Επίδαυρος: η Ιφιγένεια και μια σημαία –από νάιλον;- που μένει να ανεμίζει (της Όλγας Σελλά)

0
1020

 

της Όλγας Σελλά

Υπήρχε η ανυπομονησία, η προσμονή και η συγκίνηση της κάθε πρεμιέρας του Φεστιβάλ Επιδαύρου και περίπου 6.000 θεατές έφτασαν την περασμένη Παρασκευή στο αρχαίο αργολικό θέατρο για να παρακολουθήσουν έναν ταλαντούχο Ρώσο σκηνοθέτη, τον 40χρονο Τιμοφέι Κουλιάμπιν -που μας έχει ήδη κερδίσει με τις δύο προηγούμενες παραστάσεις του στην Αθήνα- να σκηνοθετεί την τραγωδία «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» του Ευριπίδη, σε μετάφραση Παντελή Μπουκάλα.

Ο Τιμοφέι Κουλιάμπιν, που τα τελευταία χρόνια ζει αυτοεξόριστος στη Γερμανία, μας είχε πει στη συνέντευξη Τύπου ότι θέλει να προσεγγίσει μέσω αυτής της τραγωδίας τη διαδικασία της προετοιμασίας για πόλεμο. Για κάθε πόλεμο. Και ακολούθησε πιστά αυτή την αρχική του ιδέα, χωρίς να παρεκκλίνει διόλου από το κείμενο, εκσυγχρονίζοντας μόνο την όψη της παράστασης. Μας υποδέχθηκε μια εντελώς άδεια ορχήστρα με τα μέλη του (ανδρικού) χορού να κινούνται εντός της. Όλοι ντυμένοι με μαύρα επίσημα κοστούμια. Παρέπεμπαν σε επιφανή μέλη μιας υψηλής κοινωνίας, ή σε ανθρώπους που υπηρετούν τους επιφανείς, ή σε κάτι άλλο, σκοτεινό, αδιαφανές, πανταχού παρόν όμως. Στην πορεία, περιφερειακά της ορχήστρας τοποθετήθηκαν σπαστές μαύρες καρέκλες με το γράμμα Α στην πλάτη τους (Άρτεμη). Και λίγο πριν ξεκινήσει η παράσταση διαβάσαμε στις οθόνες των υπέρτιτλων τρεις φράσεις, που ήταν η μόνη παρέμβαση στο κείμενο: Ελλάδα –ένα σύγχρονο απολυταρχικό κράτος. Τροία – ένα γειτονικό, μικρότερο κράτος, που επιδιώκει την ανεξαρτησία του. Άρτεμη –μια κυβερνητική οργάνωση που έχει την εξουσία.

Και η ιστορία αρχίζει να ξεδιπλώνεται όπως την γνωρίζουμε χρόνια τώρα. Με τον Αγαμέμνονα (Νίκος Ψαρράς) να έχει στείλει ήδη το πρώτο παραπλανητικό γράμμα στη σύζυγό του Κλυταιμνήστρα (Μαρία Ναυπλιώτου) για να φέρει στην Αυλίδα την κόρη τους Ιφιγένεια (Ανθή Ευστρατιάδου) ώστε να γίνουν οι γάμοι της με τον Αχιλλέα (Θάνος Τοκάκης). Όλοι γνωρίζουμε ότι άλλος ήταν ο λόγος της πρόσκλησης: ήταν η επικείμενη θυσία της Ιφιγένειας ώστε να φυσήξει ούριος άνεμος και να φύγουν τα καράβια των Αχαιών για την Τροία. Ο Αγαμέμνων εμφανίζεται, με στρατιωτική στολή εκστρατείας κάποιου δυτικού στρατού, μ’ ένα χαρτί στο χέρι, ήδη γεμάτος ενοχές, υπερένταση, πανικό. Κρατάει το δεύτερο γράμμα προς την Κλυταιμνήστρα στο οποίο της λέει να μην ξεκινήσουν από το Άργος, παρότι η πατρική ενοχή συγκρούεται διαρκώς μέσα του με τη φιλοδοξία να ηγείται του ελληνικού στρατεύματος. Ο αδελφός του Μενέλαος (Νικόλας Παπαγιάννης) κι αυτός με στρατιωτική στολή, που προσωπικά μου θύμισε εκείνην του Σαντάμ, προσπαθεί να τον πείσει, για δικούς του υστερόβουλους λόγους, ότι πρέπει να επικρατήσει μέσα του το κριτήριο του αρχηγού και οι ευθύνες απέναντι στο στρατό του κι όχι ο συναισθηματισμός του. «Μυριάδες έπαθαν με την πολιτική ό,τι έπαθε η αφεντιά σου» του λέει κυνικά. Και πείθει τον Πρεσβύτη (Δημήτρης Παπανικολάου) που είναι και αγγελιοφόρος και μάντης να μην πάει αυτό το γράμμα στην Κλυταιμνήστρα.

Ο Τιμοφέι Κουλιάμπιν επεδίωξε να δείξει έναν σύγχρονο διάλογο διαπραγματεύσεων, που στην όψη και στη γλώσσα είναι φιλικός (γι’ αυτό και οι δύο άντρες κάθονται χαλαρά στο χώμα, χτυπούν ο ένας την πλάτη του άλλου), αλλά στην πραγματικότητα υποβόσκουν άλλες σκέψεις και άλλα συμφέροντα. Κι ίσως επειδή δεν είχαμε μπει ακόμα στο ύφος του σκηνοθέτη, αυτή η σκηνή στην αρχή προκάλεσε αμηχανία –κι όχι με ευθύνη των δύο ηθοποιών. Γιατί ο Τιμοφέι Κουλιάμπιν στην πορεία ακολούθησε με απόλυτη συνέπεια αυτή την οπτική του και αφηγήθηκε την ιστορία του Ευριπίδη φέρνοντας τα λόγια του σε σημερινές φιγούρες. Φιγούρες στρατοκρατικές, ολιγαρχικές, ακκιζόμενες, που ζουν μέσα στην επιδεικτική πολυτέλεια, σχεδιάζουν διαρκώς ίντριγκες και τρικλοποδιές και συνωμοσίες, ισχυρές οπωσδήποτε, που μέσα σε δεξιώσεις κανονίζουν τις τύχες του κόσμου. Παρότι «των πονηρών την περισπούδαστη γλώσσα, τη σιχαίνεται ο κόσμος». Και η Κλυταιμνήστρα καταφτάνει, γοητευτική, εγωπαθής, χαριτωμένα σνομπ μαζί με την Ιφιγένεια, ένα κοριτσάκι ανάλαφρο που έχει μια ισχυρή σχέση με τον πατέρα της (από τις πολύ ωραίες σκηνές της παράστασης αυτές του παιχνιδιού πατέρα και κόρης). Δεν ήταν αυτή μια σκηνή «οικογενειακής τρυφερότητας» των ισχυρών ανδρών που τόσο συχνά προβάλλονται στα ΜΜΕ; Δεν ήταν αυτό μια επίπλαστη όψη του «ανθρώπινου προσώπου» των αρχηγών, των ισχυρών, που την επόμενη στιγμή γίνονται κυνικοί, ωφελιμιστές, αδίστακτοι, ανελέητοι για ό,τι προκαλέσουν; Αφού «αγοράζουμε το πιο μισητό, δίνοντας ό,τι πιο λατρεμένο»…

Είχε μια λεπτή ειρωνεία στην απεικόνιση του κάθε χαρακτήρα της τραγωδίας ο Τιμοφέι Κουλιάμπιν. Όπως με τον Αχιλλέα, που μια απλή του κίνηση (αυτή που με το χέρι του προσπαθεί να σκοτώσει τα κουνούπια που τον περιτριγυρίζουν) αποδομεί και κατεδαφίζει την εικόνα του ηρωισμού και της επίπλαστης γενναιότητας που τον συνοδεύει, αποκαλύπτοντας άξεστες και brutal συμπεριφορές πίσω από τα αξιώματα.

Με τον ίδιο τρόπο κατεδαφίζει την απαστράπτουσα εικόνα του ζεύγους Αγαμέμνονα-Κλυταιμνήστρας, όταν η δεύτερη αντιλαμβάνεται τους σκοπούς του συζύγου της για την Ιφιγένεια και απασφαλίζει.

Και τότε η Ιφιγένεια, που κι εκείνη μαθαίνει τους σκοπούς του πατέρα της και στην αρχή τον εκλιπαρεί να πάρει άλλη απόφαση, αλλάζει άποψη. Και πηγαίνει περήφανα προς τη θυσία της. Και ο Τιμοφέι Κουλιάμπιν έκανε σ’ αυτό το σημείο την πιο σημαντική, την πιο ουσιώδη παρέμβασή του: αποκάλυψε πώς λειτουργούν τελικά τα ιδεολογήματα, πώς γίνονται πιστευτές και μεθυστικές οι μεγάλες ιδέες και τα μεγάλα λόγια, πώς ιδεολογικοποιούνται η βία, οι επιθέσεις, οι πόλεμοι και πώς η καταστροφή εισχωρεί στη ζωή των ανθρώπων την ώρα που γλεντούν –ακόμα κι όταν πρόκειται για εκείνους που αποφάσισαν την καταστροφή. Πηγαίνοντας προς το φινάλε της παράστασης, στήνεται ένας πλαστικός κιτς διάκοσμος  για το γάμο του Αχιλλέα και τη Ιφιγένειας, όλοι φορούν τα καλά τους, όλοι αποδέχονται τη σκοπιμότητα και τη βαναυσότητα, αλλά δίπλα ετοιμάζονται δύο σκοτεινά πρόσωπα, με μάσκες full face και αυτόματα στα χέρια. Ο γάμος διακόπτεται από τους ήχους των αυτόματων όπλων. Κι ο Πρεσβύτης μένει μόνος να ανεμίζει μια σημαία –ίσως από νάιλον. Και η παράσταση τελειώνει με μια σκηνή σπαρακτική, ίσως την πιο εύγλωττη, την πιο ηχηρή του Κουλιάμπιν: δυο καθημαγμένοι άνθρωποι σ’ ένα διαλυμένο τοπίο παρακολουθούν από μια τεράστια οθόνη πλάσμα, εκείνον τον άνθρωπο που ανεμίζει τη σημαία. Μα ούτε οι κεραίες των τηλεοράσεων δεν είναι στη θέση τους πια. Η εικόνα διακόπτεται από χιόνι… Σκηνή ανθολογίας οπωσδήποτε.

Ο Τιμοφέι Κουλιάμπιν είχε μελετήσει πολύ καλά το κείμενο του Ευριπίδη, είχε ξεκάθαρο στο μυαλό του πώς θα το χειριζόταν και τι ήθελε να δείξει και το υπηρέτησε με συνέπεια. Είχε σημαντικούς συμπαραστάτες τη μετάφραση του Παντελή Μπουκάλα –καθαρή και γήινη- που λειτούργησε επίσης σαν κόντρα ρόλος (ο ρόλος του λόγου) με τη σκληρή και ψυχρή όψη της παράστασης του Κουλιάμπην. Είχε τους συναρπαστικούς φωτισμούς του –όπως και τα σκοτάδια του, η σκηνή του χορού με τους φακούς ήταν καθηλωτική-, είχε μια ξεχωριστή κίνηση που υπογράμμιζε τις συμπεριφορές του κάθε ήρωα (παρότι υπήρχαν και κινήσεις που δεν αποκρυπτογραφήθηκαν) και είχε και ηθοποιούς που υπηρέτησαν άξια το σκεπτικό του. Οι ηθοποιοί του χορού απέδωσαν έξοχα τον πολύπλοκο ρόλο του αόρατου μηχανισμού (αυτής της κυβερνητικής οργάνωσης που μας είπε στην αρχή) που όλα τα διοικεί και ποτέ δεν φαίνεται –σαν σκοτεινές μυστικές υπηρεσίες. Ο Νικόλας Παπαγιάννης και ο Θάνος Τοκάκης έδειξαν την ποταπότητα των χαρακτήρων που εικονίστηκαν στο ρόλο τους, αλλά και τα διαχρονικά πρόσωπα του Μενέλαου και του Αχιλλέα, άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε με ειρωνεία, άλλοτε με ποταπότητα. Πιο σύνθετος ο ρόλος του Νίκου Ψαρρά, που ήταν πολύ καλύτερος στις σκηνές του παιχνιδιού με την Ιφιγένεια, απ’ ό,τι στην αρχική με τον Μενέλαο. Η Μαρία Ναυπλιώτου υπερέβαλε σε κάποιες στιγμές έκρηξης, αλλά ήταν σπαρακτικά πειστική στις σκηνές του παράπονου και της απελπισίας της. Σε σπουδαία στιγμή ήταν ο Δημήτρης Παπανικολάου στους πολλαπλούς ρόλους που κλήθηκε να ερμηνεύσει. Τέλος, η Ιφιγένεια της Ανθής Ευστρατιάδου δεν κέρδισε απλώς το στοίχημα ενός ρόλου, αλλά έδειξε την υποκριτική της δεινότητα και συνεπήρε με την ερμηνεία της σε κάθε φάση του ρόλου της. Από την χαρούμενη, σχεδόν αφελή έφηβη μέχρι την απότομη ωριμότητά της. Απολαυστική!

Ο Τιμοφέι Κουλιάμπιν συνομίλησε δημιουργικά με τον μύθο και το κείμενο του Ευριπίδη, σίγουρα ενέταξε τις δικές του προσλαμβάνουσες, εμπειρίες και αγωνίες στην όψη της παράστασης, αλλά κατάφερε να φέρει αυτό το μύθο στο σήμερα, στις διαρκείς προετοιμασίες για πόλεμο σε πολλές γωνιές της γης, στις αδιαφανείς αποφάσεις, στους ανάλγητους και τιποτένιους ισχυρούς. Ίσως κάποιες σκηνές να ήθελαν περισσότερο «λιώσιμο», όμως ήταν με παράσταση, που είχε πρόταση, είχε σκέψη και μας έδειξε και πάλι έναν σκηνοθέτη που ήξερε τι ήθελε να κάνει και τι ήθελε να πει. Και άγγιξε πολλά και δύσκολα θέματα, χωρίς διδακτισμό και κραυγές, παρά μόνο με την ψυχρότητα και τη σαθρότητα του τρόπου που λαμβάνονται οι αποφάσεις.

Η ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση Παντελής Μπουκάλας, Σκηνοθέτης Timofey Kulyabin, Δραματουργός Roman Dolzhansky, Σύμβουλος δραματουργίας Ιώ Βουλγαράκη, Σκηνογράφος – Ενδυματολόγος Oleg Golovko, Σχεδιασμός φωτισμού Oskars Paulins, Σχεδιασμός ήχου – Μουσική σύνθεση Timofei Pastukhov, Βοηθός σκηνοθέτη Πάνος Κούγιας, Βοηθός σκηνογράφου Άννα Ζούλια, Βοηθός ενδυματολόγου Μαργαρίτα Τζαννέτου, Εκτέλεση παραγωγής FLOW PROJECTS /Ekaterina Yakimova Εκτέλεση παραγωγής & καλλιτεχνική υποστήριξη Irina Paradnaya Συνεργάτις εκτέλεσης παραγωγής BEE DRAMAQUEENS/ Ζωή Μουσχή, Ρένα Ανδρεαδάκη, Αγγλικοί υπέρτιτλοι Λεωνίδας Καρατζάς, Φωτογραφίες από τις πρόβες © Alex Kat, Διερμηνέας Όλγα Πατρουνόβα, Τεχνικός συντονιστής Στάμος Τζωρτζάκης, Συντονιστής τεχνικών σκηνής Διονύσης Αναστασόπουλος, Τεχνικοί σκηνής Φοίβος Ακριβόπουλος, Γιώργος Μενεγάκης, Λεωνίδας Στάμου, Απόστολος Στράντζαλης, Γιάννης Χατζηγεωργίου, Ενδύτρια Άννα Σάπκα, Βίντεο Oliwia Twardowska, Μακιγιάζ – Κομμώσεις Volha Faleichyk, Ηχολήπτες Φίλιππος Καρέτσος, Γιώργος Μαυροειδής, Προγραμματιστής κονσόλας φωτισμού Τάσος Νιξαλιάν, Τεχνικός βίντεο Αντώνης Στάβερης

Πρωταγωνιστούν (αλφαβητικά) Ανθή Ευστρατιάδου Ιφιγένεια, Μαρία Ναυπλιώτου Κλυταιμνήστρα, Νικόλας Παπαγιάννης Μενέλαος, Δημήτρης Παπανικολάου Πρεσβύτης, Θάνος Τοκάκης Αχιλλέας, Νίκος Ψαρράς Αγαμέμνων

Χορός Δημήτρης Γεωργιάδης, Χρήστος Διαμαντούδης, Μάριος Κρητικόπουλος, Βασίλης Μπούτσικος, Δημήτρης Παπανικολάου, Αλέξανδρος Πιεχόβιακ

 

Προηγούμενο άρθρο14 αστυνομικά για το καλοκαίρι (του Μάρκου Κρητικού)
Επόμενο άρθροΣτροφή εκατόν ογδόντα μοιρών (διήγημα του Γιάννη Πάσχου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ