Εν αρχή είναι η ποίηση..

0
900

(Ν.Καρούζος, Γ.Πατίλης, Β.Αθανασόπουλος, Μ.Καλεώδης).

 

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

(1926-1990)

 

ΣΥΝΤΟΜΟΝ

 

Τραγουδώ τους πεσμένους προπάτορες

είμαι των άστρων ο σκύλος

με τα μάτια κοιτάζω ψηλά

με τα χέρια γιορτάζω τη λάσπη.

 

ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΕΙΣΜΑ ΤΗΣ ΑΣΙΑΣ

 

Είσαι μια ήπειρος του στήθους απ’ τα βάθη των φυλών

είσαι πλανόδια σαν το φεγγάρι

ο πόνος είναι πλοκαμός κι η αγάπη σου υδράργυρος

γυναίκα, πείσμα της Ασίας.

Όταν αφήνεις ένα βλέμμα στις κοιλάδες να ωριμάζει

καθώς οι άνεμοι το ταξιδεύουν ώς τα ύψη

νέμεσαι τα κλαδιά και χύνεις δηλητήρια μες στο φεγγάρι.

Μόνη σα φόνος κατοικείς τη συνείδηση

συνωμοτώντας αντίκρυ στις θεότητες των πουλιών

εσύ με τα μαύρα ποταμικά μαλλιά

εσύ πάλι και πάλι με σκοτεινά μάτια.

Λέω στον ήλιο να σταθεί χωρίς την αγαθότητα

σχίζοντας το μεγάλο χρώμα του όνειρου

στον ήλιο να σε πολεμήσει με βοερό θειάφι

και να γκρεμίσει όλη τη θύμηση που με παιδεύει.

Να οι καιροί στα βήματά σου μ’ έφεραν

οι φυτικοί δεινόσαυροι τα ουράνια πλάτη

μια δέσμη χαλαρή του αίματος έτοιμη να σκορπίσει

τότε που φώναζα δίχως απόκριση: θέλω να γίνω γαλάζιος.

Ήρθες να μείνεις ώς το θάνατο

με πορφυρές ανταύγειες απ’ τα μέλη

ρώτησα μα δεν έμαθα πού βρήκες το σκοτάδι

σε μυστικά ρυάκια κλειδώνεις τον ήχο σου

μόνη με την εκρηκτική φωνή της σιωπής.

Ήρθες να μείνεις ώς το μακρινό χάραμα

σώματα πέρασες ακόμη ταξιδεύεις.

Εγώ δεν έζησα κι η ομορφιά της Αττικής είν’ όλο το ταξίδι μου.

Σε τόσους καημούς τραγουδώντας

δεν ξέρω τ’ όπλο της λησμονιάς.

 

(Η ΕΛΑΦΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, 1962)

 

ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε

παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων

ή έστω μνημόσυνα.

Όταν δεν έχετε

μαντέψει τη δύναμη

που κάνει την αγάπη

εφάμιλλη του θανάτου.

Όταν δεν αμολήσατε αητό την Καθαρή Δευτέρα

χωρίς να τον βασανίζετε

τραβώντας ολοένα το σπάγγο.

Όταν δεν ξέρετε πότε μύριζε τα λουλούδια

ο Νοστράδαμος.

Όταν δεν πήγατε τουλάχιστο μια φορά

στην Αποκαθήλωση.

Όταν δεν ξέρετε κανέναν υπερσυντέλικο.

Αν δεν αγαπάτε τα ζώα

και μάλιστα τις νυφίτσες.

Αν δεν ακούτε τους κεραυνούς ευχάριστα

οπουδήποτε.

Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modigliani

τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος

χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του

γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν

κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατό

ενοχλώντας το σύμπαν.

Όταν λέτε τη φύση μητέρα μας και όχι θεία μας.

Όταν δεν πίνετε χαρούμενα το αθώο νεράκι.

Αν δεν καταλάβατε πως η Ανθούσα

είναι μάλλον η εποχή μας.

ΠΡΟΣΟΧΗ

ΧΡΩΜΑΤΑ.

Μη με διαβάζετε

όταν

έχετε

δίκιο.

Μη με διαβάζετε όταν

δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα…

 

Ώρα να πηγαίνω

δεν έχω άλλο στήθος.

 

(ΠΕΝΘΗΜΑΤΑ, 1969)

 

Η ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΗΡΕΜΙΑΣ

 

Πρωί-πρωί ξαστερωμένος απ’ τον ύπνο

– μια δικαίωση.

Στην εκκλησούλα των χωραφιών είν’ απόμακρες

όλες εκείνες οι καταστροφές και πιότερο

οι πολύχρωμες.

Καμιά διεκδίκηση, καμιά δυτική θεραπεία.

Σαν να με προσκάλεσαν οι πεθαμένοι

στις απρόσωπες σημασίες των θάμνων.

Ο θάνατος δεν νοικιάζεται –τό ’μαθα–

κι ο έρωτας φέρνει ψόφο στις ερινύες.

Θυμάμαι τώρα το νόμο να τρέφεται σ’ άλλη έκταση

τα τελευταία μου βήματα, τρία-τέσσερα,

σκεπασμέν’ από πυκνούς αιώνες

κι ο ήλιος να ’ναι πάντα το κέντρο της αποτυχίας

που χύνει σ’ άλλους κόσμους τις πράξεις και τα όνειρα

στους ανθρώπινους οχετούς – έθνη και κράτη.

 

(ΛΕΥΚΟΠΛΑΣΤΗΣ ΓΙΑ ΜΙΚΡΕΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΝΤΙΝΟΜΙΕΣ, 1971)

 

ΤΡΥΦΕΡΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

 

Δεν είναι πάντα το νερό σαν ξόδι και σαν κίνηση;

Δεν είναι μια μακρόσυρτη κηδεία το ποτάμι

κι οι λιτανείες των ήχων ανάμεσα

σε σκονισμένα γιασεμιά και τριαντάφυλλα;

Σου γράφω λοιπόν…

Οι άγγελοι θα γίνουν επιθετικότεροι

κι όλο το Σύμπαν από κάποιο δρόμο φρικαλέο

θα χωρέσει κάποτε σε μια δαχτυλήθρα.

Ό,τι στο στήθος μοιάζει με κειμήλιο

θέλω ναν το πετάξω.

 

(ΧΟΡΤΑΡΙΑΣΜΕΝΑ ΧΑΣΜΑΤΑ, 1974)

 

ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΕΚΤΕΙΝΕΤΑΙ

 

Τη μοίρα μου την έζησα χαζεύοντας

του τίποτα τη φαλακρή τυραννίδα.

Ιστόρησα τη μοναξιά γοερότερος

και ζάπλουτος απ’ τον αγέρα

μ’ ένα χακί σακίδιο τα λιγοστά μου

τρόφιμα στην πλάτη

χρωματιστούς τρεμάμενους ξαναπατώντας ίσκιους

κι ανασταίνοντας

ωσάν σε ύπνο τρανταχτό του χόρτου μου

τα δύστηνα ονείρατα

στο αίμα μου βαθιά καιόμενος

κι αστράφτοντας αχτημοσύνη

καθώς που ζήλεψα την κάτασπρη χαμέρπεια:

το τάδε ρημολούλουδο

που κείται μες στο ρέμα λιγοθώρητο

ανασαίνοντας απόρρητο τεμπελίκι.

(Κοίτα–: παράγει θάνατο σάμπως νά ’κραζε

πως τα όνειρα, όχι, δεν είν’ άκυρα

ίσα-ίσα είν’ εκείνα που τραγικά ακυρώνουν

(εξάπτοντας) την πραγματικότητα.)

 

(ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜ ΙΛΙΑΣ, 1970)

 

 

 

ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ

 

Δοσμένος απόλυτα στην έκπαγλη καταιγίδα

γιομάτος ήχος οδοιπορούσα κι ανάπνεα σύμβολα

δίχως να βλέπω πια του κόσμου μας την υδατογραφία

βιώματα ευδιάλυτα κι ο άνθρωπος

πλήρης από έρεβος

ανάμεσα στα τόσα φώτα και την ηλιοσύνη.

Χαιρόμουνα λάμποντας από θαυμάσιο σκοτάδι

στον Άθωνα πυραχτωμένον απ’ την καταιγίδα.

Βρωτός ο θάνατος πετσί και κόκαλο

βαθύτερος αντίκρυ στην αγάπη

κι ο χρόνος ήτανε χαρμόσυνη διάρκεια

βαθύτερος ο κόσμος μέσ’ στα μοναστήρια.

Κ’ εγώ οδοιπορούσα ολομόναχος

αγγίζοντας το εύοσμο κενό για να στηρίζομαι

δίχως ούτε τα βήματα στην ανυφάντρα νύχτα

στοχάζοντας εδώ στον Άθωνα

πως όταν βλέπω στη θανάσιμη Αθήνα

τους σκουπιδιάρηδες να πετούν έρημα

τα σκουπίδια στ’ αβυσσαλέα τους αυτοκίνητα

μούρχεται γοερά να φωνάξω:

Πετάχτε με κι εμένα μέσα.

 

ΛΕΝΙΝ ΚΑΙ ΜΑΧΑΤΜΑ

 

Ξημέρωνε κ’ ήτανε κ’ οι δυό τους

ασπροντυμένοι.

Κελαηδούσε απ’ όξω ο τόπος. “Τα πουλιά”

ψιθύρισε ο Μαχάτμα.

Ο Λένιν χαμογέλασε καλόκαρδα διορθώνοντας.

“Μυδράλλια”.

 

(ΑΝΑΜΝΗΣΤΙΚΉ ΛΗΘΗ, 1982)

 

ΠΑΡΟΥΣΙΑ

 

Μαζί σου επαλήθευσα την καμπύλη

σε γενετήσιες εξάρσεις

με συνένοχη τη γεωμετρία του Σύμπαντος.

Πόδια λαγόνια – σε σωματική επανάσταση.

Για σένα το λυρικό απόγεμα Εύα.

Μαζί σου επαλήθευσα τη Φυσική μου

με χιλιάδες κλειδοκύμβαλα με ανάερα

φλάουτα

ροκανίζοντας ειμαρμένη κι απουσία.

Εύα φρυγική κι απροσφώνητη ευτυχία

του μαύρου

σε συντροφεύω στην αιωνιότητα του εόντος.

(ΕΡΥΘΡΟΓΡΑΦΟΣ, 1988)

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

(1946-2011)

 

[ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΜΕΣ ΣΤΗ ΧΑΜΕΝΗ ΟΙΚΕΙΟΤΗΤΑ]

 

Έτσι όπως εξελίχθηκε η αρρώστια μου,

βοήθησαν πολλοί να μην πεθάνω γρήγορα,

με αιμοδοσίες άμεσες και έμμεσες, κυριολεκτικές και μεταφορικές.

Μαζί με το αίμα τους μου έφερναν και κάποιο λουλούδι,

και κάποια παρουσία που με ξάφνιασε, γιατί είχα πολύ

καιρό να μιλήσω

με άνθρωπο.

Κι έτσι η αναπάντεχη συγκίνηση ήταν πολύ πιο δυνατή

από τον σωματικό πόνο,

και το τέλος ερχόταν πιο γρήγορα κι ανώδυνα.

Τους ευχαριστώ όλους για τη γλυκιά μουσική και τη

δυνατή μορφίνη τους.

 

[ΕΝΤΥΠΩΣΗ ΘΑΛΑΣΣΑΣ]

 

Με ένταση δεν σκέφτομαι τίποτε – προσεύχομαι.

Αυτό τ’ αγκάθι της λεμονιάς ταξίδεψε όλη τη νύχτα,

για να μου δείξει το πρωί πως είχα μια σταγόνα αίμα.

Αυτό τ’ αγκάθι της λεμονιάς κάποτε ήταν τρυφερό, κι

όσο μεγάλωνε, σκλήραινε,

κι έσκιζε ακυβέρνητο το νερό.

Κι επτά μήνες μετά, τρυπώντας μου ένα δάχτυλο,

μπόρεσε να μου δείξει πως είχα ακόμη μια σταγόνα αίμα

–         και πως δεν το ήξερα.

 

[ΚΟΥΡΕΛΑΚΙΑ ΠΕΤΑΜΕΝΑ, ΧΑΜΕΝΑ ΚΑΙ ΞΑΝΑ ΜΑΖΕΜΕΝΑ]

 

Στην ποίηση συνήθιζα να πέφτω

μέσ’ από μια απορρύθμιση.

Η σκέψη ανασυγκροτούνταν

τα νοήματα ξέφτιζαν

πολλά πολύχρωμα ή ξεθωριασμένα

τσαλακωμένα κομματάκια

από χαρτί από πανί

κουρέλια

έτρεχαν στα ρείθρα των δρόμων

μαζί με τον αέρα

στροβιλίζονταν.

Αλλά και πάνω

στον ουρανό

τα σύννεφα χωρίς κανένα

καθαρό περίγραμμα λιώναν

ενώ πίσω απ’ αυτά γαλάζιος

καθαρός

ακόμη και διάφανος

συχνά αποκαλύπτονταν ο ουρανός.

[ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΑΦΗΣ, 2012]

 

 

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ

 

ΤΟ ΞΕΡΩ

 

Πολλά τα βάσανά σου

το ξέρω

κ’ έγγισα ο ίδιος

τις πληγές

που σου ανοίξαν μ’ επιμέλεια

κ’ εκείνο το καρφί

που σου αφήσανε στο στήθος

για να ’χει κάπου

ν’ ακουμπά τη λύπη της

η μάνα σου.

ΤΟ ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ

 

Τώρα πολύ μακρυά

φιλέρημος τραγουδιστής

σ’ έναν έρημο κόσμο

που ο Θεός του

την όγδοη μέρα εγκατέλειψε.

(Ο ΜΙΚΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΗΡΙΟ, 1970)

 

ΤΗ ΝΥΧΤΑ

 

Τη νύχτα έφτασα στη θάλασσα,

 

Ήταν βουβή και πάνω της τ’ αστέρια (άνω τελεία)

τ’ αμέτρητα κι ολόλαμπρα επίθετά της.

(ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΚΑΡΠΩΝ, 1977)

 

Ζεστό μεσημέρι

Κάνεις να περνάνε απαρατήρητα

Πράγματα που δίχως εσένα

Θα μοιάζανε συνταραχτικά.

Πέρασα δίπλα τους. Έφυγα. Ταξίδεψα.

Πήγα μακρυά μέσα στην ίδια πόλη.

Απομακρύνθηκα απ’ ό,τι λαχταρούσα

να συναντήσω.

Τυλιγμένος στην καφετιά μαντόρλα του νέφους.

Με το μυαλό μου γεμάτο σάρκα δροσερή

Που τίποτα δεν εννοούσε να καταλάβει.

Είναι η απόσταση που φέρνει τις συναντήσεις.

Κι ο άνθρωπος πάντα αγαπά

Αυτό που λιγότερο καταλαβαίνει.

Γιατί αυτό που καταλαβαίνει

Είναι λιγότερο από τον άνθρωπο

Και δεν αξίζει να το αγαπά.

 

*

 

Δεν ξέρω τον κόσμο

Πριν απ’ την πτώση του.

Ξέρω μόνο την πτώση.

Γι’ αυτό καθημερινώς την εορτάζω.

Ιδίως τα μεγάλα φωτεινά μεσημέρια.

Όταν κάθομαι στις ερημωμένες πλατείες

Και χαϊδεύω με τα μάτια μου

Αυτά τα θρύμματα.

Τις απτότατες αποδείξεις

Της ζωής μου.

(Αφού ζωή είναι αυτό

Που θρυμματίζεται.)

 

*

 

Τι τεράστια ανωνυμία ο θάνατος.

(Και τι Μνήμη,

Θεέ μου!

Κ α ν έ ν α

Δεν ξεχνάει!)

 

*

 

Έρωτα

Δεν είσαι τίποτ’ άλλο

Από την άγνοια

Αυτού που λαχταράει.

Αρρώστησα.

Γνώρισα την άγνοια

Και σε λαχτάρησα.

Ακόμα και τη μέρα

Αγρύπνησα.

Απ’ όλα τα πλάσματα

Μόνον εσύ–

Και λίγα φαρμακεία–

Διανυκτερεύεις.

Αλλά για σένα, Έρωτα,

Φάρμακο δεν βρήκα

Κανένα.

 

*

 

Τι να προτιμήσω;

Το φως του ήλιου ή το φως της αγάπης;

Το ένα σου δείχνει τα μεγάλα κύματα.

Το άλλο σε βοηθά να χαθείς μαζί τους.

 

(ΖΕΣΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ, 1984)

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΔΕΝ ΣΤΑΜΑΤΑ ΠΟΤΕ

 

Είναι ανάποδη η εποχή κι ωστόσο

Καθώς τα νερά σ’ ένα πλοίο

που βυθίζεται

Η ομορφιά εισβάλλει από παντού

Οι στίχοι

Φτωχά ψίχουλα πάνω στο χαρτί

Μπορούν να θρέψουν τους κουρασμένους

και τους νηστικούς

Μπορούν να σχίσουν τα βουνά

να περάσουν τη θάλασσα

Να κατεβούν απ’ τον ουρανό

στα υψωμένα ποτήρια

στα τρυφερά μέλη

Η καρδιά μας εξέχει

Σαν τ’ αυτιά του λαγού πίσω

Απ’ τη φτέρη

Οι πυροβολισμοί τη γεννάνε

Η αδιαφορία την τρέφει

Η παγωνιά τη ζεσταίνει

Κόκκινη τρυφερή

Πληθαίνουν οι μελαγχολικοί κι ωστόσο

Το τραγούδι δεν σταματά ποτέ.

 

ΟΜΟΡΦΗ ΛΥΡΑ

μνήμη Μήτσου Παπανικολάου

 

Καθώς αέρας

Πέτρες που έχτισε ο άνεμος

Το στάχυ θ’΄αντέξει;

Το φύλλο οτυ καλαμποκιού;

Η μέρα περνά

Με τους μεγάλους καθρέφτες της σιγής στα φτερά της

Πάνω από τα έρημα μέρη του Καλοκαιριού

Παίρνει τα λίγα αγκάθια

Τις πέτρες χαϊδεύει

Αυτές που έχτισε ο άνεμος

Καθώς ταξιδεύει

Ενώ απ’ τα ψηλά βουνά κατεβαίνει

Σκοτεινός Χειμώνας

Ζητώντας ταυτότητες

 

(ΓΡΑΦΕΩΣ ΚΑΤΟΠΤΡΟΝ, 1989)

 

 

 

 

ΑΚΤΗ ΚΑΛΛΙΜΑΣΙΩΤΗ

 

1.

 

Ένα ξυπόλητο παιδί δεν τραγουδάει

κρατάει ένα μικρό πανέρι με λουλούδια

και πάντα στο προσφέρει σιωπηλό

Δεν θά ’θελε μαζί σου να γεράσει

και μάλιστα σ’ αυτή την ίδια καφετέρια

Οι γέροι έχουν ένα βαθύ κρεββάτι μες στο στόμα

στον τραπεζίτη πάνω φέγγει ένα ωχρό αμπαζούρ

κι η γλώσσα μπαινοβγαίενι ακατάπαυστα

καθώς στο ράφι τα κιτρινισμένα λεξικά

 

 

9.

 

Και πάλι στο καφενεδάκι απέναντι

τον κόσμο αφήνοντας ξανά στη μέση

βιβλίο που του σκίσαν ένα φύλλο

Από της μέρας το ποτάμι σύρθηκε έξω

για να το δει για λίγο πλάι να κυλά

Γερή κατεβασιά στ’ αλήθεια

σαν να ’σπασαν του Χρόνου τα νερά

και σέρνουν στο λιμάνι τ’ αυτοκίνητα

θορύβους μπερδεμένους με διαβάτες

θάλαττα θάλαττα που δεν φωνάζουν πια

Σ’ αυτό το χώρο νιώθει αγέννητος πολύ

παρέα μ’ όλους τους εξ αναβολής

Εδώ την πόρτα δεν πρόκειται κανείς

να την ανοίξει καλώντας τον

με τ’ όνομά του

(ΑΚΤΗ ΚΑΛΛΙΜΑΣΙΩΤΗ, και άλλα ποιήματα, 2009)

 

ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΙΣ

 

Πρωί και κρύο φως απ’ το ψυγείο με τ’ αναψυκτικά

και ώρα δέκα αναχώρηση απ’ τον διάδρομο τον πρώτο

κατάσαρκα για Λάρισα φορώντας μαύρα υλικά

που κάνουνε την ομορφιά σου να ραγίζει

Παιδί μάνα πατέρας μορφή αγαπημένη

το σώμα πάντα θα πονάει στο χωρισμό

Δεν είν’ η θλίψη στο Σώμα το Αστυνομικό

από τον θάνατο στον Τύρναβο του συναδέλφου

μα του οχτάχρονου παιδιού που το μαθαίνει στο σχολειό

Δεν πάει κάτω η Μαύρη Τρύπα που την ύπαρξη ρουφάει

το κάθισμα το άδειο που για λίγο την αύρα σου κρατά

το μάτια μου τα μάτια που δεν θα ξαναδούν

 

 

ΣΤΗ ΜΑΝΤΡΑ ΠΛΑΙ

 

Μεσημέρι με κρύο μα ήλιος δυνατός

κι η μάντρα πλάι στο γκρεμίδι ό,τι πρέπει

να φορτωθεί το τσάι σου μαζί με το κονιάκ

Μέσα μου σκάει ανεξήγητη χαρά

σαν να ’ρθε και με χάιδεψ’ από πίσω

ξανθειά θεά που μόνο εγώ τη βλέπω

Εχθρούς κακούς και φτώχεια ψυχοφθόρα

δεν φοβάται όποιος μ’ ορμή και τώρα

καταβρέχει το σοβά

στεγνά κρατώντας ακόμη τα παπούτσια

 

(ΑΠΟΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΑΛΚΟΟΛ, και άλλα ποιήματα, 2012)

 

 

ΜΑΡΚΟΣ ΚΑΛΕΩΔΗΣ

(1974)

 

ΑΝΕΦΙΚΤΟ ΦΩΣ

Μνήμη Ανδρέα Κίτσου-Μυλωνά

 

Το σκότος πέρα από το φως,

θα τό ’βρω πάλι όταν βραδυάσει:

η μέρα το αφήνει πίσω της

σαν σαλιγκάρι.

 

Το φως όμως που ζει μ έ σ α στο φως,

την μέρα, που η ημέρα σκιάζει

με το φέγγος της, πού θα τη βρω

όταν το φέγγος φύγει;

 

Η μέρα παίρνει όλην τη μέρα φεύγοντας.

 

Η ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ

 

Για πρώτη φορά πάνω

στο κουφάρι του, στο νεκρό

του απάνω πρόσωπο

είναι τόσο αβάσταχτα παρών

ο άνθρωπος.

 

Γιατί για πρώτη φορά,

δεν είναι εδώ.

 

ΚΑΘΕ ΝΕΚΡΟΣ

 

Κάθε νεκρός θα σε θυμάται όπως

υπήρχες τον καιρό που έφυγε.

 

Κάθε νεκρός ένα κομμάτι μνήμης

δικής σου πού ’πνιξαν τα χώματα.

 

Κάθε νεκρός ένα κομμάτι εν τέλει

από το σώμα σου. Κομμάτι σώματα.

 

ΘΗΛΕΟΣ ΦΑΛΑΓΞ

 

Έφερνε τόσο μεγάλη

αντίσταση ούτως ώστε

– ίσα ίσα, αδιόρατα –

να υποχωρεί.

 

(Νυκτιφανή, 2005)

 

 

Προηγούμενο άρθροΚλείστε τις οθόνες!
Επόμενο άρθροΗ αναγκαιότητα της Λογικής

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here