Χανς Φάλαντα :”Ήταν μια πεινασμένη εποχή, μια εποχή λύκου” (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

0
1284

 

 

της Δήμητρας Ρουμπούλα

«Είναι λαίμαργη εποχή, εποχή των λύκων. Οι γιοί έχουν στραφεί εναντίον του γονιών τους, το πεινασμένο κοπάδι των λύκων τρίζει τα δόντια – ζήτω ο δυνατός! Θάνατος στον αδύναμο! Να πεθάνει από τη δική μου δαγκωματιά!»

Ο Χανς Φάλαντα γράφει ένα σαρωτικό έπος για την πιο επικίνδυνη εποχή της Γερμανίας, αυτή που ανοίγει το δρόμο για την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Το «Λύκος ανάμεσα σε λύκους» είναι το έκτο βιβλίο του που εκδόθηκε το 1938, όταν ο φασισμός είχε ήδη καθιερωθεί στη Γερμανία και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν προ των πυλών. Ακολουθεί την αναγκαστική προσπάθεια του Γερμανού συγγραφέα να αποτρέψει την προσοχή των Ναζί πάνω στο έργο του, γράφοντας παιδικές ιστορίες ή άλλα μη πολιτικά κείμενα, αλλά το συγκριμένο μυθιστόρημα αποτελεί μια σφοδρή κριτική στη χαοτική Δημοκρατία της Βαϊμάρης, χωρίς να αναφέρει ούτε μια φορά το όνομα του Χίτλερ.

Η εμπορική επιτυχία αυτού του λαμπρού μυθιστορήματος, δυστυχώς για τον Φάλαντα, ενθάρρυνε τον Γκαίμπελς να του αναθέτει αντισημιτικά και φιλοναζιστικά  έργα. Ο ίδιος θέλησε αρκετές φορές να εγκαταλείψει τη χώρα, όπως έκαναν ο Τόμας Μαν, ο Μπρεχτ κ.α., αλλά δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του να γράφει πουθενά αλλού. Γεννημένος το 1893 με το όνομα Ρούντολφ Ντίτσεν, ο Χανς Φάλαντα (ψευδώνυμο βγαλμένο από το έργο των αδελφών Γκριν) έζησε στη Γερμανία και έγραψε στα γερμανικά καθ΄ όλη την άνοδο, εξουσία  και πτώση του τρίτου Ράιχ. Αν και αργότερα εξαργύρωσε τη φήμη του με το κορυφαίο αντιφασιστικό μυθιστόρημα «Μόνος στο Βερολίνο» (Πόλις, 2012, μτφρ. ΄Αντζη Σαλταμπάση), που εκδόθηκε μετά το θάνατό του το 1947 από υπερβολική δόση μορφίνης, ο  Φάλαντα ήταν ευάλωτος στον εκφοβισμό λόγω της ασταθούς ψυχικής κατάστασής του και του εθισμού του στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά. Έκανε αρκετές απόπειρες αυτοκτονίας, κλείστηκε σε ψυχιατρείο, ωστόσο οι έντονες ευαισθησίες του έκαναν το γράψιμό του πολύ δυνατό. Ίσως αυτές οι προσωπικές του αδυναμίες συνέβαλαν καθοριστικά στην αυθεντικότητα του «Λύκου ανάμεσα σε λύκους» για τη ζωή σε μια κοινωνία που καταρρέει.

Το «Λύκος ανάμεσα σε λύκους» είναι το πιο εκτεταμένο έργο του Φάλαντα. Η πρόσφατη ελληνική έκδοση, από τις εκδόσεις Gutenberg, εκτείνεται σε 1501 σελίδες και δύο τόμους, αλλά είναι από εκείνα τα βιβλία που δεν θέλεις να αφήσεις από τα χέρια σου. Χωρίς συμβιβασμούς, είναι γραμμένο σύμφωνα με τους όρους της Νέας Αντικειμενικότητας, του καλλιτεχνικού ρεύματος που γεννήθηκε τη δεκαετία του 1920 στη Γερμανία σαν ένα είδος αντίδρασης στην παραμόρφωση του εξπρεσιονισμού, προτείνοντας μια σαφή, λεπτομερειακή, εξαιρετικά ρεαλιστική και ψυχρή απεικόνιση της πραγματικότητας, απαλλαγμένης πλήρως από συναισθηματισμούς. Το κίνημα αυτό, η ανάγκη δηλαδή μιας εντελώς αντικειμενικής περιγραφής των πραγμάτων, ταυτίζεται με την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (έληξε με την πτώση της και την άνοδο των Ναζί). Μια εποχή εθνικής ταπείνωσης και ελεύθερης πτώσης της οικονομίας, υπερπληθωρισμού, φτώχειας και ανεργίας, αναπήρων και απόστρατων αξιωματικών από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, άστεγων και απόκληρων της κοινωνίας, διεφθαρμένων μεγαλοαστών, τοκογλύφων, πορνείας και βίας, ταραχών και λεηλασιών, απαξίωσης κάθε συλλογικής και ατομικής αρετής.

Πιστός καθρέφτης αυτής της πραγματικότητας είναι και το έργο του Φάλαντα που στρέφει την προσοχή του στη σκοτεινή όψη της ζωής  εν έτει 1923. Διαθέτει ένα πολύ μεγάλο καστ περίπλοκων χαρακτήρων από ένα ευρύ κοινωνικό καμβά που απεικονίζει τη γερμανική κοινωνία καθώς διαλύεται. Η ατιμωτική ήττα της χώρας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι σκληροί όροι της Συνθήκης των Βερσαλλιών και η κατοχή από τους Γάλλους της Ρουρ, καρδιάς της βαριάς βιομηχανίας, αποτελούν το ιστορικό σκηνικό. Στην τελευταία ενότητα, ο συγγραφέας παρουσιάζει τη δική του εκδοχή του αποτυχημένου πραξικοπήματος του 1923 που ξεκίνησε ο Χίτλερ στοχεύοντας στην ανατροπή της βαυαρικής κυβέρνησης (Πραξικόπημα της Μπυραρίας). Αν και το όνομα του Χίτλερ ή κάποιος που να του μοιάζει δεν εμφανίζεται στο μυθιστόρημα, εν τούτοις είναι προφανές ότι η παράνομη οργάνωση και το αποτυχημένο πραξικόπημα που περιγράφονται προορίζονται για να αντικατοπτρίσουν τα ιστορικά γεγονότα.

Όταν έγραφε το μυθιστόρημα κατά τη διετία 1936-1937, τα ιστορικά συμφραζόμενα ήταν επίσης τρομερά, όπως η θέσπιση των φυλετικών εναντίον των Εβραίων Νόμων της Νυρεμβέργης. Ο τίτλος του έργου μοιάζει να είναι τόσο μεταφορικός όσο και κυριολεκτικός. «Ήταν μια πεινασμένη εποχή, μια εποχή λύκου», γράφει ο Φάλαντα, ο οποίος κάτω από τα μάτια των λογοκριτών χρησιμοποιεί ειρωνεία, ασάφεια, παραβολή και συμβολισμό, ενώ αποφεύγει τα ανοιχτά ιδεολογικά ζητήματα. Δεν υπάρχουν χαρακτήρες που είναι Εβραίοι, κομμουνιστές ή φασίστες, όμως το μυθιστόρημα μεταδίδει μια ισχυρή αίσθηση των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών που οδήγησαν στο φασισμό. Είναι τόσες πολλές οι αναφορές στο πληθωριστικό χρήμα που κάλλιστα αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως ένας από βασικούς πρωταγωνιστές.

Πολλοί από τους χαρακτήρες είναι επιθετικοί, αν και όχι ο κεντρικός ήρωας Βόλφγκανγκ Πάγκελ, γνωστός ως «Βολφ» (Λύκος). Γιός διάσημου ζωγράφου που έχει πεθάνει, τέως δόκιμος αξιωματικός στον Α΄ Παγκόσμιο, νυν άνεργος, ο νεαρός Βόλφ  είναι εθισμένος στον τζόγο ρισκάροντας τα πάντα στις παράνομες λέσχες. Στα τραπέζια της ρουλέτας στη θορυβώδη δυτική πλευρά του Βερολίνου, μαζί με τοξικομανείς και πόρνες, χάνει εκατομμύρια, μερικές φορές πάρα πολλά όπως εκείνα που κέρδισε ξεπουλώντας έναν πίνακα του πατέρα του. Κι όταν δεν έχει χρήματα βάζει ενέχυρο τα υπάρχοντά του, ακόμη και τα ρούχα της αγαπημένης του. Σε μια τέτοια περίσταση, η αφοσιωμένη σε κείνον Πέτρα, μόνο με ένα φθαρμένο αμπέχονο που της είχε απομείνει, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται εξαιτίας ορισμένων παρεξηγήσεων, ενώ αυτός τσογάρει με τα τελευταία της ρούχα, την ημέρα μάλιστα του γάμου τους που φυσικά δεν γίνεται. Για μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος, ο αναγνώστης απορρίπτει τον Πάγκελ ως επιπόλαιο, αδίστακτο και ανίκανο να αναλάβει τις ευθύνες του. Στο τέλος όμως ο Λύκος ωριμάζει, όπως και η άλλοτε παθητική Πέτρα που γεννά το παιδί τους.

Δεν είναι μόνο ο ιλιγγιώδης πληθωρισμός που κάνει τα χρήματα άχρηστα, αλλά και οι θεμελιώδεις αξίες παραμορφώνονται επικίνδυνα. Κατά τον αμετανόητο τζογαδόρο Πάγκελ, δεν έχει νόημα να εργαζόμαστε αφού τα χρήματα που κερδίζονται υποτιμούνται καθημερινά. Η αγορά οποιουδήποτε προϊόντος είναι ένας αγώνας ενάντια στο χρόνο, καθώς τα χρήματα για ένα καρβέλι ψωμί μπορεί να είναι αρκετά το πρωί, αλλά όχι το απόγευμα. Ο οικονομικός και ηθικός ξεπεσμός εξαπλώνεται παντού. Στην ύπαιθρο οι άνθρωποι ζητούν να πληρώνονται σε σακιά με πατάτες και δημητριακά και όχι σε χρήματα, ενώ οι κλοπές προϊόντων απειλούν τη βιωσιμότητα της οργανωμένης γεωργίας. «Κάθε μισό κιλό πατάτες ήταν ένας φραγμός ανάμεσα στους ανθρώπους και το θάνατο». Ένας παλιός και έμπειρος δασοφύλακας φοβάται να περπατήσει στα μονοπάτια του δάσους, επειδή οι κλέφτες δεν παίζουν πια με τους «κανόνες». Η γαλήνη της αγροτικής ζωής παραβιάζεται όταν ο φον Πράκβιτς δεν μπορεί να βρει εργάτες για τη συγκομιδή και αναγκάζεται να προσλάβει κατάδικους από την κοντινή φυλακή. Κάποιοι απ΄ αυτούς δραπετεύουν σκορπώντας τον φόβο. Δεν είναι μόνο οι δραπέτες αλλά και ένας σκιερός υπολοχαγός που δρα μυστικά για την ανατροπή της κυβέρνησης και ξυπνά το ερωτικό ενδιαφέρον της αφελούς δεκαπεντάχρονης κόρης του Πράκβιτς, με πολλές συνέπειες.

Από την πρώτη φράση του – «Πάνω σ΄ ένα στενό σιδερένιο κρεβάτι κοιμούνται ένα κορίτσι κι ένας άντρας» – μέχρι την τελευταία, γεμάτη νόημα – «Σβήνει το φως. Καληνύχτα. Καλή, καλή νύχτα!» – το μυθιστόρημα προχωρά αδιάκοπα, χωρίς να αφήνει στην τύχη της καμία γωνία της ζωής των βασικών χαρακτήρων. Η ιστορία ξεκινά με δύο φαινομενικά ασύνδετες αφηγήσεις – στο Βερολίνο και σε ένα αγρόκτημα στο Νόιλοε, κοντά στα σύνορα με την Πολωνία –, με τόσα πολλά πρόσωπα που ορισμένοι από τους δευτερεύοντες χαρακτήρες εξαφανίζονται για να επανεμφανιστούν αργότερα. Αλλά οι βασικοί χαρακτήρες παραμένουν παρόντες σε μια πλούσια αφηγηματική πορεία που συνεπαίρνει.

Όταν τα πράγματα πάνε στραβά για τον Βολφ και την Πέτρα – «ακατάλληλη» για την μοναχογιό της την θεωρεί ο φράου Πάγκελ, πάντα προσκολλημένη στις συνήθειες της κοινωνικής τάξης της που έτσι κι αλλιώς έχει καταρρεύσει – σε κάποια καλή στροφή της τύχης ο Λύκος θα βρεθεί στην επαρχία. Πρώτα έχει μια απρόσμενη συνάντηση με δύο παλιούς συντρόφους του από το στρατό: Τον απόστρατο ίλαρχο φον Πράκβιτς, ο οποίος βρίσκεται στο Βερολίνο προσπαθώντας ανεπιτυχώς να προσλάβει θεριστές στο μεγάλο τσιφλίκι στο Νόιλοε, που έχει μισθώσει από τον πεθερό του, έναντι αδράς αμοιβής. Οι παράλογες απαιτήσεις του άπληστου πεθερού αποτελούν έναν διαρκή βραχνά για τον ίλαρχο που είχε μάθει κάποτε ο λόγος του να μετρά αλλά τώρα θεωρείται, ακόμη και από την εγωίστρια, πλην θαρραλέα και διορατική σύζυγό του Εύα, δειλός, άμυαλος, μια «φυσική καταστροφή», με αποτέλεσμα η σχέση τους να βυθίζεται σε κρίση. Ο έτερος της μοιραίας συνάντησης είναι ο υπολοχαγός φον Στούντμαν, ένας ψύχραιμος, μεθοδικός και ευσυνείδητος άντρας με αξίες, που «δεν γνώριζε κολύμβηση» και έχει ξεπέσει να δουλεύει στη ρεσεψιόν ενός βερολινέζικου ξενοδοχείου, αλλά υπό παράξενες συνθήκες απολύεται.

«Απελπιστική κατάσταση ενός απελπισμένου λαού, ο κάθε απελπισμένος συμπεριφέρεται απελπιστικά. Χαοτική, παράλογη εποχή…». Τη στιγμή ακριβώς που «το δολάριο εκτινάχτηκε από τις εφτακόσιες εξήντα χιλιάδες στα τέσσερα εκατομμύρια οχτακόσιες εξήντα χιλιάδες μάρκα» (στο τέλος του μυθιστορήματος φτάνει σε δυσθεώρητα ύψη), οι Πάγκελ και Στούντμαν δέχονται την πρόταση του παρορμητικού Πράκβιτς να τους προσλάβει στο υποστατικό σε επιτελικές θέσεις, παρότι δεν έχουν ιδέα από γεωργία. Άλλωστε στη λογοτεχνία δεν είναι η πρώτη φορά που η αγροτική ζωή στέκεται σωτήρια για απελπισμένους χαρακτήρες. Έτσι, μετά από μια ταραχώδη νύχτα που πέρασαν οι τρεις σε χαρτοπαιχτική λέσχη στο Βερολίνο, με τον ίλαρχο να χάνει ό,τι έχει και δεν έχει, βρίσκονται στο Νόιλοε, όπου εξελίσσεται ο δεύτερος, καταιγιστικός τόμος της ελληνικής έκδοσης.

Η ήσυχη βουκολική ζωή που ονειρεύονται οι τρεις φίλοι, μακριά από τα βάσανα του Βερολίνου, μόνο έτσι δεν εξελίσσεται. Όπως κάθε καλός αφηγητής, ο Φάλαντα δημιουργεί μια εκρηκτική πλοκή με πολλές ανατροπές ανάμεσα σε ένα πλήθος εντελώς διαφορετικών χαρακτήρων. Ποιος από όλους τους λύκους τελικά θα καταφέρει να επιβιώσει; Ο Βολφ γρήγορα θα συνειδητοποιήσει πως η κοινωνική διάβρωση, η διαφθορά και το χάος του «καταραμένου Βερολίνου» έχουν φτάσει και στον αγροτικό κόσμο – «η ειρήνη στους αγρούς είναι μια ψευδαίσθηση». Όπως όλη η χώρα έτσι και η επαρχία, μαζί με το αγρόκτημα στο Νόιλοε, καταρρέουν. Μέχρι να επιστρέψει, μετά από πέντε μήνες, ώριμος πια στο Βερολίνο και να συναντήσει την Πέτρα και το παιδί τους, δηλαδή την ευτυχία που «δεν εξαρτάται από εξωτερικά πράγματα», αλλά «βρίσκεται μέσα της, όπως ο πυρήνας στον καρπό», καλείται να αντιμετωπίσει πολλούς και πολλά. Ανάμεσά τους, επικίνδυνους εγκληματίες και τον μυστηριώδη «ανθυπολοχαγό» της «Μαύρης Ράιχσβερ» που δρα στην περιοχή, στρατολογώντας φανατικούς τύπους, παλιούς και νέους στρατιωτικούς (μαζί και κάποιους από το αγρόκτημα) για το μεγάλο πραξικόπημα εναντίον της «μισητής κυβέρνησης» που  «τύπωνε χρήμα χωρίς αντίκρισμα και είχε εγκαταλείψει τον αγώνα στη Ρουρ».

Πίσω από τη σταθερή, φαινομενικά ουδέτερη αφήγηση του Φάλαντα, τόσο απλή, περιγραφική και ειλικρινή, υπάρχει μια άλλη φωνή, ηθική που ωθεί τον Πάγκελ να ξεπεράσει τον κόσμο του λύκου. Μέσα από τις ψυχολογικές, κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις που σκιαγραφεί, μαγεύοντάς μας με τη συνθετική δύναμη των επεισοδίων, ο συγγραφέας παρουσιάζει ένα όραμα ηθικής σε έναν κόσμο ο οποίος  κυριαρχείται από το συμφέρον. Ρεαλιστής και ταυτόχρονα συμβολικός, υπογράφει άλλη μια πολυδιάστατη, ολοζώντανη μελέτη αυτής της παρακμιακής εποχής, της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης

Στη Γερμανία του μεσοπολέμου, με πολλά από τα καλύτερα μυαλά (Μπρεχτ, Μαν, Έσσε, Μπένγιαμιν κ.ά.) στην εξορία, ο Φάλαντα είναι τρομερά μόνος και απομονωμένος να παλεύει με τους δαίμονές του. Μέσα στη δική του μοναξιά και ανεξαρτησία, δημιουργεί έργα που ακόμη και σήμερα μιλούν εύγλωττα στους αναγνώστες όλου του κόσμου.

Το «Λύκος ανάμεσα σε λύκους», όπως και το «Και τώρα, ανθρωπάκο;» (Gutenberg, 2018), ευτύχησε μεταφραστικά, χάρη στην Ιωάννα Αβραμίδου που έφερε σε πέρας την ελληνική απόδοση αυτής της «μεγαλειώδους ιστορικής μυθοπλασίας», όπως η ίδια περιγράφει στην εισαγωγή της το «magnum opus του συγγραφέα».

 

 

Hans Fallada, Λύκος ανάμεσα σε λύκους, εκδ. Gutenberg, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, 2 τόμοι, σελ. 1501

Βρες το εδώ

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here