«Εξάγγελος»: Η ενδοχώρα του χρόνου (του Γιάννη Δημογιάννη)

0
960

 

του Γιάννη Δημογιάννη

Στο μυθιστόρημα του «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο», ο Μαρσέλ Προυστ προσεγγίζει – μεταξύ άλλων – δύο θεμελιακά ζητούμενα. Οριοθετεί κατά τρόπο πρωταγωνιστικό την εποχή της διακειμενικότητας, γονιμοποιώντας έτσι το διάλογο και την αλληλεπίδραση μεταξύ των συγγραφέων και ανιχνεύει τη σημαντικότερη ίσως παράμετρο του ανθρώπινου βίου: το χρόνο. Εμβαθύνει, δηλαδή, στο πώς αντιλαμβανόμαστε και φιλτράρουμε τη σταθερά του χρόνου, το πώς η δράση και εν γένει ο ανθρώπινος βίος διασταυρώνεται, οριοθετείτε και κατά συνέπεια εμπεριέχεται στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Στην 7η ποιητική συλλογή του «Εξάγγελος», Περισπωμένη, 2021, ο Γιώργος Κοζίας απαντά στα παραπάνω μείζονα ζητούμενα:

α) Σε πρώτη προσέγγιση, με ποιους ποιητές και περσόνες της τέχνης αλληλοεπιδρά και συνομιλεί; Πότε επιλέγει να ενεργοποιήσει αυτή τη διακειμενική σχέση; Με ποιο τρόπο δανείζεται ή και μεταγράφει το λόγο ή τη σκέψη τους; Το πώς, τελικά, και κυρίως γιατί επιτυγχάνει αυτή η διακειμενική σχέση να μετουσιώνεται στο δικό του αφομοιωμένο ποιητικό ιδίωμα.

Σε ό,τι, λοιπόν, αφορά τη διακειμενικότητα, καθώς και τις ποιητικές αλληλεπιδράσεις, αναφέρω ενδεικτικά, τα ακόλουθα παραδείγματα:

1) (σελ. 20, «Αλαφροΐσκιωτο»,  συνάφεια με Σεφέρη, Καβάφη, Σικελιανό)                                                                      

«– κι άλλη Τροία δεν θα δεις/   κι άλλο βασιλικό κορμί δεν θα αγκαλιάσεις/ Νέο αίμα ευγενικό περνάει, ξένο κι αλαφροΐσκιωτο»                    

2) (σελ. 28, δάνειο από Σολωμό, «Δεσμώτες στην ακτή του Φαλήρου»)                                                                                          

Δεν ακούγεται ουτ’ ένα κύμα   εις την έρμη ακρογιαλιά   /  λες και η θάλασσα κοιμάται  / μες στης γης την αγκαλιά 

3) (σελ. 27, «ΤΟ ΧΑΡΑΚΤΙΚΌ ΤΩΝ ΕΚΑΤΟ ΦΙΟΡΙΝΙΩΝ», δάνειο/ συνομιλία με το Σουηδό ποιητή, Τόμας Τράνστρεμερ)                                                        

«… το μόνο που θέλω να πω                                                                                             αστράφτει απρόσιτο                                                                                                     σαν τ’ ασημικά στο ενεχυροδανειστήριο!»

4) (σελ. 30, «ΓΙΟΥΚΑΛΙ (Με τον τρόπο του Γ.Κ)»  – συνάφεια με Σεφέρη)                                                                                                                   

Τι απροσμέτρητο περνά;/  Λύπες, χαρές, ελπίδες μένουν πίσω/  Και η βάρκα επιστρέφει μόνη αστόλιστη, δίχως μεσα το νεκρό/ Της αγάπης το Γιουκάλι ας μας πάρει μακριά   

5) (σελ. 47, «ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΤΟ ΑΜΑΞΑΚΙ», προμετωπίδα Αρσένι Ταρκόφσκι, δάνειο Κ. Καρυωτάκη)  

Κουτσό της μοίρας αμαξάκι /                                                                                          που μας πηγαίνεις

/κυλώντας, πέφτοντας, τρίζοντας / φρικτά καρούλια στα χέρια των θεών                              … VIVE LA FUITE!      

Αν, όμως, θα έπρεπε να ξεχωρίσω κάποιον ποιητή, στον οποίον ο Κοζίας οφείλει, κατά τη γνώμη μου, τη μεγαλύτερη διακειμενική συνάφεια, καθώς και τη σαφέστερη υπαρξιακή, φιλοσοφική και ιδεολογική επιρροή, τότε αυτός είναι μακράν ο Μίλτος Σαχτούρης. Και εδώ, αξίζει σίγουρα να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση. Διότι σχετικά με τον Σαχτούρη έχει εύστοχα επισημανθεί ότι σαν διανοούμενος ποιητής μάς βοήθησε να εξοικειωθούμε πρώτα και κύρια, με το παράλογο και το εφιαλτικό. Κατ’ αντιστοιχία, λοιπόν, με τα προβλήματα που παραμένουν «καθολικά και ανιστόρητα», ο Κοζίας συγκροτεί με «λέξεις κρυσταλλικές και εικόνες ακατάπαυστα  εναλλασσόμενες», το δικό του ποιητικό μύθο (βλ. Γ. Δάλλας). Και αυτό το πράττει με τρεις κατ’ εξοχήν Σαχτουρικούς τρόπους: συνθέτοντας από α)τα αρχέτυπα της μυθολογίας, β)του ιστορικού και γ) του ατομικού βιώματος, το ποιητικό σώμα και του «Εξάγγελου».

Β) Σε ό,τι, τώρα, αφορά στο δεύτερο ζητούμενο του χρονικού προσδιορισμού, ενδιαφέρον έχει το πώς ο Κοζίας χρησιμοποιεί στον «Εξάγγελο», την έννοια και τη δυναμική του χρόνου: Πότε, δηλαδή, το πράττει; Σε ποιο πλαίσιο και με ποια προσδιοριστική ακρίβεια; Πώς πυροδοτεί μέσω της παραμέτρου του χρόνου, τη συνολικότερη δράση των ποιημάτων του; Με άλλα λόγια, όταν στον παρανομαστή του ποιητικού του στοχασμού τοποθετεί το παρελθόν, το παρόν είτε το μέλλον, τότε στον αριθμητή, ο Κοζίας εκθέτει οτιδήποτε αφορά την ανθρώπινη σκέψη.

Ακολουθώντας, λοιπόν, τον τρόπο της χρονικής και συνακόλουθα ιδεολογικής αντίστιξης/ συνομιλίας, ο Κοζίας επιλέγει τα αρχικά ποιητικά παραθέματα, που καθοδηγούν σαν οδοδείκτες, τον «Εξάγγελο».

Πιο συγκεκριμένα, το πρώτο ποιητικό παράθεμα του Σελίν διαγράφει σ’ ένα διαρκές ατελέσφορο παρόν, τον φαινομενικά μάταιο ανθρώπινο βίο. Και ετούτη η αποστροφή προβάλλει πως είναι καθολικά αρνητική: ο χρόνος φαίνεται να είναι μία ολοκληρωτικά χαμένη υπόθεση. Ένα στοίχημα που θέτει μία σειρά ανεκπλήρωτων ονείρων: « δεν υπάρχει πια μεταμέλεια/ δεν υπάρχει τίποτε/ παρά άσματα εξέγερσης και ελπίδας. Αλλά ελπίδα για ποιο πράγμα;» (Louis, Ferdinand Celine).

Αν όμως στην αφετηρία του «Εξάγγελου» ο Σελίν μάς καθηλώνει με την ανεκπλήρωτη αποστροφή του, εν συνεχεία έπεται η διαλεκτική απάντηση/ συνομιλία του Ρίλκε: τελικά ο χρόνος δεν είναι, όπως αρχικά φαντάζει, μία καθολικά αρνητική υπόθεση. Γι’ αυτό το λόγο – στο επόμενο, επιλεγμένο παράθεμα του Rainer Maria Rilke, – η ποίηση που αρθρώνεται στον «Εξάγγελο», αναλαμβάνει να πραγματώσει σ’ ένα διαρκές παρόν, το ανθρωπιστικό, όσο και το ποιητικό έλλειμμα. Και αυτό, διότι πολύ απλά, ο ποιητικός χρόνος και λόγος εξακολουθεί να αποτελεί κατά τρόπο επιτακτικό, έναν πίνακα, που συγκεντρώνει και μετουσιώνει τα θραύσματα του ανθρώπινου χρονο-βίου: «Τώρα κάνε το έργο της καρδιάς στις εικόνες που είναι φυλακισμένες μέσα σου.» (Rainer Maria Rilke).

Ο Γιώργος Κοζίας δεν πράττει τίποτε παραπάνω στον «Εξάγγελο», ιδίως σε ό,τι αφορά το έργο της καρδιάς, στις εικόνες που είναι φυλακισμένες μέσα… στο “σύμπαν” του προσωπικού του χρόνου. Η αποστροφή του στο εμβληματικό του ποίημα «Σε σας που κτίζετε» (σ. 10) είναι κατηγορηματική, εφόσον προσδιορίζει ένα εμφανές χρονικό στίγμα, απευθυνόμενος στις μελλούμενες συναθροίσεις των ανθρώπων: «Σε σας μιλώ που θυσιάζετε επί των ερειπίων/ ποτέ να μην ξεχνάτε/ υπάρχουν πέτρες σαν Ψυχές και πέτρες σαν Αδόλφοι». Μία ομολογουμένως φιλόδοξη, φαντασιακή αποστροφή, εφόσον ο Κοζίας απευθύνεται τουλάχιστον σε οκτώ σημαίνοντες, δικούς του, υπαρξιακούς κύκλους.

Από ’κει και πέρα, ο Κοζίας δεν αυταπατάται, όταν συνθέτει το ψηφιδωτό του χρόνου. Εδώ, το συνολικό, χρονικό άθροισμα είναι ομολογουμένως εντυπωσιακό για έναν ποιητή. Πιο συγκεκριμένα, από τις 50 περίπου ποιητικές σελίδες του «Εξάγγελου», τουλάχιστον οι 20 είναι ξεκάθαρα, χρονικά προσανατολισμένες. Και από τις 20, οι 8 αφορούν τον επιμερισμένο χρόνο (μέρα, νύχτα, πρωί κ.τ.λ.), οι 9 αφορούν πιο διευρυμένους, χρονικούς κύκλους (Αιωνιότητα, Άχτιστος χρόνος) και τέλος, μόνον οι 3 αφορούν ταυτόχρονα και τον επιμέρους και τον διευρυμένο χρόνο.

Εκλαμβάνοντας, άρα, σαν δεδομένο αυτή τη χρονική διαβάθμιση, αξίζει να αναρωτηθούμε τι συμβαίνει, για παράδειγμα, στο χωρόχρονο της νύχτας: Γιατί όταν για τον Κοζία «ο πόθος όλη τη νύχτα (…) ξεφαντώνει/ το Κατακτημένο, το Πεινασμένο/ το Εκπορνευμένο/ το Όσιο, το Τρομερό, το Ηγεμονικό/ με υψωμένες τις ρομφαίες», τότε, η νύχτα κατακτάτε από την έλευση των «Ντενίσοβα», που αντιπροσωπεύουν τα διαφορετικά απεχθή πρόσωπα του αλλοτριωμένου ανθρώπου (σελ. 9).

Αυτό όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ο τρόπος με τον οποίον ο χρόνος της μέρας συνομιλεί με το μέλλοντα χρόνο στο ποίημα «Αλαφροΐσκιωτο»:            

Όταν μια μέρα / το σήμερα δεν γίνεται αύριο (τότε)                                                                                                                           Δούρειος ίππος σε πολιορκεί, δούρειος σε γερνάει

Και η παραπάνω μέθεξη της μέρας με το μέλλοντα χρόνο αποκτά μία ξεχωριστή δυναμική, στο συγκεκριμένο ποίημα, αν συνυπολογίσουμε επιπροσθέτως, τη διακειμενική συνομιλία του Κοζία, με τρεις κορυφαίους ποιητές: τον Σικελιανό, το Σεφέρη  και τον Καβάφη (ποιητικό ηχόχρωμα):

Όταν μία μέρα στον κήπο των  Τρώων/ πάει ο ήλιος, πάει το φέγγος/ χάνεται, φεύγει το πνεύμα (Σικελιανός)

Πέφτει η σάρκα/ και νέους έρωτες αναζητάμε/ καθώς το σώμα του Έκτορα νεκρό προβάλλει (η αρχαιοελληνική μυθολογία του Σεφέρη)

-Κι άλλη Τροία δεν θα δεις/ κι άλλο βασιλικό κορμί δεν θα αγκαλιάσεις(Καβάφης, το ποίημα Τρώες)

Συνοψίζοντας την υπαρξιακή/ χρονική του αναμέτρηση, ο Γιώργος Κοζίας  καταφέρνει με ποιητική μαεστρία να δείξει τη ματαιότητα των ανθρώπινων έργων, όταν αυτά έρχονται αντιμέτωπα με την ανυπέρβλητη εξουσία του θανάτου. Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση – που ο ποιητής του Εξάγγελου αίρεται στο ύψος του Άχτιστου χρόνου και της αιωνιότητας – τότε αναπόδραστα ενδύεται ένα ποιητικό ηχόχρωμα, που περισσότερο μοιάζει με το μεταφυσικό ένδυμα του θρησκευτικού λόγου. Ή πιο συγκεκριμένα, με την έκφραση του Παπαδιαμάντη, που έτσι ή αλλιώς έχει γονιδιακά αφομοιώσει και τα δύο: και τον μεταφυσικό και τον θρησκευτικό μετεωρισμό:

Όλα αθροίζονται στο ίδιο πηλίκο

«Τι είναι ζωή; Τι μη ζωή; Και τι τ’ ανάμεσά τους;»

Τίποτε δεν διαρκεί στις μικροσυνοικίες του θανάτου.

 

(*) Ο Γιάννης Δημογιάννης είναι φιλόλογος, μεταπτυχιακός στη Δημιουργική γραφή του Ανοιχτού Πανεπιστημίου, διατηρεί την ιστοσελίδα remulko.gr, ενώ παράλληλα συνεργάζεται με τον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο.

 

Βρες το εδώ

 

 

Προηγούμενο άρθροΔύσκολοι αλλά και λυτρωτικοί αποχαιρετισμοί (της Δήμητρας Ρουμπούλα)
Επόμενο άρθροΤαξίδια αυτογνωσίας (του Αλέξη Πανσέληνου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ