου (Πατάκης, 2008). Στο πρώτο βιβλίο του, η επίσκεψη σε διάφορα μνημεία και γειτονιές της Θεσσαλονίκης μας μετέφερε για λίγο σε στιγμές του ιστορικού παρελθόντος που τέμνονταν όμως με το παρόν. Στα Μυστικά της Θεσσαλονίκης, η επίσκεψη ξεκινά από κάποια παροντικά σημάδια ή ανεπαίσθητες λεπτομέρειες που ανακαλύπτει ο ντετέκτιβ Μυστικάκης και έρχεται έτσι να σφραγίσει την περιδιάβαση, που προηγείται, στα ιστορικά γεγονότα.
Όμως να μη μπερδευόμαστε. Ο Σερέφας δεν αφήνει τόσο εύκολα να τον κατηγοριοποιήσεις και να τον κατατάξεις: Ο εκδοτικός οίκος αναφέρει ότι πρόκειται για βιβλίο γνώσεων, ίσως γιατί μιλά για την ιστορία της πόλης, όμως δεν είναι μόνο αυτό. Είναι οι προφορικές αφηγήσεις, οι μικροϊστορίες καθημερινών ανώνυμων ανθρώπων που συνθέτουν τη μεγάλη Ιστορία, είναι οι δόσεις του κατασκοπευτικού μυστηρίου που μας κάνουν να σκεφτούμε ότι πρόκειται για λογοτεχνία, ενώ το χιούμορ διαπερνώντας όλο το βιβλίο σπάει τη σοβαρότητα του ιστορικού κειμένου και οι διακειμενικές αναφορές ή τα flash back και flash forward ενισχύουν την πεποίθηση ότι συνδυάζονται πολλά λογοτεχνικά είδη για να οδηγήσουν σε ένα πολύ ενδιαφέρον αποτέλεσμα: βιβλίο γνώσεων, προφορικός λόγος, Ιστορία, ιστορίες κατασκοπείας και καθημερινές ιστορίες, διαπλοκή χιούμορ και δράματος.
Η πρώτη «στάση» είναι στη μεγάλη φωτιά της Θεσσαλονίκης, το 1917. Φεύγοντας από το παρόν προς τα πίσω, το κείμενο μιλάει για το πώς σε μια άλλη εποχή μπορούσε εύκολα να καεί μια ολόκληρη πόλη, αλλά και πόση δυστυχία μέσα σε λίγα λεπτά συσσωρεύθηκε στους ξεσπιτωμένους, λόγω της φωτιάς, ανθρώπους. Όσο και αν φαίνεται περίεργο, φωτογραφικά στιγμιότυπα της φωτιάς σώθηκαν, από ερασιτέχνες φωτογράφους που τα αποθανάτισαν, όπως κάνουμε κατά κόρον και σήμερα. Κι έτσι μπορούμε να μιλήσουμε για εικόνες των «Καμένων» και τις μικροϊστορίες τους: ντουβάρια που πέφτουν, καμένα μαγαζιά όπως του κουρέα που κουρεύει έξω τους πελάτες του, κοσμήματα που αρπάχτηκαν, το χρυσάφι στα χρηματοκιβώτια που έλιωσε, το ίδιο και οι καραμέλες στα βάζα. Όμως η ιστορία δεν θα μείνει στη συμφορά, αλλά θα κάνει flash forward στο μέλλον με τους καινούργιους δρόμους και πλατείες που ανοίχτηκαν, την πλατεία της Αγίας Σοφίας και της Αριστοτέλους, για να τις αντιστοιχίσει ο Σερέφας με το χιουμοριστικό σχόλιο του: «για να παίζουν τα παιδιά και να διαδηλώνουν οι μεγάλοι».
Ο σατανικός ντετέκτιβ Μυστικάκης αναζητά στο σήμερα τα τεκμήρια της φωτιάς του τότε και θα τα βρει στο πρόπυλο της εκκλησίας της Αγίας Σοφίας, η στέγη του οποίου είναι καλυμμένη με κάτι μαυρισμένα κεραμίδια και θα αναρωτηθεί: «άραγε οι άνθρωποι που είχαν κάποτε για σκεπή τους αυτά τα κεραμίδια, πότε να μαγείρεψαν τελευταία φορά σαρδέλες στο σπίτι τους προτού να γίνει στάχτη από τη φωτιά;». Ακολουθεί ένα δισέλιδο με τον τίτλο «Μισή μερίδα γνώσεις», με ακριβείς πληροφορίες για την πυρκαγιά και για την περιοχή που ονομάστηκε Περίκαυστος ζώνη, καθώς και με ακριβή αναφορά για τα υλικά του πρόπυλου της Αγίας Σοφίας από τα γύρω καμένα σπίτια. Η πρώτη «στάση» κλείνει με το «Πού αλλού να πας», για επισκέψεις σε άλλα μνημεία που έχουν σχέση με τη φωτιά. Η διάταξη αυτή με τη «Μισή μερίδα γνώσεις» και το «Πού αλλού να πας» ακολουθείται σε όλα τα κεφάλαια.
Η δεύτερη «στάση» με τον τίτλο «Ένα κουτάλι στο βυθό» μας μεταφέρει στο 1912, στην υπόθεση του τορπιλοβόλου 11 και με κυβερνήτη το ναύαρχο Βότση. Πριν φτάσουμε στο τότε, όμως, παρακολουθούμε μια οικογένεια να πηγαίνει για μπάνιο στην Περαία και να εκτυλίσσεται μια μίνι κωμωδία παρεξηγήσεων, καθώς μπερδεύουν τις «μάσκες» τους, η μαμά μιλάει για τις μάσκες κατά του κορωνοϊού και ο μπαμπάς για τις μάσκες της θάλασσας. Η διήγηση του μπαμπά ανατρέχει στο παρελθόν και προσπερνώντας τις φωνές των εντοπίων Εβραίων, Ελλήνων, Τούρκων, Αρμενίων, Βλάχων, φτάνει να περιγράψει το τορπιλοβόλο, για το οποίο σχολιάζει: «Από τότε που εφευρέθηκαν οι τορπίλες εκτοξεύονται πάντα από ένα πλοίο. Α. προς ένα πλοίο Β. Ποτέ καμιά τορπίλη δεν έχει πέσει πάνω σε αχλαδιά, σε πρόβατο ή μακαρονάδα». Και έτσι μαθαίνουμε ότι οι δύο τορπίλες που έστειλε το πλοίο του Βότση κατευθύνονταν προς το τουρκικό θωρηκτό Φετχί Μπουλέντ. Το πλοίο βυθίστηκε μια εβδομάδα πριν την απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους. Όμως καθώς στη διήγηση του μπαμπά αναπαρίστανται εκείνες οι στιγμές, μας θυμίζει κιόλας, διαπερνώντας το φράγμα του χρόνου, ότι τίποτε από τη σύγχρονη μορφή της πόλης όπως την αντικρύζουμε από τη θάλασσα δεν υπήρχε τότε. Στο ατού αυτό της διήγησης, δηλαδή τους αναχρονισμούς, να προστεθεί και ο ντετέκτιβ Μυστικάκης. Τι θα ανακαλύψει, τραγουδώντας το τραγούδι των Μπήτλς, «Κίτρινο Υποβρύχιο» ή, αγγλιστί, «Yellow Submarine»; Το ναυάγιο του τουρκικού θωρηκτού στο βυθό του Θερμαϊκού και μαζί τα σκουριασμένα κουτάλια που με αυτά έτρωγαν το βραδινό τους οι ανυποψίαστοι ναύτες του λίγο πριν βυθιστούν.
Η τρίτη «στάση» αφορά την ιστορία της πόλης, όταν πια καταφθάνουν οι πρόσφυγες μετά την Καταστροφή του 1922. Ένας τωρινός μπαμπάς με το γιο του πηγαίνουν στην εκκλησία της Αχειροποιήτου για κάποια βαφτίσια και εκεί ξεκινά τη διήγησή του για τους παππούδες του: δηλαδή, ότι τους πήγαν, εξαθλιωμένους, στα Απολυμαντήρια −που υπάρχει ακόμη ως όνομα στάσης λεωφορείου στην Αρετσού− και σημαίνουν, όσο και αν δεν κάνουμε σήμερα το συσχετισμό, τον τόπο όπου οι χιλιάδες νεοεισερχόμενοι έπρεπε να «καθαρισθούν». Για να αρχίσει μετά η περιπέτεια της εγκατάστασής τους. Ανάμεσα στις πολλές ταλαιπωρίες και στις δύσκολες συνθήκες φτώχειας, πείνας, ξεπεσμού που έπρεπε να αντιμετωπίσουν, ήταν και η προσωρινή εγκατάστασή τους μέσα στην εκκλησία της Αχειροποιήτου: εκεί όπου οι στοιβαγμένες οικογένειες, για να έχουν μια υποτιθέμενη ιδιωτικότητα, χώριζαν το «τσαρδάκι» τους με μια κουρτίνα, ένα κρεμασμένο κιλίμι.
Στη διήγηση αυτή συνυπάρχουν πολλά στοιχεία λογοτεχνικότητας: εγκιβωτισμοί, π.χ. μέσα στην αφήγηση του μπαμπά εγκιβωτίζεται η διήγηση του παππού του και μέσα από αυτήν ξεπηδά ο λόγος της γυναίκας (του παππού) που σκορπά το χώμα που έφερε, μικρό κορίτσι, από την πατρίδα στη νέα πατρίδα, λέγοντας «για να πιάσουμε ρίζα εδώ». Αλλού υπάρχει το πικρό χιούμορ, όπως με τα ρούχα των προσφύγων που τα έβαλαν στον απολυμαντικό κλίβανο και σαν βγήκαν είχαν τόσο πολύ μαζέψει που ήταν μωρουδίστικα! Ή όταν στο συσσίτιο όπου τους έδιναν κάθε μέρα ρύζι, η καημένη η γιαγιά πήρε τρεις μερίδες και τις έριξε μέσα στην ποδιά της· δεν είχαν ούτε καν ένα τσίγκινο σκεύος για να το βάλουν. Αλλού υπάρχει η καλοπροαίρετη ειρωνεία για τους «συγκάτοικους» πρόσφυγες μέσα στην εκκλησία: «Πες μου τώρα εσύ, όταν μπαίνεις σε μια εκκλησία, ποια μυρωδιά σου έρχεται πρώτη; Το λιβάνι, θα μου πεις, έτσι; Ε, να σου πω ότι όλη η Αχειροποίητος μύριζε τηγανητό κρεμμύδι και τηγανητή ντομάτα; Είχανε ανάψει κάτι φωτίτσες χάμω στο μάρμαρο και τηγανίζανε σε κάτι μπακιρένια τηγανάκια». Αλλά και η «υποδοχή» που είχαν από τους εντόπιους δεν κρύβεται και οι λέξεις την τονίζουν: «Τούρκους μας ανεβάζανε τουρκόσπορους μας κατεβάζανε οι ντόπιοι […] οι πρόσφυγοι θ’ αρπάξουν αυτό θ’ αρπάξουν το άλλο […] -Κάτσε ήσυχα, γιατί θα σε δώσω στον πρόσφυγα για να σε φάει […], οι πρόσφιγγες».
Όμως μια αφήγηση για παιδιά δεν μένει μόνο στην εικόνα της συμφοράς και του κακού, αλλά μπορεί να αποπνέει αισιοδοξία και να δείχνει και τις προσπάθειες να ξανακάνουν οι πρόσφυγες μια νέα αρχή: χάρη στη γιαγιά του αφηγητή που έκρυψε στα τακούνια της λίρες, μπόρεσε ο παππούς να ξεκινήσει το πρώτο του εμπόριο λαχανικών. Μια ακόμη μικροϊστορία, αυτή τη φορά για την προκοπή των προσφύγων στην «προσφυγούπολη» Θεσσαλονίκη.
Από όλα αυτά τι ίχνος άραγε να κατάφερε να ανακαλύψει ο ντετέκτιβ Μυστικάκης; Εκτός από το σημάδι στην κολώνα της Αχειροποιήτου από τα κιλίμια που κρέμαγαν για να χωρίζονται μεταξύ τους οι οικογένειες, ξετρυπώνει από τα μάρμαρα του δαπέδου ένα ξεραμένο κόκκο ρυζιού. Σαν από αυτό το ρύζι που μάζεψε στην ποδιά της η γιαγιά!
Η τέταρτη «στάση» αφορά το πιο ντροπιαστικό κομμάτι στην ιστορία της πόλης, αυτό που έμεινε για χρόνια ξεχασμένο από τους κατοίκους της: το διωγμό των Εβραίων κατά την περίοδο της γερμανικής Κατοχής. Θα προσπαθήσει να απαλύνει την αφήγηση ο Σερέφας, μιας και την απευθύνει και σε παιδιά −άλλωστε έχει περάσει και πολύς καιρός−, με… μια καμήλα. Την καμήλα στην αψίδα του Γαλέριου, την Καμάρα, που δείχνει ο τωρινός μπαμπάς στο γιο του Ιωσήφ, προκαλώντας τον να διακρίνει τον προπάππου του, Ισαάκ. Όμως ο προπάππους δεν είναι τυχαίο ότι δεν υπάρχει, είναι μια εις άτοπον απαγωγή υπόδειξη ότι οι επί αιώνες Εβραίοι κάτοικοι της πόλης δεν υπάρχουν πια. Ή, ανάποδα, ότι παρά την απουσία τους δηλώνεται μια μόνιμη, υπαρκτή παρουσία.
Ακολουθεί η περιγραφή των μέτρων που παίρνονταν από τον κατακτητή για το σταδιακό περιορισμό των Εβραίων, οι ρατσιστικοί νόμοι, οι κατασχέσεις των περιουσιών, τα γκέτο, η ταπεινωτική για όλους τους κατοίκους της πόλης πράξη εξευτελισμού των Εβραίων στην πλατεία Ελευθερίας, η φόρτωση των Εβραίων στα τρένα για την τελική λύση. Τα γεγονότα είναι γνωστά πια, ανάμεσα όμως εμφιλοχωρούν και τα λιγότερο γνωστά, όπως ότι σε τρένα που οι Γερμανοί φοβούνταν ότι θα χτυπηθούν από αντάρτες, το πρώτο βαγόνι ήταν γεμάτο με τους Εβραίους: «Στο είπα, τζάμπα κρέας για ξόδεμα μας είχανε, του πεταμού εντελώς», λέει ο μπαμπάς στον Ιωσήφ.
Στην παρουσίαση αυτής της τραγικής σελίδας της πόλης που και στου ντετέκτιβ Μυστικάκη το βλέμμα απλώνεται μια θλίψη, «όπως η σκιά ενός σύννεφου πάνω στη θάλασσα και τη θολώνει», η λογοτεχνικότητα αναδύεται με σεβασμό στο βαρύ παρελθόν. Διακριτικά, ανάμεσα σε αυτά που λέει ο μπαμπάς για τον παππού του, σχολιάζει για την μακαρίτισσα «πρώτη» του γυναίκα. Για να μην φεύγει από το μυαλό του Ιωσήφ, αλλά και όλων ημών, για όλους αυτούς που δεν γύρισαν ποτέ πίσω από τα στρατόπεδα της εξόντωσης. Κι έτσι, ενώ μέσα στο κείμενο υπενθυμίζονται κάποια σκόρπια νεύματα υποστήριξης από τους Χριστιανούς προς του Εβραίους που απελαύνονταν, όμως στο σήμερα έρχεται αμείλικτη η προτροπή ή και προσταγή προς το παιδί ώστε να μιλήσει για όλα αυτά και στο δικό του μελλοντικό παιδί, γιατί «η μνήμη έχει κοντά ποδάρια, κι όταν πεθάνει κανείς, την παίρνει μαζί του στο χώμα και γίνεται αέρας που δροσίζει τα σκουλήκια, χάνεται». Μπορεί ο λόγος να είναι κοφτός και σκληρός, αλλά είναι βαθύτατα ρεαλιστικός για να θυμίζει ιστορίες και μικροϊστορίες απλών ανθρώπων που υπέστησαν τη θηριωδία, το ανείπωτο κακό. Έτσι, ενώ στις προηγούμενες «στάσεις» όλο και μια χροιά διακωμώδησης ή χιούμορ υπεισέρχεται, εδώ δεν υπάρχουν περιθώρια για κάτι τέτοιο. Ακόμη και στην εικόνα την, υποθετικά, ανάλαφρη των Εβραίων νέων που χορεύουν μέσα στο γκέτο μπαίνει η ανατριχίλα για το μέλλον τους: «Και γελάγανε οι άκαρδοι [Γερμαναράδες], γιατί ξέρανε ότι αυτό που βλέπανε να χορεύει ήτανε η στάχτη τους, μια όρθια στάχτη, με χέρια και με πόδια, με μάτια λαμπερά […]».
Στο κλείσιμο της ιστορίας, αυτό που θα ανακαλύψει ο ντετέκτιβ Μυστικάκης, ως κατάλοιπο αυτής της μαύρης σελίδας της πόλης, είναι η άλλη όψη, η καπακωμένη, μιας πλάκας από αυτές που ασφαλτόστρωσαν το δάπεδο γύρω από την Καμάρα, λέγοντας: «Αυτά τα μάρμαρα είναι ταφόπλακες των Εβραίων».
Βασική σύμβαση σε λογοτεχνικές ιστορίες που προσπαθούν να μεταφέρουν το σύγχρονο αναγνώστη στο παρελθόν είναι να τις χρωματίζουν γλωσσικά με το λεξιλόγιο της αλλοτινής εποχής. Έτσι, ο Σερέφας χωρίς να κάνει μάθημα για την πολυπολιτισμικότητα της Θεσσαλονίκης, έμμεσα μιλάει γι’ αυτήν με τις «γλώσσες της». Στο ρου της αφήγησης των διαφόρων προσώπων ακούμε λέξεις που δηλώνουν την προέλευσή τους, λέξεις που πολλές τις χρησιμοποιούμε ακόμη σήμερα, αν και δεν ξέρουμε την ετυμολογία τους. Τις περισσότερες τις διαβάζουμε σε ένα γλωσσάρι στο τέλος του βιβλίου, αλλά και άλλες λέξεις εξηγούνται μέσα στο κείμενο, όπως η λέξη «έλξον» από το ναυτικό ιδίωμα[1]. Με αυτή τη γλωσσική πολυμορφία αποδίδεται το πολυπολιτισμικό και πολύβουο κλίμα της πόλης, που ήταν και η νύμφη του Θερμαϊκού και η μόνη Βυζαντινή πόλη της Ευρώπης και η μικρή Ιερουσαλήμ.
Σε όλη αυτή την ευρηματική, μυθοπλαστική και ιστορική, ανάπλαση του παρελθόντος της πόλης είναι καθοριστικός ο ρόλος της εικονογράφησης. Οι εικόνες του Χριστούλια είναι ασπρόμαυρες, συμφωνώντας με τις φωτογραφίες-κατάλοιπα της εποχής που προσδιορίζουν τη ζωή της Θεσσαλονίκης τότε. Έτσι, έχουμε μια προσεκτική αναπαράσταση κτισμάτων και των λεπτομερειών σύμφωνα με την πλοκή, ενώ οι μορφές των χαρακτήρων προσπαθούν με έναν γελοιογραφικό τονισμό να αναδείξουν το κειμενικό χιούμορ αλλά και να ελαφρύνουν τα δράματα στη ζωή των ανθρώπων.
Το βιβλίο έχει το βασικό ατού να είναι ένα βοήθημα για τη γνωριμία των παιδιών, κυρίως, με την ιστορία της πόλης χωρίς πάντως να είναι διδακτικό και βαρετό. Μαθαίνει στο παιδί να «βλέπει», άρα να ψάχνει και να εξηγεί. Πίσω από τις γειτονιές της σύγχρονης μεγαλούπολης, που τέτοια είναι η Θεσσαλονίκη, πίσω από τη σύγχρονη καθημερινότητά της, υπάρχει η «πόλη των φαντασμάτων». Αλλά δεν είναι μόνο η πόλη των φαντασμάτων του Μαζάουερ[2], είναι πλέον και η γλυκιά, καθημερινή αίσθηση των φαντασμάτων του Σερέφα που ζουν πια συμφιλιωμένα μαζί μας, στο τώρα.
(*) Η Μένη Κανατσούλη είναι ομότιμη Καθηγήτρια Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης.
[1] Και για τους καθαρευουσιάνους κατοίκους της πόλης, Προστακτική του Αορίστου χρόνου.
[2] Mark Mazower, Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων. Μετάφραση Κ.Κουρεμένος. Αλεξάνδρεια 2006.
Τα μυστικά της Θεσσαλονίκης. Μια καμήλα στην Καμάρα. Σοβαρά;
Εικ. Πέτρος Χριστούλιας Πατάκης 2026.


















Σάκης Σερέφας



