Πέμπτη, 2 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΘΕΜΑΤΑ ΜΟΥΣΙΚΗ Curtis Amy: Από τα προσωπικά του αριστουργήματα «Katanga!» και «Mustang» στο «Touch...

Curtis Amy: Από τα προσωπικά του αριστουργήματα «Katanga!» και «Mustang» στο «Touch me» των Doors (του Γιάννη Μουγγολιά)

0
6073

του Γιάννη Μουγγολιά

Με αφορμή τη συμπλήρωση στις 5 Ιουνίου 24 χρόνων από τον θάνατο του σπουδαίου Αμερικανού σαξοφωνίστα και συνθέτη της τζαζ Curtis Amy στα 75 του, ο οποίος έφυγε από τη ζωή λόγω επιπλοκών από καρκίνο στο πάγκρεας, θα επιχειρήσουμε να ρίξουμε φως στη ζωή και το έργο ενός πολύ σπουδαίου μουσικού που δεν γνώρισε τη δόξα που του άρμοζε μένοντας κάπως υποτιμημένος, παρότι διέθετε όλα τα εφόδια και τις προϋποθέσεις ώστε το όνομά του να γραφεί με χρυσά γράμματα στο πάνθεον της τζαζ δίπλα στις μεγάλες προσωπικότητες του είδους.

Η πυκνή προσωπική δισκογραφική του παραγωγή από το 1960 έως το 1967 με δουλειές υψηλότατου επιπέδου ήταν το ένα κομμάτι της δημιουργικής του πορείας. Το άλλο και εξίσου ενδιαφέρον αναφέρεται στις ηχηρές συνεργασίες του και συμμετοχές σε δίσκους μεγάλων τζάζμεν και όχι μόνο όπου αποκαλύπτεται η μοναδική του δυνατότητα να ελίσσεται στυλιστικά και σε άλλους χώρους (ροκ, φολκ κ.α) πάντα με άξονα την αγαπημένη του τζαζ. Δεν είναι τυχαίο ότι το εμβληματικό σόλο στο τενόρο σαξόφωνο που ακούγεται στο διάσημο τραγούδι των θρυλικών Doors «Touch me» βγήκε από τα πνευμόνια του Curtis Amy.

Γεννημένος στο Χιούστον του Τέξας στις 11 Οκτωβρίου 1927 ο Curtis Amy κουβαλούσε όπως ήταν αναμενόμενο τα blues στο αίμα του, κάτι που φαίνεται από λίγο έως πολύ σε όλες τις δισκογραφικές απόπειρές του. Το πρώτο μουσικό όργανο με το οποίο καταπιάστηκε στα 4 του χρόνια ήταν το κλαρινέτο το οποίο έμαθε από τον διευθυντή της ορχήστρας της εκκλησίας και από το οποίο αργότερα μεταπήδησε στο τενόρο σαξόφωνο. Ταυτόχρονα η μητέρα του Emma Robinson ήταν πιανίστα και διευθύντρια χορωδίας στην Εκκλησία του Αγίου Ιωάννη των Βαπτιστών. Κάπου εδώ, από πολύ νωρίς δηλαδή, εντοπίζονται οι ρίζες των gospel στη μουσική του. Έπαιξε σε σχολικές μπάντες στο Δημοτικό Σχολείο του Ντάγκλας και στο Λύκειο Τζακ Γέιτς, από όπου αποφοίτησε το 1943 και από τα τέλη της ίδιας χρονιάς στην 14μελή μπάντα του Κολλεγίου Γουάιλι στο Μάρσαλ του Τέξας, πριν αποχωρήσει λόγω πειθαρχικών παραπτωμάτων. Μετά τις σπουδές του στη μουσική στο Kentucky State College στο Φράνκφορτ του Κεντάκι άρχισε να διδάσκει στο Τενεσί. Παράλληλα με τη μουσική στη δεκαετία του 1940 δούλευε ως ταχυδρόμος και αργότερα υπηρέτησε τον αμερικανικό στρατό τη διετία 1946-1947 όπου έγινε βετεράνος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου που ηγήθηκε μιας μπάντας τάγματος στην Ιαπωνία. Μετά το 1955 εγκαταστάθηκε στο Λος Άντζελες, εργάστηκε σε ημερήσιες εργασίες σε ένα εργοστάσιο συναρμολόγησης της Chrysler, ενώ παράλληλα βυθίστηκε στην τζαζ σκηνή της Central Avenue, αρχικά δίνοντας συναυλίες με οργανίστες όπως ο Louie Rivera και η Perri Lee σε κλαμπ όπως το Trocadero και το Norbo Club. Οι βασικές πρώτες του συνεργασίες περιλάμβαναν την ενορχηστρώτρια Melba Liston, με συστάσεις της οποίας συνεργάστηκε με σύνολα των Onzy Matthews και Gerald Wilson. Επίσης, έπαιξε με τον Dexter Gordon στη μεγάλη μπάντα του Onzy Matthews και συνέπραξε σε live με σημαντικές μορφές του είδους όπως ο Eric Dolphy και ο Lou Rawls ηχογραφώντας και στα άλμπουμ του δεύτερου «Black and Blue» (1962) και «Tobacco Road» (1963) στη δισκογραφική Capitol. Από την αρχή της εγκατάστασής του στο Λος Άντζελες είχε αρχίσει να ηχογραφεί με μεγάλα ονόματα της τζαζ όπως τον Dizzy Gillespie στον δίσκο του «Jazz Recital» που κυκλοφόρησε το 1956 από τη Norgran συμμετέχοντας στα κομμάτια «Taking a Chance on Love» και «Play Me The Blues». Το 1960 ηχογράφησε με το τρίο του Les McCann και αργότερα στη δεκαετία του 1960 με τους Onzy Matthews και Roy Ayers και το 1965 με τον πιανίστα Gerald Wilson στα άλμπουμ του «On Stage» και «Feelin’ Kinda Blues». Η προσωπική του δισκογραφία τον θέλει ως συνθέτη και επικεφαλής συγκροτημάτων με σπουδαίους μουσικούς, μεταξύ των οποίων τους Bobby Hutcherson, Victor Feldman, Jimmy Owens, Kenny Barron.

«Katanga!» και «Mustang»: Τα δυο δισκογραφικά του αριστουργήματα

Αν θα επέλεγα δύο από τα άλμπουμ της προσωπικής δισκογραφίας του Curtis Amy, χωρίς δισταγμό αυτά θα ήταν το «Katanga!» που συνυπογράφει με τον τρομπετίστα Dupree Bolton και κυκλοφόρησε τo 1963 από τη δισκογραφική εταιρεία Pacific Jazz και το «Mustang» που κυκλοφόρησε το 1967 από τη Verve Records.

 Katanga!

Αναμφίβολα ένα άλμπουμ ορόσημο συνολικά για της τζαζ, ένα μοναδικό δισκογραφικό διαμάντι από τα κορυφαία που ηχογραφήθηκαν ποτέ στο είδος ήταν το «Katanga!» που εξελίχτηκε στα στούντιο της Pacific Jazz στο Χόλιγουντ σε μια ιστορική αλλά και συναρπαστική ηχογράφηση. Ένα σχήμα σπάνιας ποιότητας και δυναμικής που ωστόσο δεν κράτησε για πολύ αλλά συνέδεσε τον ξεχωριστό και γόνιμο αυτό καρπό του με τον εφήμερο χαρακτήρα του όσον αφορά τη διάρκεια της δράσης του.

Μια ηχογράφηση που ανταγωνίζεται ισότιμα με τα πλέον προβεβλημένα άλμπουμ της τζαζ και στην οποία έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους δίπλα στον 35χρονο τότε επικεφαλής Curtis Amy ο 34χρονος θρυλικός τρομπετίστας Dupree Bolton, με ελάχιστες όμως ηχογραφήσεις ως τότε (εκπληκτική η συμμετοχή του με ένα αριστουργηματικό παίξιμο στο σχήμα του Harold Land στον δίσκο «The Fox» που ηχογραφήθηκε στο Λος Άντζελες τον Αύγουστο του 1959 και κυκλοφόρησε το 1960 από τη δισκογραφική εταιρεία HiFi Jazz), ο κιθαρίστας Ray Crawford σε άριστη φόρμα, ο πιανίστας Jack Wilson που την ίδια χρονιά (1963) κυκλοφορούσε το υπέροχο δισκογραφικό του ντεμπούτο «The Jack Wilson Quartet featuring Roy Ayers» (Atlantic) σε ύφος bossa nova, cool jazz και latin jazz, ο κοντραμπασίστας Victor Gaskin και ο ντράμερ Doug Sides. Όλοι τους εκλεκτοί μαύροι μουσικοί σε μια περίοδο που η τζαζ της Δυτικής Ακτής ήταν συνώνυμη των νέων, λευκών κυρίως μουσικών με πανεπιστημιακή πορεία που είχαν ως υπόβαθρο θητεία σε μεγάλα συγκροτήματα όπως ο  Stan Kenton και που μοίραζαν δημιουργικά τη μέρα τους τα πρωινά στο Χόλιγουντ και τη νύχτα σε τζαζ κλαμπ όπως το «Lighthouse».

Ο Dupree Bolton

Ο Dupree Bolton στην τρομπέτα μας φιλοδωρεί με ένα έξοχο σόλο γεμάτο αυτοπεποίθηση, ευρηματικότητα και γρήγορο ρυθμό και πραγματικά είναι αυτός που με τη δεξιοτεχνία, το πάθος και τον θριαμβικό του τόνο κερδίζει τις εντυπώσεις και κλέβει την παράσταση. Κομμάτια όπως το ομώνυμο αλλά και τα «Native Land» και «Amyable» μας αποκαλύπτουν έναν ευφάνταστο και υπεράνω τυπικών και προκαθορισμένων αισθητικών ορίων μουσικό που αφήνει ανεξίτηλη τη σφραγίδα του. Όμως εκτός από την εκπληκτική αίσθηση που άφηνε ως τρομπετίστας, ο Dupree Bolton λόγω της εμπλοκής του με τη χρήση ναρκωτικών και των μακρών περιόδων φυλάκισής του για σχετικά αδικήματα δεν είχε την καριέρα που του άξιζε. Αξίζει να σημειωθεί ότι για να παίξει στο συγκρότημα του Curtis Amy στο «Katanga!» βγήκε μετά από πολλά χρόνια φυλάκισης. Μετά την ηχογράφηση του δίσκου και κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας με το σεξτέτο στο Shelley’s Manne Hole, το θρυλικό jazz club του Χόλιγουντ στο Λος Άντζελες που είχε δημιουργηθεί μόλις πριν τρία χρόνια από τον ντράμερ Shelley Manne και τον επιχειρηματία Rudy Onderwyzer, ο Bolton τραγικά εθισμένος δεν ολοκλήρωσε την εμφάνισή του, συνελήφθη και φυλακίστηκε εκ νέου για πολλά χρόνια. Στις 5 Ιουνίου 1992, πριν από 34 χρόνια έφυγε από τη ζωή απαρατήρητος και άσημος. Ήταν η ίδια ημερομηνία αλλά μια δεκαετία πριν από τότε που έφυγε από τη ζωή ο συνεργάτης του Curtis Amy, με τον οποίο μοιράστηκε σε μεγάλο βαθμό την καλλιτεχνική ευθύνη του σπουδαίου «Katanga!». Κι από αυτή την άποψη το «Katanga!» παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον αφού πρόκειται για μια από τις ελάχιστες ηχογραφήσεις, μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, του Dupree Bolton, μαζί με τη συμμετοχή του στο «The Fox» του Harold Land και το cd-συλλογή «Fireball» (Uptown Records, 2008) με ηχογραφήσεις του της διετίας 1962-1963 στο Λος Άντζελες και στην Τούλσα τον Ιούλιο του 1980 όταν επανήλθε για κάποιο διάστημα.

Στο «Katanga!» ο Curtis Amy στα καλύτερά του μας μαγεύει με τον αιθέριο ήχο του και ανεβάζει την ατμόσφαιρα με την τροπικότητα των εκφραστικών του δρόμων. Ο Jack Wilson πατώντας με ασφάλεια στην πιανιστική του άνεση και ευελιξία δημιουργεί ένα υπνωτικό αλλά άκρως γοητευτικό υπόστρωμα όπου το μπλουζ ανθεί και οι επαναλαμβανόμενες συγχορδίες του κιθαρίστα Ray Crawford δίνουν όγκο και χρωματίζουν το ακρόαμα. Ιδανικό το rhythm section των Gaskin και Sides βάζει τα θεμέλια για τη στέρεη ανάπτυξη των διαδραματιζόμενων.

Ο πιανίστας Jack Wilson

Πάνω από όλα όμως βρίσκονται οι έξι συνθέσεις του δίσκου που γίνονται το πλαίσιο να καλλιεργηθούν οι ιδέες, οι εμπνεύσεις και ο πληθωρικός αυτοσχεδιαστικός ήχος των μουσικών που εμπλέκονται δημιουργικά και με υψηλό βαθμό συνοχής στον υπέροχο αυτό δίσκο. Τέσσερις από αυτές αποτελούν πρωτότυπο υλικό και δημιουργίες μελών του γκρουπ (οι δύο φέρουν την υπογραφή του Curtis Amy, το «Katanga!» του Dupree Bolton και το «Amyable» του Jack Wilson),  ενώ οι άλλες δύο απολύτως ενταγμένες στο συνολικό ύφος και τη δυναμική του άλμπουμ, αποτελούν διασκευές με τον τρόπο του Amy. Η πρώτη, μια πανέμορφη λυρική μπαλάντα πάνω στο «You Don’t Know What Love Is», ένα δημοφιλές, λαϊκό τραγούδι που συνέθεσε το 1941 ο Gene de Paul σε στίχους Don Raye, ερμηνεύτηκε από τη Carol Bruce, αργότερα (1954) διασκευάστηκε ως ινστρουμένταλ από τον Miles Davis και έτυχε πολλαπλών εκδοχών, φωνητικών και ορχηστρικών, μεταξύ των οποίων και από τον πρόσφατα χαμένο Sonny Rollins στο μνημειώδες άλμπουμ του «Saxophone Colossus». Η δεύτερη πάνω στο «A Shade Of Brown» του σαξοφωνίστα Clifford Solomon.

Στο «Katanga!» έχουμε μια διαφορετική αλλά εξόχως αξιοσημείωτη πλευρά της τζαζ της Δυτικής Ακτής που ελίσσεται στυλιστικά σε ένα ευρύτατο φάσμα αντλώντας από hard-bop, post-bop, spiritual jazz και blues  και καταθέτει  με σαφήνεια στη σύλληψη και την εκτέλεση μια ολοκληρωμένη και βαθιά ώριμη ηχητική πρόταση.

Ο Curtis Amy εν δράσει ανάμεσα στον κιθαρίστα Holland Crawford και στον τρομπετίστα Dupree Bolton, παίζει ζωντανά το «Katanga» στο τηλεοπτικό Frankly Jazz το 1962.

Το «Katanga!» επανεκδόθηκε σε δίσκο βινυλίου το 2021 από τη γνωστή υψηλού επιπέδου Tone Poet Series της Blue Note και με αυτόν τον τρόπο οι ακροατές έχουν πρόσβαση στο θαυμάσιο αυτό μουσικό υλικό που έως σήμερα ήταν αρκετά δύσκολο να βρεθεί. Όμως οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ακούσουν και να δουν τη ζωντανή εκδοχή του δίσκου στο youtube μέσω της εμφάνισης του σεξτέτου του Curtis Amy, συμπεριλαμβανομένου του Dupree Bolton σε ημίωρο επεισόδιο της σπουδαίας τηλεοπτικής μουσικής σειράς του 1962, «Frankly Jazz with Amy» που προβαλλόταν στο Λος Άντζελες. Η σειρά που ήταν παραγωγή του βετεράνου παραγωγού τηλεοπτικών προγραμμάτων Jimmie Baker, περιλάμβανε παραστάσεις από κορυφαίους Αμερικανούς μουσικούς της σκηνής τζαζ της Δυτικής Ακτής της εποχής και παρουσιαζόταν από τον κορυφαίο dj Frank Evans.

Mustang

Διανύουμε χρονική απόσταση περίπου τετραετίας και στεκόμαστε σε ένα ακόμη σπουδαίο άλμπουμ του Curtis Amy. Ηχογραφημένο μια κι έξω  στις 26 Ιανουαρίου 1967 στα Bell Sound Studios στη Νέα Υόρκη, μια εξέχουσα εγκατάσταση με θαυμάσια ακουστική για ηχογραφήσεις τζαζ, αντανακλώντας την αμεσότητα, την αυτόματη καταγραφή της στιγμής και του αυθόρμητου τζαζ αυτοσχεδιασμού, το «Mustang» κυκλοφόρησε από την εκλεκτή δισκογραφική εταιρεία Verve την ίδια χρονιά. Έτσι σηματοδοτείται το πέρασμα του Curtis Amy από την καλιφορνέζικη Pacific Jazz Records (την οποία ο ιδιοκτήτης της Richard Bock πούλησε το 1965 στη Liberty Records) στη νεοϋορκέζικη Verve. Όμως η μετάβαση του Curtis Amy δεν γίνεται μόνο σε επίπεδο δισκογραφικής στέγης αλλά και σε επίπεδο μουσικού περιεχομένου. Οι συνθέσεις και ο ήχος του σαξοφωνίστα έχουν απομακρυνθεί πλέον από τις blues καταβολές του σε πιο ελεύθερα αυτοσχεδιαστικά στοιχεία, πιο τροπικά τζαζ και spiritual χαρακτηριστικά και σε ένα ύφος που προσιδιάζει περισσότερο στην ψυχή και το παίξιμο του John Coltrane στο  τενόρο και σοπράνο σαξόφωνο. Παράλληλα η αίσθηση της funk και των έντονα ρυθμικών στιγμών που εξασφαλίζουν ο κοντραμπασίστας Edgar Willis και ο ντράμερ Bruno Carr υποστηρίζεται θαυμάσια από τις κιθαριστικές διαδρομές του  Carl Lynch. O πιανίστας Kenny Baron δίνει τον καλύτερο εαυτό του αξιοποιώντας ιδέες και αισθητική μιας modal jazz ανάγνωσης, ενώ ο  Leroy Cooper στο βαρύτονο σαξόφωνο και ο Jimmy Owens στην τρομπέτα και το φλούγκελχορν αποτελούν ιδανικούς συμπαραστάτες του Curtis Amy (τενόρο και σοπράνο σαξόφωνο) στην εμπροσθοφυλακή των πνευστών. O Amy σε κεντρική πρωταγωνιστική θέση μας χαρίζει απλόχερα με τα σόλο του τον άρτιο συνδυασμό ρυθμού και μελωδίας. Μουσικοί υψηλής κλάσης που ένωσαν δυνάμεις και ενέργεια διαμορφώνοντας έναν αρμονικό διάλογο επικοινωνίας και μια υψηλής συνοχής αλληλεπίδραση που καθιστά το «Mustang» έναν σπουδαίο, δυναμικό δίσκο. Η hard bop και η soul-jazz της Δυτικής Ακτής συναντούν στοιχεία pop και lounge.

Έξι κομμάτια συνολικής διάρκειας 33 λεπτών είναι το υλικό του εξαιρετικού αυτού δίσκου. Το ομώνυμο κομμάτι που αποτελεί διασκευή της σύνθεσης του σαξοφωνίστα, φλαουτίστα και συνθέτη Sonny Red, εμφανίζεται σε δύο εκδοχές, την πρώτη διάρκειας 3.20 λεπτών και τη δεύτερη 5.14 λεπτών. Η πρώτη σε πιο funk δρόμους και η δεύερη σε μια σαφώς πιο εσωτερική, spiritual φάση όπου ο Curtis Amy βρίσκεται εγγύτερα στον ήχο του Coltrane και στις τροπικές ατμόσφαιρες. Ο Amy έχοντας πλέον αγγίξει αξιοσημείωτα επίπεδα ωριμότητας τολμά να παρουσιάσει μέσα από τις εμπνευσμένες ενορχηστρώσεις του και την προσωπική του οπτική δυο διαφορετικές πλευρές του ίδιου θέματος υπογραμμίζοντας και αναπτύσσοντας έντονες αντιθέσεις τις οποίες υπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο το απαιτητικό σχήμα των μουσικών. Από τις κορυφαίες στιγμές του δίσκου το δωδεκάλεπτο «Shaker Heights» (σύνθεση: Curtis Amy) που μέσα στην εκτεταμένη διάρκειά του ακούγεται σαν προσωπική πνευστή εξομολόγηση του σαξοφωνίστα και ταυτόχρονα δίνει τον απαιτούμενο χώρο στον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό αλλά και στις πνευματικές αναζητήσεις. Στο δικό του τρεισήμιση λεπτών πρωτότυπο «Enojo» ο Cutis Amy καθοδηγεί την μπάντα σε ένα μουσικό υπόστρωμα που συνδυάζει τη hard bop με τις latin αναφορές. Tα σόλο στα πνευστά του ίδιου στο τενόρο σαξόφωνο και του Jimmy Owens στην τρομπέτα ανεβάζουν ταχύτητες και ταιριάζουν με τη ρυθμική ένταση του ντράμερ Bruno Carr. Η μπαλάντα «Please Send Me Someone to Love» είναι το μόνο κομμάτι του δίσκου που ερμηνεύεται από ανθρώπινη φωνή. Εδώ η τραγουδίστρια Eva Harris (δεν είναι άλλη από τη μετέπειτα σύζυγο του Curtis Amy και τραγουδίστρια σε πολλές μεγάλες επιτυχίες Merry Clayton στην οποία θα αναφερθούμε πιο συγκροτημένα παρακάτω) προσφέρει μια θαυμάσια, φορτισμένη συναισθηματικά απόδοση σε gospel ύφος ανανεώνοντας το R&B original του Percy Mayfield, ενώ οι μουσικοί ανοίγονται σε τζαζ δρόμους. Τέλος μια ακόμη διασκευή, αυτή τη φορά πάνω σε ένα κομμάτι των  Burton Lane και E.Y. Harburg από το μιούζικαλ «Finian’s Rainbow», το εξάλεπτο «Old Devil Moon» μεταμορφώνει το πρωτότυπο σε post bop ύφος.Ένα άλμπουμ με σπάνια ομορφιά και κυρίως ενέργεια που καταγράφει μια κορυφαία δημιουργική στιγμή ενός υποτιμημένου μουσικού και συνθέτη.

Από τα υπόλοιπα άλμπουμ της προσωπικής δισκογραφίας του Curtis Amy θα προχωρήσουμε σε μια συνοπτική επιλεκτική παρουσίαση.

Curtis Amy & Paul Bryant «The Blues Message» ” (Pacific Jazz, 1960)

Ο Curtis Amy συναντά τον οργανίστα Paul Bryant, ηθοποιό σε ταινίες του κινηματογράφου στη δεκαετία του 1940 και δεινό τζάζμαν με εξαιρετικές ηχογραφήσεις τη δεκαετία του 1960 που παρέμεινε ενεργός έως το 2007. Ηχογραφημένο στις 11 και 17 Αυγούστου 1960 με τρεις πρωτότυπες συνθέσεις του Curtis Amy και μία του Paul Bryant, αλλά και μια διασκευή του «Come Rain or Come Shine» των Harold Arlen, Johnny Mercer, το άλμπουμ «The Blues Message» αναδεικνύει εκλεκτές στιγμές μιας groovy soul jazz με την προσθήκη στο σχήμα του τρομπονίστα Roy Brewster και της ρυθμικής βάσης αποτελούμενης από τον κοντραμπασίστα Clarence Jones και τον ντράμερ Jimmy Miller.

 

Curtis Amy & Paul Bryant «Meetin’ Here» (Pacific Jazz, 1961)

Με την ίδια ακριβώς οργανική σύσταση του προηγούμενου σχήματος και στο ίδιο ύφος απλώνονται οι έξι συνθέσεις του άλμπουμ (δύο  του Curtis Amy και οι υπόλοιπες διασκευές), οι οποίες είτε είναι μπαλάντες είτε αναπτύσσονται σε γρήγορο ρυθμό, μας αποκαλύπτουν τον εξαιρετικό τόνο παιξίματος και την εκφραστικότητα του σπουδαίου τενόρο σαξοφωνίστα. Ενός μουσικού που διακρίνεται εκείνη την περίοδο για το straight jazz ύφος του αλλά και για τις εμφανείς blues επιρροές του.

Curtis Amy & Frank Butler «Groovin’ Blue» (Pacific Jazz, 196

Δισκογραφικό μεταίχμιο για τον Curtis Amy που τον απομακρύνει από τους χώρους της soul jazz και της blues και τον κερδίζει η hard bop με έντονες ρυθμικές εκφάνσεις. Eδώ ηγείται μιας μαγικής ομάδας εκλεκτών μουσικών αποτελούμενης από τον τρομπετίστα Carmell Jones, τον βιμπραφωνίστα Bobby Hutcherson, τον πιανίστα Frank Strazzeri, τον κοντραμπασίστα Jimmy Bond και τον ντράμερ Frank Butler. Ένα σχήμα που εκτελεί με εξαιρετική πληρότητα και απίστευτο βαθμό συνοχής και τις έξι συνθέσεις που υπογράφει ο Cutris Amy. Τα «Annsome» και «Bobblin’» είναι δυο από τα ωραιότερα και πιο ιδιόμορφα κομμάτια του δίσκου και αντανακλούν την εξέλιξη του Cutris Amy. Ηχογραφημένο στις 10 Δεκεμβρίου 1960 και στις 10 Ιανουαρίου 1961, το «Groovin’ Blue» μας αποκαλύπτει εκτός από την αναμφισβήτητη ωριμότητα του 33χρονου Curtis Amy, τη τρομερή ενέργεια του πολύ μικρού τότε (μόλις 20 ετών) βιμπραφωνίστα Bobby Hutcherson στην παρθενική δισκογραφική του εμφάνιση, τρία ολόκληρα χρόνια πριν την πρώτη του δισκογραφική συμμετοχή στη Blue Note και συγκεκριμένα στο άλμπουμ «One Step Beyond» του Jackie McLean.

Curtis Amy Featuring Victor Feldman «Way Down» (Pacific Jazz, 1962)

Σε μια περίοδο που η soul και η funk κυριαρχούν στις προτεραιότητες πολλών δισκογραφικών εταιρειών της τζαζ, το είδος είχε διευρύνει κατά πολύ την αναγνωρισιμότητά του και προσέλκυε ένα ιδιαίτερα πλατύ κοινό, ο Curtis Amy έχει κάνει ήδη το μεγάλο άνοιγμα και δεν σταματά στιγμή να προκαλεί τον εαυτό του σε νέες περιπέτειες ως αυτοσχεδιαστής και ως συνθέτης. Μαζί του ένα ξεχωριστό επιτελείο αποτελούμενο από τους — Roy Brewster (τρομπόνι), Marcus Belgrave (τρομπέτα), Roy Ayers (βιμπράφωνο), John Houston ή Victor Feldman (πιάνο), George Morrow (κοντραμπάσο) και Tony Bazley (ντραμς). Από τις επτά θαυμάσιες συνθέσεις (τέσσερις πρωτότυπες του Curtis Amy και τρεις διασκευές) ξεχωρίζει τo επτάλεπτο «A Soulful Bee, A Soulful Rose» του Amy, ένα πανέμορφο κομμάτι με υπέροχες μελωδίες, λυρικούς τόνους και αισθαντικά αγγίγματα.

Curtis Amy «Tippin’ On Through» (Pacific Jazz, 1962)

 Με διαφορετικό rhythm section (εδώ ο κοντραμπασίστας Bob Whitlock και ο ντράμερ Lawrence Marable) και χωρίς τρομπετίστα και χωρίς τον  Victor Feldman αλλά με παρόντες τους υπόλοιπους συνοδοιπόρους του από το «Way Down», ο Curtis Amy μας προσφέρει ένα ακόμη θαυμάσιο άλμπουμ, αυτή τη φορά όχι από τον δρόμο του στούντιο αλλά από αυτόν της ζωντανής ηχογράφησης μιας συναυλίας. Ηχογραφημένο στο club «Lighthouse» στη Hermosa Beach της Καλιφόρνια με πρωτότυπα του Curtis Amy αλλά και διασκευές των Benny Golson, Dave Brubeck και George Gershwin, το άλμπουμ αντανακλά με τον καλύτερο τρόπο της εξωστρέφεια και τη ρυθμική επάρκεια του σπουδαίου τενόρο σαξοφωνίστα  ξεδιπλώνοντας συναρπαστικά την be bop φάση του. Έξοχη ατμόσφαιρα και μουσική με «θερμά» vibes.

Curtis Amy «The Sounds of Broadway / The Sounds of Hollywood» (Palomar Records, 1965)

Εδώ έχουμε για μια ακόμη φορά εκλεκτούς μουσικούς να πλαισιώνουν τον τενόρο σαξοφωνίστα πάνω σε ένα ρεπερτόριο που συνδυάζει αυθεντικές συνθέσεις του Amy και διασκευές. Ο σπουδαίος πιανίστας Horace Tapscott, ο τσελίστας Harold Schneider, οι κοντραμπασίστες Eddie Mathias και Herbie Lewis και ο ντράμερ Mel Lee αποτελούν τον κύριο πυρήνα του γκρουπ, ενώ ο τρομπονίστας Lester Robinson και ο τρομπετίστας Warren Gale, Jr πατούν πάνω στις ενορχηστρώσεις του Onzy Matthews και μαζί με τον Cutris Amy στο τενόρο σαξόφωνο μας προσφέρουν ελκυστικές εκδοχές ποπ και κινηματογραφικών επιτυχιών όπως το θέμα του John Barry για το σάουντρακ «Goldfinger», το θέμα του Erik Korngold για το σάουντρακ «Of Human Bondage», το τραγούδι του Frederick Loewe «Get Me to the Church on Time» από το μιούζικαλ «My Fair Lady», το θέμα του Henry Mancini για το σάουντρακ «Dear Heart» και το τραγούδι «Spoonful of Sugar» από τη μιούζικαλ εκδοχή της «Mary Poppins», παραγωγής της Walt Disney. Με τον τρόπο αυτό έχουμε στην ουσία μια κυκλοφορία θεματικής τζαζ αφού η τζαζ που ακούμε είτε έχει μια πιο δημοφιλή ποπ αίσθηση όπως στα κομμάτια που προέρχονται από το διάσημο μιούζικαλ του Broadway «Fiddler On The Roof» (πρωτότυπη μουσική: Jerry Bock) είτε χρησιμοποιήθηκε για εύπεπτες κινηματογραφικές ανάγκες. Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι οι περισσότερες πρωτότυπες δημιουργίες που διασκευάστηκαν και παρουσιάζονται εδώ γράφτηκαν εκείνη περίπου την περίοδο, λίγο πριν εκδοθεί το άλμπουμ του Curtis Amy. Έτσι πρόκειται για τζαζ εκδοχές στο πνεύμα ακριβώς της εποχής και όχι για μεταγενέστερες κατά πολύ διασκευές που συγκεντρώθηκαν για μια ευκαιριακή έκδοση.

Με τον Jim Morrison και τους Doors

Όπως προαναφέραμε το 1967 με το άλμπουμ «Mustang» ολοκληρώθηκε η κύρια προσωπική δισκογραφική διαδρομή του Curtis Amy. Το άνοιγμα του σαξοφωνίστα στον δίσκο αυτό και σε πιο ανάλαφρες pop μορφές ουσιαστικά άνοιξε τον δρόμο της συνεργασίας με ένα από τα πιο δημοφιλή συγκροτήματα της rock εκείνης της εποχής, τους Doors. O Curtis Amy κλήθηκε από τους Doors να συμμετάσχει στον τέταρτο στούντιο δίσκο τους «The Soft Parade» ο οποίος ηχογραφήθηκε από τον Ιούλιο του 1968 μέχρι τον Μάιο του 1969 και κυκλοφόρησε στις 21 Ιουλίου 1969 από την Electra.

Ο Curtis Amy σολάρει στο τενόρο σαξόφωνο στο «Touch me» των Doors

Στον δίσκο αυτό οι Doors συμπεριέλαβαν το τραγούδι «Touch Μe» εμποτίζοντας το έτσι κι αλλιώς δυναμικό τους στυλ με έναν έντονα ρυθμικό χαρακτήρα. Ταυτόχρονα ο κιθαρίστας τους Robbie Krieger που συνέθεσε το κομμάτι στα τέλη του 1968 είχε κατά νου να του δώσει μια τζαζ πινελιά. Στα σχέδια αυτά ταίριαξε γάντι ο τενόρο σαξοφωνίστας Curtis Amy ο οποίος αναμφίβολα δεν ήταν κάποιος τυχαίος τότε. Το τραγούδι που ερμηνεύει μοναδικά ο Jim Morrison, εκτός της εξαιρετικής ενέργειας και της ψυχεδελικής ροκ των μελών του συγκροτήματος, χρησιμοποιεί σε μεγάλη έκταση χάλκινα πνευστά και έγχορδα με προεξέχοντα, πρωταγωνιστικό τον ρόλο του σόλο του Curtis Amy στο σαξόφωνο με εμφανείς τις τζαζ αναφορές. Η ενορχήστρωση του τραγουδιού όπως και των άλλων τραγουδιών του άλμπουμ έγινε από τον Paul Harris, γνωστό Αμερικανό μουσικό των πλήκρων, πολυοργανίστα και ενορχηστρωτή με ξεχωριστές συμμετοχές σε άλμπουμ των Stephen Stills, B. B. King, Judy Collins, Grace Slick, Al Kooper, ABBA, Nick Drake, John Martyn, Bob Seger κ.α. κατά τις δεκαετίες των 1960, του 1970 και του 1980.

Η τζαζ αίσθηση που άφησε το «Touch Me» το οποίο κυκλοφόρησε ως single τον Δεκέμβριο του 1968, σε συνδυασμό με τη μεγάλη του ανταπόκριση στο κοινό (Νο. 3 στο Billboard Hot 100, Νο. 1 στο Cashbox Top 100, Νο. 1 στο RPM Canadian Singles Chart) ικανοποίησαν πλήρως τον Jim Morrison ο οποίος στο πλαίσιο συνέντευξής του στο περιοδικό Downbeat το 1970 δήλωσε περήφανος που το «Touch Me» ήταν η πρώτη ροκ επιτυχία που είχε ένα σόλο τζαζ.

Ο Curtis Amy, τελευταίος με τα καφέ ρούχα στο τενόρο σαξόφωνο πίσω από τον Jim Morisson και ορχήστρα πνευστών

Το «Touch Me» παρουσιάστηκε κάποιες στιγμές και με τους τίτλους «I’m Gonna Love You» και «Hit Me». Για την ιστορία ο Jim Morrison με τη σύμφωνη γνώμη του Robbie Krieger  άλλαξε τους στίχους όταν ανησύχησε ότι οι πολυάριθμοι φανατικοί οπαδοί του συγκροτήματος ακούγοντας στις συναυλίες τους στα λόγια του τραγουδιού «hit me» θα το θεωρούσαν πρόκληση του ίδιου τους του ινδάλματος προς αυτούς να του επιτεθούν και να τον κτυπήσουν. Έτσι η προστακτική «Hit Me» αντικαταστάθηκε με την πρόσκληση «Touch Me» στους στίχους και στον τίτλο του τραγουδιού.

Παρακολουθώντας σχετικό βίντεο του τραγουδιού από ζωντανή εμφάνιση των Doors διακρίνουμε καθαρά τον τενόρο σαξοφωνίστα Curtis Amy στο σόλο του, ντυμένο στα καφέ χρώματα και εμφανώς πιο πρόχειρα από τους υπόλοιπους πνευστούς μουσικούς που εμφανίζονται και οι οποίοι είναι ντυμένοι επίσημα με το ίδιο μαύρο κοστούμι που παραπέμπει σε ορχήστρα.

Οι συνεργασίες του με τη σύζυγό του, Merry Clayton, τη σπουδαία φωνή του «Gimme Shelter» των Rolling Stones

Ο Curtis Amy από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, περίοδο που βρισκόταν σε πλήρη δραστηριότητα, διετέλεσε κάποια χρόνια μουσικός διευθυντής της ορχήστρας του Ray Charles. Εκεί γνώρισε τη θρυλική τραγουδίστρια της gospel/soul Merry Clayton η οποία τραγουδούσε ως μέλος του γυναικείου φωνητικού συνόλου Raelettes που συνεργαζόταν μόνιμα με τον Ray Charles. Amy και Clayton ήρθαν κοντά και το 1970 παντρεύτηκαν μένοντας μαζί μέχρι τον θάνατο του Curtis Amy το 2002.

H Merry Clayton είχε ήδη αποκτήσει μεγάλη φήμη από το 1970 με το συγκλονιστικό φωνητικό ντουέτο της με τον Mick Jagger στο διάσημο τραγούδι «Gimme Shelter» των Rolling Stones.  Άλλες ξεχωριστές φωνητικές συμμετοχές της υπάρχουν στα τραγούδια  «Southern Man» του Neil Young, «Feelin’ Alright» του Joe Cocker, «Sweet Home Alabama» των  Lynyrd Skynyrd, «Oh My My» του Ringo Starr, «Rock Creek Park» του Donald Byrd και των Blackbyrds, «Jump Back» του Tom Scott και των L.A. Express, «Cornflake Girl» της Tori Amos κ.α., ενώ στις 9 Δεκεμβρίου 1972 συμμετείχε στη σκηνή τραγουδώντας στην ονομαστή ροκ όπερα «Tommy» των Who στο Rainbow Theatre του Λονδίνου.

O Curtis Amy ωστόσο συμμετέχει στο θαυμάσιο, επιδραστικό και πρωτοποριακό folk rock άλμπουμ της Αμερικάνας τραγουδίστριας και τραγουδοποιού Carole King «Tapestry» που κυκλοφόρησε το 1971. Εκεί ενώνει δυνάμεις και συνεργάζεται με τη σύζυγό του Merry Clayton σε αρκετές περιπτώσεις. Παίζει βαρύτονο σαξόφωνο στο τέταρτο κομμάτι της δεύτερης πλευράς του δίσκου «Smackwater Jack» και στο ίδιο κομμάτι η Merry Clayton κάνει φωνητικά. Μαζί παίζουν και στο έκτο της πρώτης πλευράς «Way Over Yonder» στο οποίο ο Curtis Amy κάνει ένα καταπληκτικό σόλο στο τενόρο σαξόφωνο και η Merry Clayton προκαλεί ρίγη με τα δεύτερα φωνητικά της. Ο Amy παίζει φλάουτο επίσης στο δεύτερο της πρώτης πλευράς «So Far Away» και σοπράνο σαξόφωνο στο τρίτο της πρώτης πλευράς «It’s Too Late» μεταμορφώνοντάς το από κλασικό τραγούδι χωρισμού σε ένα κομμάτι στοχαστικό που γεννά απελευθερωτικά συναισθήματα.  Στον δίσκο η Merry Clayton κάνει φωνητικά σε δυο ακόμη κομμάτια.

Η Merry Clayton (πίσω αριστερά) το 1965 ως μία από τις Raelettes, τις τραγουδίστριες που υποστήριζαν τον Ray Charles. Η Clydie King είναι δίπλα της στα δεξιά.

Η τελευταία φορά που έσμιξαν καλλιτεχνικά Curtis Amy και Merry Clayton ήταν το 1994 όταν μετά από τη δισκογραφική σιωπή 17 χρόνων του Curtis Amy κυκλοφόρησε το τελευταίο άλμπουμ της προσωπικής του δισκογραφίας «Peace For Love» (Fresh Sounds) σε cd. Στο άλμπουμ αυτό που ο Amy έπαιξε με το σεξτέτο του η Merry Clayton μαζί με την τραγουδίστρια Jessie Williams και τον Amy κάνουν δεύτερα φωνητικά στο ομώνυμο κομμάτι.

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΔειλινό στη γαλέρα (διήγημα του Αλέξη Σταμάτη)
Επόμενο άρθρο«Γυναικοκτονίες-Γυναικοτεχνίες»: Η «Παλαβωμένη» της Céline Delbecq στο Ναύπλιο (από την Αλεξάνδρα Χαΐνη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ