του Θανάση Μήνα
Η εποχή της μετανάστευσης στον Βορρά του Τάγεμπ Σάλιχ είναι ένα μνημειώδες έργο στη σύγχρονη αραβική λογοτεχνία, το οποίο υφαίνει περίπλοκες ιστορίες μετααποικιακής -σουδανικής- ταυτότητας. Το μυθιστόρημα ξεκινά με τα λόγια ενός ανώνυμου αφηγητή που συναντά τον ήρωα του βιβλίου, Μουσταφά Σαΐντ:
«Επέστρεψα στους δικούς μου, αγαπητοί κύριοι, έπειτα από μακρά απουσία – εφτά ολόκληρων ετών για την ακρίβεια, κατά τη διάρκεια των οποίων σπούδαζα στην Ευρώπη. Πολλά έμαθα και πολλά μου διέφυγαν…».
Όπως και ο Μουσταφά Σαΐντ, ο άντρας αυτός είχε ταξιδέψει στην Αγγλία για σπουδές και επέστρεψε στο «μικρό χωριό στη στροφή του Νείλου» στην πατρίδα του, το Σουδάν. Μέσα από αποσπασματικά επεισόδια, μαθαίνουμε ότι στο Λονδίνο, ο Μουσταφά ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε μια Αγγλίδα, την οποία δολοφονεί κατά τη διάρκεια μιας παθιασμένης σεξουαλικής επαφής. Αφού περάσει χρόνο στη φυλακή, επιστρέφει σπίτι όπου παντρεύεται ξανά. Σε μια αντιστροφή της διπλής αφηγηματικής δομής ενός άλλου κλασικού έργου για την αποικιοκρατία και τη συνάντηση μεταξύ ανατολής και δύσης στην Αφρική, της Καρδιάς του Σκότους του Τζόζεφ Κόνραντ, το βιβλίο του Σάλιχ δεν αφορά έναν δυτικό άνδρα που κατεβαίνει το Κονγκό, αλλά έναν Σουδανό που ανεβαίνει τον Τάμεση. Στο κέντρο του έχει δύο ερωτικές σκηνές που καταλήγουν σε φόνο.
Επιστροφή στον Νείλο
Το μυθιστόρημα ξεκινά με τον ανώνυμο αφηγητή να επιστρέφει στο χωριό του μετά από επτά χρόνια σπουδών ποίησης στην Ευρώπη. Σύντομα συνειδητοποιεί ότι η εκπαίδευσή του ήταν μη πρακτική, καθώς οι συγχωριανοί του ήταν αγρότες που θα είχαν ωφεληθεί περισσότερο από την εκπαίδευση στη γεωργία, τη μηχανική ή την ιατρική. Ανάμεσα στο φιλόξενο πλήθος, ο αφηγητής παρατηρεί έναν άντρα που φαίνεται άγνωστος αλλά εντυπωσιακός. Αυτός ο άντρας αποδεικνύεται ότι είναι ο Μουσταφά Σαΐντ, ο οποίος είχε εγκατασταθεί στο χωριό λίγα χρόνια νωρίτερα. Αν και οι χωρικοί γνώριζαν λίγα γι’ αυτόν, τον θεωρούσαν καλό άνθρωπο και αυτός με τη σειρά του τους θεωρούσε καλούς ανθρώπους. Παντρεύτηκε και απέκτησε δύο γιους.
Ο αφηγητής σοκάρεται όταν ο Μουσταφά μιλάει άπταιστα, εκλεπτυσμένα αγγλικά, αυτά που διδάσκουν μόνο τα μεγάλα ιδρύματα. Γεμάτος περιέργεια, ο αφηγητής τον αντιμετωπίζει και αργότερα το ίδιο βράδυ ο Μουσταφά αρχίζει να αφηγείται την ιστορία του – ή τουλάχιστον τα μέρη που επιλέγει να αποκαλύψει. Από αυτό το σημείο και μετά, ο Μουσταφά γίνεται μια αναπόφευκτη παρουσία στη ζωή του αφηγητή.
Aποικιακή εκπαίδευση
Ο Μουσταφά γεννήθηκε στο Χαρτούμ. Από μικρός ήξερε ότι ήταν διαφορετικός. Δεν ένιωθε κανένα συναίσθημα, ούτε χαρά ούτε πόνο, και παρέμενε ασυγκίνητος ακόμη και στους επαίνους του δασκάλου του. Ένας συμμαθητής του κάποτε τον ερωτεύτηκε, μόνο και μόνο για να τον μισήσει γρήγορα. Η κοφτερή του διάνοια τον ώθησε πολύ πέρα από το χωριό του, κερδίζοντάς του μια υποτροφία για σπουδές στο Κάιρο σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών.
Στο Κάιρο, ο Μουσταφά φρόντιζε τον κύριο και την κυρία Ρόμπινσον, ωστόσο εκείνος δεν ένιωθε τίποτα. Αργότερα, στο Λονδίνο, συνειδητοποίησε ότι τα αγγλικά που είχε μελετήσει τόσο επιμελώς ήταν διαφορετικά από τις ζωντανές φωνές γύρω του. Εκεί, συναναστράφηκε με πολλές γυναίκες, αλλά όλα άλλαξαν όταν γνώρισε την Τζιν Μόρις.
Στην καρδιά του μυθιστορήματος βρίσκεται το θέμα της αποικιακής εκπαίδευσης και της καταστροφικής επιρροής της που έλκει τη διαφθορά. Στο Λονδίνο, ο Μουσταφά χρησιμοποίησε την ευφυΐα και τη γοητεία του για να αποπλανήσει γυναίκες, πολλές από τις οποίες αργότερα πέθαναν ή αυτοκτόνησαν.
Ο Σάλιχ τοποθετεί αυτή την κακοποιητική συμπεριφορά, ή πιο συγκεκριμένα, τη σεξουαλική βία κατά των γυναικών, στο πλαίσιο των πατριαρχικών δομών, αν και τονίζει τη σχέση μεταξύ δράσης και αλλαγής, υπογραμμίζοντας πώς οι ατομικές πράξεις μπορούν να προκαλέσουν ρήξεις στην κοινωνία. Η «μοιραία αντίσταση» που προβάλλει μια ηρωίδα, η Χόσνα, αποτελεί παράδειγμα αυτής της σύνδεσης μεταξύ δράσης και κοινωνικού μετασχηματισμού. Ο Σάλιχ τη χρησιμοποιεί για να ασκήσει κριτική στην τρέχουσα δομή των φύλων, δείχνοντας πώς, αν δεν αντιμετωπιστεί, θα υπονομεύσει τις επιδιώξεις οποιουδήποτε ουτοπικού έργου στην Αφρική.
Αντί-κείμενο στην ευρωπαϊκή ηγεμονία
Η εποχή της μετανάστευσης στον βορρά ασχολείται με τις συνέπειες του αναγκαστικού γάμου και του συζυγικού βιασμού, καθώς και με το τίμημα που επιβάλλει η έμφυλη καταπίεση στις γυναίκες (και στους άνδρες). Θεωρείται το πιο ευρέως διδασκόμενο αραβικό μυθιστόρημα (ειδικά στη Βόρεια Αμερική), καθώς πολλοί κριτικοί το ερμηνεύουν ως σαφή απάντηση στις ρατσιστικές απεικονίσεις των Αφρικανών στην Καρδιά του σκότους του Τζόζεφ Κόνραντ: o James Tar Tsaaior το έχει χαρακτηρίσει ως «ένα αντί-κείμενο ενάντια στην ευρωπαϊκή ηγεμονία και τον επεκτατισμό». Ο ήρωας του βιβλίου αντιστρέφει το μοτίβο του Κόνραντ για την αφρικανική υποκειμενικότητα, απεικονίζοντας τους Ευρωπαίους ως εξίσου έκλυτους και την Ευρώπη ως ένα μέρος του σκότους. Άλλοι κριτικοί έχουν επισημάνει πώς το έργο του Σάλιχ ανακτά τόσο το φανταστικό έδαφος όσο και τους φανταστικούς τόπους της Αφρικής του Κόνραντ και αντικαθιστά μια αποικιακή ιστορία με μια μετααποικιακή αφήγηση, έναν νέο μύθο για την Αφρική. Το βιβλίο διερευνά επίσης θέματα όπως η εξορία, η μετανάστευση, η θρησκευτική υποκρισία, η πολιτική διαφθορά και η απογοήτευση από τη νεοαποκτηθείσα ανεξαρτησία.
Η μεταφορική έννοια της σεξουαλικής πράξης βρίσκεται στην καρδιά αυτού βιβλίου. Τίθεται το ερώτημα, κατά πόσον είναι δυνατόν για τον μετανάστη από τον νότο να δημιουργήσει σχέσεις αγάπης με τους πρώην αποικιοκράτες από τον βορρά ή απλώς να επιδιώξει την κατάκτηση μέσω της ερωτικής πράξης. Το ερώτημα, που τίθεται αλλά δεν απαντάται, απέκτησε ιδιαίτερη σημασία μετά τις αλλαγές που επέφερε η Αραβική Άνοιξη στη Μέση Ανατολή, οι οποίες αναπόφευκτα οδήγησαν σε έναν επαναπροσδιορισμό των σχέσεων της ιστορικής περιοχής με την Ευρώπη.
Μνήμη και μύθοι
Στο βιβλίο του Ουτοπισμός στις Μετααποικιακές Λογοτεχνίες (Utopianism in Postcolonial Literatures, 2016), ο Bill Ashcroft συζητά πώς η λογοτεχνία μπορεί να δημιουργήσει ένα διαφορετικό μέλλον και πώς ο μετααποικιακός ουτοπισμός μπορεί να συμβάλει στην πολιτική δράση και τον κοινωνικό μετασχηματισμό.
Ο Σάλιχ αναγνωρίζει την τάση μεταξύ των Αφρικανών να ουσιοποιούν τις παραδόσεις και τα έθιμά τους (είτε μέσω μύθων, μνήμης, μοιρολατρίας ή θρησκείας). Αφηγείται πώς ο χρόνος αποτελεί μια αφαίρεση που διαθλά την προσοχή από τις υλικές τους εμπειρίες. Σε όλο το μυθιστόρημα του, ο χρόνος δείχνει να είναι στατικός και αποστεωμένος και ότι το παρελθόν παραμένει το ίδιο. Ιδιαίτερα κεντρικός ρόλος του Νείλου. Οι ζωές των χωρικών είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τον μεγάλο ποταμό, που ρέει συνεχώς αλλά συγχρόνως παραμένει μονίμως εκεί, και οι παραδόσεις υπαγορεύουν τις κοινωνικές προσδοκίες, συχνά με τραγικό τρόπο.
Λέει ο αφηγητής, περιγράφοντας τις -σύμφωνα με τον Benedict Anderson- «φαντασιακές κοινότητες» Αφρικής και Ευρώπης που βίωσε ο ίδιος:
«Εκεί πέρα είναι όπως εδώ, ούτε καλύτερα ούτε χειρότερα. Αλλά εγώ είμαι από εδώ, όπως ακριβώς ο χουρμαδιά που στέκεται στην αυλή του σπιτιού μας έχει φυτρώσει στο σπίτι μας και όχι σε κανενός άλλου… Για άλλη μια φορά θα είμαστε όπως ήμασταν, απλοί άνθρωποι, και αν είμαστε ψέματα, θα είμαστε ψέματα που έχουμε φτιάξει εμείς οι ίδιοι».
Κανόνια αντί για ψωμί
Το ύφος του Σάλιχ χαρακτηρίζεται από παρομοιώσεις, αναδρομές στο παρελθόν και πολυεπίπεδη αφήγηση. Ο ίδιος ο Μουσταφά απεικονίζεται ως εγωιστής και ψυχρός, αλλά και λαμπρός. Η συναισθηματική απόσταση της μητέρας του κατά την παιδική του ηλικία μπορεί εν μέρει να εξηγήσει την αδυναμία του να συνδεθεί με τους άλλους.
Ο Τάγεμπ Σάλιχ έγραψε το Η εποχή της μετανάστευσης στον Βορρά αμέσως μετά την ανεξαρτησία του Σουδάν. Εκείνη την εποχή, η ελπίδα για πραγματική απελευθέρωση των λαών της περιοχής από τον αποικιακό ζυγό ήταν μεγάλη. Το βιβλίο εκδόθηκε αρχικά το 1967 και μεταφράστηκε στα αγγλικά το 1969. Στην Αίγυπτο, ωστόσο, καταγγέλθηκε ως παρακμιακό, προσβλητικό για τη θρησκεία και πορνογραφικό, και απαγορεύτηκε για 30 χρόνια.
Προς το τέλος του βιβλίου, περιμένοντάς τη δίκη του, ο απολογιστικός μονόλογος του αφηγητή αντηχεί ως μια συντριπτική κριτική του συγγραφέα στους θεσμούς της αποικιοκρατίας:
Σελ.109: «Όταν έφεραν τον Μαχμούντ Ουάντ Άχμαντ αλυσοδεμένο, μετά την ήττα του στη μάχη του Ατμπάρα, του είπε ο Κίτσενερ: “Γιατί ήρθες να λεηλατήσεις και να καταστρέψεις τη χώρα μου;” Ήταν ο εισβολέας αυτός που απηύθυνε το ερώτημα στον κύρη του τόπου. Κι ο κύρης του τόπου έσκυψε το κεφάλι και δεν είπε τίποτα. Κι εγώ την ίδια στάση θα κρατήσω μαζί τους. Μέσα στη δικαστική αίθουσα ακούω την κλαγγή των ρωμαϊκών σπαθιών στην Καρχηδόνα, το κροτάλισμα από τις οπλές των αλόγων του Άλενμπι να πατούν το χώμα της Ιερουσαλήμ. Τα πρώτα πλοία που διέσχισαν τον Νείλο κουβαλούσαν κανόνια, όχι ψωμί…»
Σημ. Ο Τάγεμπ Σάλιχ γεννήθηκε στο χωριό Καρμακόλ του βόρειου Σουδάν, το 1929, και σπούδασε στη Σχολή Επιστημών του Πανεπιστημίου Χαρτούμ και αργότερα στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Αν και αρχικά σπούδασε γεωπονία, στράφηκε στην δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία, εργαζόμενος στο BBC Αραβικών Προγραμμάτων και ως γενικός διευθυντής στο Υπουργείο Πληροφοριών του Κατάρ. Χρίστηκε αντιπρόσωπος της UNESCO για τα αραβικά κράτη του Κόλπου. Βραβεύτηκε με πολλά λογοτεχνικά βραβεία, όπως, για παράδειγμα, με το Βραβείο Δημιουργικότητας για Μυθιστόρημα από την Διεθνή Έκθεση Βιβλίου του Καΐρου, ενώ δημιουργήθηκαν βραβεία προς τιμήν του, όπως το al-Tayeb Salih Award for Creative Writing και το Βραβείο Νεανικού Διηγήματος Τάγεμπ Σάλεχ. Πέθανε στο Λονδίνο το 2009.
Tayeb Salih, Η εποχή της μετανάστευσης στον Βορρά, Μτφρ. Βίκυ Μπούτρη,Εκδόσεις Σάλτο, 2025
![]()











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)














