Cry me a river

0
209

Ανθολόγηση: Θανάσης Χατζόπουλος. (Γ. Βιζυηνός, Μάτση Χατζηλαζάρου, Αγγελική  Ελευθερίου, Χ. Βλαβιανός).

 

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

(1849-1896)

 

ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ

 

Α΄ Η ΜΑΝΑ

 

«Φουρτούνιασεν η θάλασσα και βουρκωθήκαν τα βουνά!

Είναι βουβά τα’ αηδόνια μας και τα ουράνια σκοτεινά,

κ’  δόλια μου ματιά θολή,

παιδί μου ώρα σου καλή!

 

Είν’ η καρδιά μου κρύσταλλο και το κορμί μου παγωνιά,

σαλεύ’ ο νους μου, σαν δενδρί, που στέκ’ αντίκρυ στο χιονιά

και είναι ξέβαθο πολύ,

παιδί μου, ώρα σου καλή!

 

Βοίζει το κεφάλι μου σαν του χειμάρρου την βοή!

Ξηράθηκαν τα χείλη μου, και μου εκόπηκ’ η πνοή

σ’ αυτό το ύστερο φιλί

παιδί μου, ώρα σου καλή!

 

Να σε παιδέψ’ ο Πλάστης σου, κατηραμένη ξενιτιά!

Μας παίρνεις τα παιδάκια μας και μας αφήνεις στην φωτιά,

και πίνουμε τόση χολή

όταν τα λέμ’ ‘ώρα καλή!’»

 

 

Β΄ ΤΟ ΠΑΙΔΙ

 

«Φυσά βοριάς, φυσά θρακιάς, γεννιέται μόρα φοβερή

με παίρνουν, μάνα, σαν φτερό, σαν πεταλούδα τρυφερή,

και δεν μπορώ να κρατηθώ ˙

μάνα, μην κλαις, θα ξαναρθώ.

 

Βογκούν του κόσμου τα στοιχειά, σηκώνουν κύμα βροντερό ˙

θαρρείς ανάλυωσεν η γη και τρέχ’ η στράτα, σαν νερό.

Και γω το κύμα τ’ ακλουθώ ˙

μάνα, μην κλαίς, θα ξαναρθώ.

 

Όσες γλυκάδες και χαρές μας περιχύν’ ο ερχομός

τόσες πικράδες και χολές μας δίν’ ο μαύρος χωρισμός!

Ωχ! Ας ημπόργα να σταθώ…

μάνα, μην κλαις, θα ξαναρθώ.

 

Πλάκωσε γύρω καταχνιά, κ’ ήρθε στα χείλη μ’ η ψυχή!

Δος με την άγια σου δεξιά, δος με συντρόφισσαν ευχή,

να με φυλάγει, μη χαθώ,

μάνα, μην κλαις, θα ξαναρθώ.»

(ΒΟΣΠΟΡΙΔΕΣ ΑΥΡΑΙ, 1876)

Η ΘΛΙΒΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

 

Ο Χρόνος, που κάθε κακό μερώνει και κοιμίζει,

ολίγο πες ξεθύμανε την πίκρα του καϋμού μου

Μια λύπη μόνον μέρωση και ύπνο δεν γνωρίζει,

μια ιστορία θλιβερή δεν βγαίν’ απ’ το νου μου.

 

Στην Θράκη ξέρω ’να χωριό, ’να σπίτι κάτου-κάτου ˙

’να σπίτι, μια χαλοσπιτιά – Θεός να την φυλάγει! –

Με τοίχο γύρω ’λόγυρα, με μιαν αυλή μπροστά του,

μ’ ένα περβόλ’ απότιστο στο δεξιό του πλάγι.

 

Μέσ’ στο περβόλ’ ένα δενδρό, στον ίσκιο τ’ ένα μνήμα ˙

λιβάνι πάνω το πουρνό, κερί το βράδυ καίει ˙

Και μια γρηά μερονυχτίς, σαν κλαδεμένο κλήμα,

σαν μνημορόπτερα γυρτή, μοιρολογά και κλαίει.

 

Το ’να παιδί της ξενιτιά και τ’ άλλο σκοτωμένο!

Κι αυτή, που θέλει στήριγμα να γύρει ν’ ακουμβήσει,

Το ’να δεν το ’χει ζωντανό, τ’ αλλό ’χει ’ποθαμένο –

Θεός να τηνε λυπηθεί, να την παρηγορήσει!

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΝ

 

Εψές είδα στον ύπνο μου

ένα βαθύ ποτάμι,

– Θεός να μην το κάμει

να γίν’ αληθινό! –

Στην όχθη του στεκόντανε

γνωστό μου παλικάρι,

χλωμό σαν το φεγγάρι,

σαν νύχτα σιγανό.

 

Αγέρας το παράσπρωχνε

με δύναμη μεγάλη,

σαν να ’θε’ να το βγάλει

απ’ της ζωής τη μέση.

Και το νερό, π’ αχόρταγα

τα πόδια του φιλούσε,

θαρρείς το προσκαλούσε

στ’ αγκάλια του να πέσει.

 

– Δεν είν’ αγέρας σκέφτηκα,

και σένα που σε δέρνει.

Η απελπισιά σε παίρνει

κ’ η απονιά του κόσμου! –

Κ’ εχύθηκ’, απ’ τον θάνατο

τον δύστυχο ν’ αρπάξω…

Ωιμέ! Πριν ή προφθάξω,

εχάθηκ’ από εμπρός μου!

 

Στα ρέματα παράσκυψα,

να τον ευρώ γυρεύω.

Στα ρέματ’ αγναντεύω –

Το λείψανό μ’ αχνό!…

Εψές είδα στον ύπνο μου

ένα βαθύ ποτάμι.

– Θεός να μην το κάμει

Να γίν’ αληθινό! –

(ΑΤΘΙΔΕΣ ΑΥΡΑΙ, 1884)

 

 

 

 

 

 

ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ

(1914-1987)

 

Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.

Σε περιέχω όπως τα’ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.

Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει

μες στα πλεμόνια του το δειλινό του μπάτη.

Σ’ αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος

κολλάει το αυτί του χάμω, για ν’ ακούσει

τον καλπασμό του αλόγου.

 

*

 

Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί

σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη

τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα

και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού.

 

*

 

Τα λουλούδια των δέντρων είναι τα πουλιά

Το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση

της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού.

Τη μυρουδιά του ήλιου τη χύνει το σφαγμένο πεπόνι.

Η ποίησή μας είναι η ζωή.

 

*

 

Η νύχτα έπεσε στο πέλαγος – για μένα πού είναι η μέρα;

Πού ’ναι οι αχτίδες του ήλιου πάνω στα βλέφαρά μου,

πού ’ναι οι καημοί της σάρκας μου πάνω στην άμμο, πού ’ναι

ο γκιώνης, τα τζιτζίκια, κι οι πέντε μου φωνές;

Αύριο θα σμίξω τα δυο σου σκέλη, μήπως γεννηθεί ένα μικρό

Λυπητερό παιδάκι, θα το λένε Ιούς, Μανιούς, ίσως και

Aqua Marina.

Φέρτε μου να γεννήσω όλα τα μωρά της πλάσης, δώστε να

πεθάνω όλους τους θανάτους.

Μερικές χορδές μουσικής φθάνουνε για να τρέξουμε

γυμνοπόδαροι μες στη χλόη του Βορρά, για να μετρήσουμε

όλες τις σταγόνες του σώματός μας και να πλέξουμε

με το ’να μας χέρι όλες τις ψάθες των ρεμβασμών μας.

(ΜΑΗΣ, ΙΟΥΝΗΣ ΚΑΙ ΝΟΕΜΒΡΗΣ, 1944)

 

 

ΧΑΜΟΓΕΛΑ

Λόγια για σύγχρονη μουσική, επονομαζόμενη «Swing»

 

Από το χαμόγελό σου πετάξανε

δέκα πουλιά, στους ώμους μου επάνω.

Το χαμόγελό σου το κρατάς

όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.

 

Μια ανεμώνη τινάχτηκε

μέσα στην αγκαλιά μου

πίσω απ’ τα παραθυρόφυλλα γελάει μια αχτίδα.

Η θάλασσα αναμοχλεύει τα’ άσπρα της χαλίκια

όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

 

Δυο κόκκινες χάντρες κύλησαν

από μιας κοπέλας το λαιμό.

Οι λυγαριές αναστενάζουν μες στη ρεματιά

χορεύουμε, χορεύουμε, η μουσική μας είναι η σελήνη

όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

 

Όταν μεθάει το κρασί

το πίνω μες στα χείλια σου

ο ήλιος σηκώνεται προτού ξυπνήσει το φιλί.

Η παλάμη σου ανοίγει όταν σκάει το σύκο

όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

 

Από το χαμόγελό σου πετάξανε

δέκα πουλιά, στους ώμους μου επάνω.

Το χαμόγελό σου το κρατάς

όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.

(ΔΥΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1945)

 

ΑΝΤΙ ΑΦΙΕΡΩΣΗ

 

Ξαναβρήκα το σπόρο απ’ τα λόγια σου

και απ’ τα χέρια ως τα μάτια τα χείλια τα γόνατα ξαναβρήκα τέλος

το σώμα σου όπου ανέτειλε για μας το άστρο της αγάπης

μεγάλο σώμα δυνατό ξέχειλο από τούτο τον κόσμο κινώντας με την

ευφυία   έως και τη σάρκα έως και την ελευθερία του δεσμού που

ανέλπιστα γεμίζει το δικό του τώρα

 

προβάλλουν ανάμεσά μας

διάφοροι κόσμοι ορμής ταυτόχρονα

το βλέμμα σου με σκεπάζει

με το βάρος του σώματός σου

 

υπάρχει ανάμεσά μας

η ιστορία όλων εκείνων των λέξεων

έτσι γαλαξίας

με χαϊδεύει ως την κοιλιά

 

υπάρχει ανάμεσά μας

ένα πλήθος κινήσεων τόσο έντονων

ώστε ποτέ να μην αγγίζουν μονάχα

τη σάρκα που τις ζητάει

υπάρχουν ανάμεσά μας

χρόνοι τέτοιας πληρότητας

που μου είπες

οι αρμοί των στιγμών χάσκουνε

 

ερχομός δεσμός αναχώρηση   να τα κρατήσουμε σαν το χαρταετό

ναι ο καιρός είναι απ’ τους πιο αίθριους

(ΕΡΩΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ, 1979)

 

 

 

 

 

 

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

(1940-2015)

 

Υγροί τοίχοι

ξένων σπιτιών

ρουφάνε τη ζωή μου

γκρεμίζουν τον ήλιο στα παράθυρα

εκδίδουν τους βοριάδες μακριά

καλλιεργούν στα θεμέλια έντομα

και δηλητηριασμένα μανιτάρια

ζωγραφίζουν στο αίμα μου

κηλίδες αφροδίσιες

με σαρκοβόρα σχήματα

και χρώματα

Ονειρεύομαι

 

*

 

Στο μοναστήρι της Αγίας Βαρβάρας

Μπροστά στο εικόνισμα του Άι- Γιώργη, στη Σύρα

 

Μπήκε γδαρμένη

με μάτι από καντήλι

στο ξωκλήσι

και είπε

«Άγιε μου Γιώργη» είπε

«σταμάτα να σκοτώνεις πια τα φίδια

Να με»

Ήταν δεκατριώ χρονώ

(ΩΔΙΝΕΣ, 1982)

 

Θριαμβικοί και λυπημένοι

Περνάμε μες στον κόσμο.

Διανύομε χιλιόμετρα γιορτής

Κι ακολουθίες πένθιμες

Με πρόσωπα συγκεντρωμένα.

Τραγικά.

Φορώντας για διάδημα

Το αμετάκλητο που μας χωρίζει.

 

*

 

Η στάθμη της νύχτας

Χαμήλωσε επικίνδυνα απόψε.

Μεσ’ απ’ τα σύρματα

Λέξεις βαριές

Ανάσες ξέπνοες ετοιμοθάνατων

Δε θα προλάβουν.

 

Αγνοημένο όνομα οι ζωές μας

Και πράξεις ξαφνικές.

 

*

 

Νύχτα εκκλησιών απόψε

Άφωνη νύχτα

Φωλιά ψυχών.

Ξαφνικά ένας θόρυβος

Σα να τσαπίζουν κήπο

Ή να ανοίγουν τάφο

 

*

 

Άλλοι όγκοι

Μεγέθη μυθικά

Κατατομές ακατάβλητες

Περιφρουρούν

Το σώμα σου.

Αυλή μοναστηριού

Το πρόσωπό σου

Αναπαύει την αμαρτία.

Πάντως

Εγώ όταν σε σκέφτομαι

Πέφτω ξαφνικά

Σα χιλιάδες ποτήρια

Που σπάνε.

(ΑΡΓΑ Τ’ ΑΠΟΓΕΥΜΑ, 1990)

 

Κάποιος

Θα πλύνει κάποτε

Το αίμα απ’ το μαχαίρι

Κάποιος που δε θα ξέρει

Ούτε και θα ’χει υποπτευθεί

Έτσι θα γίνει

Βέβαια, μπορεί

Και να πετάξει το μαχαίρι

Στα σκουπίδια

Και θα ’ναι κρίμα

Όχι για το αίμα – φυσικά

Αλλά για την υπέροχη λαβή

Τη λίγο σκαλιστή

Στα δύο γράμματα

Τα αρχικά

Τα αιματοκυλισμένα

(ΚΑΠΟΙΟΣ, 2004)

 

 

 

 

 

 

ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ ΧΑΡΗΣ

(1957)

 

CRY ME A RIVER

 

Ποτάμι εσύ αδέκαστο

(της αιωνιότητας αρχαία μεταφορά)

που τις διαρκείς του σώματος μεταμορφώσεις

τα νερά σου με φθόνο καθρεφτίζουν

της αντοχής και της αδιαλλαξίας την τέχνη δίδαξέ μου

ώστε τέλος αντάξιο ν’ αξιωθώ του μίσους που μας δένει

στο ερωτικό σου δέλτα μέσα

στο άγιο αυτό τρίγωνο του τίποτα για πάντα να χαθώ.

(Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ, 1992)

 

ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ Ο…

Yet in my lineaments they trace

Some features of my father’s face,

And in my spirit – all of thee.

LORD BYRON, Parisina

 

Όλα αυτά τα χρόνια

ζούσα για να σ’ εκδικηθώ,

όχι γι’ αυτό που ήσουν

ή κατάντησες στο μεταξύ

αλλά γι’ αυτό που είμαι

που ήμουν ανέκαθεν.

Τριάντα χρόνια πίστευα

πως πόνος σημαίνει

να μην έχεις αγαπηθεί.

Σημαίνει αγαπάω.

 

Ο ΔΙΚΟΣ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΣ

 

Υπάρχει ακόμη αγάπη

σ’ αυτό το τραπέζι ˙

το μαρτυρούν οι απλές χειρονομίες

τα σταθερά βλέμματα

ο τρόπος που γεμίζει ο ένας το ποτήρι του άλλου.

 

Υπάρχει κάτι αληθινό

στην επιθυμία, στην αγωνία

να ειπωθούν όλα

τώρα που βρέθηκαν πάλι μαζί

τόσο κοντά.

 

Τόσο κοντά.

Ο καθένας εξόριστος στον ρόλο που του δόθηκε,

προσπαθώντας να κλάψει

όσο πειστικότερα μπορεί

τον δικό του νεκρό.

 

Όπως δε μια οικογένεια.

 

AMORES

 

IV

Ό,τι είδαμε, ό,τι ποθήσαμε

στις πιο κρυφές μας ώρες

κάποτε έρχεται λάμποντας στο σκοτάδι

κι αθόρυβα μπαίνει ζτη ζωή μας.

 

Στο όνομα αυτής της νύχτας

που πάλι σε μένα σε χαρίζει

έλα, καλή μου,

έλα εσύ, της ομορφιάς η ωραία,

τους θεούς που μας φθονούν ας εξοργίσουμε

με τη λάμψη των σωμάτων μας.

 

V

Δεν είμαι άνθρωπος κοινός.

Ένας ερωτευμένος είμαι.

 

Σε σκέφτομαι όχι σαν κάποιος που σκέφτεται

αλλά σαν ο ένας που αγαπάει.

 

DE IMAGINE MUNDI

 

«Πόσο όμορφη, πόσο ανέλπιστα γλυκιά θα ’ταν η ζωή

αν δεν ήμασταν υποχρεωμένοι ν την ζήσουμε…»

 

Όμως κάποτε τα πράγματα ήταν διαφορετικά.

Τα μηνύματα που έφερναν οι εποχές

ήταν μέρος μιας απόλυτης αλήθειας ˙

τα βλέμματα, οι χειρονομίες, οι ασήμαντες κουβέντες

σήμαιναν κάτι,

οι τυχαίες ενδείξεις

επιβεβαιώνουν κι αυτές με την κρυφή τους έπαρση

πως ο έρωτας είναι κάτι περισσότερο

από ένα παιχνίδι απαντοχής.

 

Ένας καθαρός ουρανός

ή ένας ωραίος άντρας

σκυμμένος πάνω σ’ ένα χειρόγραφο

(μεταφορές που επινοήθηκαν για να μας περιέχουν)

δεν μπορούν να διατηρήσουν στη μνήμη μου το πρόσωπό σου

να χρωματίσουν τον χαρτογραφημένο χώρο

με την ακρίβεια που η σκιά αυτής της ανάμνησης

επιβάλλει.

 

Ζητάω περισσότερα

πολύ περισσότερα.

Ένα ζωντανό πλαίσιο που να μπορεί να με δεχτεί,

μια πυκνότητα φωτός που ν’ ανακαλύπτει

τις πραγματικές δυνατότητες της φαντασίας

ένα συγκεκριμένο λόγο που η προσταγή της λεηλασίας του

να δώσει σ’ αυτό το θάμβος το βάθος της δικής σου ομορφιάς.

 

Ποια δύναμη θ’ αναχαιτίσει τον καλπασμό

του παραμορφωμένου ονείρου που χάνεται στον ορίζοντα

ποια θέληση θα ερμηνεύσει αυτή την αποφασιστική χειρονομία

που τίποτα δεν ερμηνεύει;

 

Η μέρα φθάνει στο τέλος της.

Πρέπει να μείνουμε εδώ.

Μέσα σ’ αυτό το ασημένιο θάμπωμα

εδραιώνεται η ψυχή.

(ADIEU, 1996)

 

CANTO AMOR

Στην Κατερίνα

I carry your heart (I carry it in my heart)

E.E. Cummings

Και η πιο εύθραυστη χειρονομία σου

με περιέχει

και το πιο τολμηρό μου όνειρο

σε προϋποθέτει.

 

Δεν ξέρω ποιους θεούς

να ευγνωμονήσω

γι’ αυτή τη διαρκή ανθοφορία,

ξέρω όμως

πως ο φωτεινός λόγος που μας δένει

είναι πιο πολύτιμος

και από το πολυτιμότερο τριαντάφυλλο

και πως κανείς,

ούτε κι η βροχή ακόμη,

δεν έχει τόσο λεπτά,

τόσο μικροσκοπικά

δάχτυλα.

 

ΧΑΡΤΟΠΟΛΕΜΟΣ

 

Ο ήλιος δύει αργά πίσω από τα βουνά

(τα μαλλιά σου).

Άλλη μια ένδοξη μέρα φτάνει στο τέλος της.

Το φως σβήνει.

Εσύ που έφυγες, που φεύγεις,

ποια σκοτεινά δωμάτια του μυαλού μου κατοικείς;

Φανερώσου τώρα που ακόμη υπάρχεις,

τώρα που ακόμη,

τώρα που υπάρχεις.

 

Αγάπη μου,

αν πιστεύω στον θάνατο

είναι γιατί

η νύχτα έρχεται σκορπίζοντας φιλιά.

(Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, 1999)

 

 

LIEBE

 

Ίσως είναι ο τρόπος

που χαϊδεύεις τα γράμματα

που κάνεις το «η»

ν’ ακούγεται σαν «ε»

και το «ρ» να καθυστερεί στη γλώσσα

σαν ν’ αναδύεται αργά μέσα

από ένα σονέτο του Ρίλκε.

Έπλασες μια γλώσσα ιδιωτική,

δική μας,

που να μπορεί να περιέχει,

να κρύβει

τον έρωτά μας.

Όταν προφέρεις το όνομά μου

όλες οι νότες του κόσμου

γίνονται μία.

 

ΑΓΡΑΦΟ

 

Το ποίημα του σώματός σου,

των χεριών μου πάνω στο σώμα σου

(καθώς ψηλαφίζουν με αδημονία στο σκοτάδι τα μαλλιά,

τα ζυγωματικά, τον λαιμό, την καμπύλη του στήθους,

κατηφορίζοντας αργά προς την κοιλιά, το εσωτερικό των μηρών,

καθυστερώντας στα χείλη του αιδοίου,

προτού επιστρέψουν πάλι στο πρόσωπο

για να ενωθούν με τα δικά σου),

άγραφο.

 

Η πράξη της συγκομιδής αφημένη ανολοκλήρωτη στο νου.

Δάσος από κομμένα δέντρα

(θραύσματα λέξεων νεκρών, αποσαθρωμένων)

πελεκημένα από άλλο χέρι,

κλείνει τον δρόμο προς τον βωμό.

(ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, 2009)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here