γράφει ο Αντώνης Καρτσάκης
Η Δημιουργική Γραφή, με προϊούσα την εμπέδωσή της ως εφαρμοσμένη πρακτική ομάδων και ατόμων και ως αντικείμενο σπουδών, συνιστά πλέον πρόκληση για τις φιλολογικές σπουδές και την εκπαίδευση εν γένει. Η παιγνιώδης και φιλική προς τους αναγνώστες συμμετοχική φιλοσοφία της[1] αλλά και η θεωρητική πλαισίωση και η σοβαρή εκπαιδευτική υποστήριξή της είχαν ως αποτέλεσμα να αρθεί η σιωπηρή καχυποψία, κάποτε και η ρητή εναντίωση του παρελθόντος. Σήμερα, πλάι στις ιδιωτικές ή ατομικές πρωτοβουλίες, συναντάμε οργανωμένα και θεσμικά κατοχυρωμένα προγράμματα σπουδών. Η Δημιουργική Γραφή αντιμετωπίζεται πλέον ως εφαρμοσμένη πράξη διδασκαλίας του λογοτεχνικού λόγου.
Η πράξη αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν εστιάζει σε ορισμένο λογοτεχνικό είδος και σε συγκεκριμένο δημιουργό. Αυτό επιχειρεί ο Λευτέρης Γιαννακουδάκης στο βιβλίο του, με τον τίτλο Έχεις τις λέξεις, έχεις και τη σκηνή. Ο Νίκος Καζαντζάκης στη Δημιουργική Γραφή και στο Θέατρο (Διόπτρα 2025). Η κριτική τόλμη του συγγραφέα, ορατή από την πρώτη σελίδα, τρέφεται από βαθιά γνώση τόσο των φιλολογικών ζητημάτων όσο και της λογοτεχνικής θεωρίας, η οποία τον βοηθά να θέσει εξαρχής σε επιστημονική βάση το λογοτεχνικό φαινόμενο. Προσεγγίζει, λοιπόν, το πεζογραφικό και θεατρικό έργο του Καζαντζάκη με κριτικό τρόπο και εστιάζει στον λογοτέχνη Καζαντζάκη, εγχείρημα το οποίο αποκτά ιδιαίτερη σπουδαιότητα, δεδομένου ότι, όπως εύστοχα παρατηρεί ο συγγραφέας Νίκος Χρυσός προλογίζοντας το βιβλίο, «κοινό και κριτικοί ελάχιστα ασχολήθηκαν με τα αμιγώς λογοτεχνικά στοιχεία της γραφής του [Καζαντζάκη], με την ανάπτυξη των ηρώων, τη διάρθρωση των επεισοδίων, την αξιοποίηση ετερόκλητων στοιχείων τόσο στη δομή όσο και στην πλοκή των έργων» (σ. 24).[2]
Πράγματι, η κριτική του παρελθόντος προσηλώθηκε στο ιδεολογικό περιεχόμενο των έργων, στους προβληματισμούς, στη ιδεοπλαστική εν γένει λειτουργία τους. Η ετυμηγορία της ήταν ότι πρόκειται για μυθιστορήματα ιδεών παρά δράσης και αναζήτησε την ιδεολογική πολυσημία ή την κοινωνική τους χρησιμότητα. Η κριτική αυτή τακτική, που αδικεί τον Καζαντζάκη,[3] φαίνεται να ενισχύθηκε και από την πρόθεση του συγγραφέα, αφού ο ίδιος παρουσιάζει τα βιβλία του ως βιβλία στοχασμού,[4] αλλά και από το κοσμοείδωλό του. Εννοώ τον συγκερασμό αντιφατικών φιλοσοφικών-ιδεολογικών τάσεων, όπως ο υπαρξισμός, στη νιτσεϊκή κυρίως εκδοχή του, ο μυστικισμός, ο μπερξονισμός, ο αισθητισμός, ο εθνικισμός, ο κομμουνισμός.
Στον άξονα της ιδεολογικής διερεύνησης των έργων (η εκτίμηση για τον Καζαντζάκη φαίνεται ότι δεν καταστάλαξε ακόμα[5]) η κριτική εστίασε, εκτός από τις ιδέες, στις επιδράσεις που δέχτηκε ο συγγραφέας. Αλλά και στην περίπτωση αυτή ερεύνησε την προβολή των επιδράσεων στο χώρο των ιδεών και όχι, ας πούμε, στη δομή της πλοκής ή στη διαγραφή των χαρακτήρων.[6] Επιπλέον, οι απόψεις αυτές έθρεψαν ένα αναγνωστικό κοινό το οποίο έλκεται μάλλον από τις ιδέες και όχι από την ποιητική των έργων. Τα γραφικά στοιχεία της «κρητικής ζωής» ή η παρουσίαση μιας ενστικτώδους φυσικής ζωής εντυπωσίαζαν τον εγκεφαλικό Ευρωπαίο του 20ού αιώνα, που είχε χάσει την επαφή του με τον φυσικό άνθρωπο. Η ποιητική και η λογοτεχνικότητα, η ανάλυση, δηλαδή, των συμβάσεων εκείνων που καθορίζουν τη διάταξη και τη σημασιολογική διεργασία του γλωσσικού υλικού, δεν διερευνήθηκαν. «Θαμπωμένοι, σαστισμένοι, είτε χολιασμένοι, θαρρείς, από τον ‘πύργο’ οι κριτικοί, δεν είχαν καθαρή ματιά να κοιτάξουν αρμούς, τούβλα, παραστάδες, κεραμίδια και στέγες. οι αρμοί όμως και τα τούβλα συνθέτουν το οικοδόμημα», συνεχίζει ο Νίκος Χρυσός (ό.π., σ. 24).
Εδώ ακριβώς έρχεται το βιβλίο του Λευτέρη Γιαννακουδάκη να καλύψει ένα σημαντικό κενό: να κοιτάξει «αρμούς, τούβλα, παραστάδες, κεραμίδια» που συνθέτουν το οικοδόμημα. Ο συγγραφέας, σκηνοθέτης και δάσκαλος Δημιουργικής Γραφής, αναδεικνύει την πολυπλοκότητα και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της αφηγηματικής τέχνης του Καζαντζάκη, μέσω της εφαρμογής στοχευμένων ασκήσεων. Στο ευσύνοπτο και εύληπτο βιβλίο του προσεγγίζει τον Καζαντζάκη μέσω των τεχνικών που εφάρμοσε και προτείνει σε μαθητές και δασκάλους την εφαρμογή των τεχνικών αυτών. Με άλλα λόγια ασκεί τον αναγνώστη στη Δημιουργική Γραφή.
Ποιος είναι ο στόχος της δραστηριότητας αυτής; Η Δημιουργική Γραφή, όπως υποστηρίζει ο καθηγητής Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος προλογίζοντας το βιβλίο, προσφέρει πολύτιμα οφέλη στην εκπαίδευση των νέων: αναπτύσσει την κριτική σκέψη και ενισχύει την ανάπτυξη των γλωσσικών, κριτικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων. συμβάλλει στην ομαλή αλληλεπίδραση, στην αποδοχή της διαφορετικότητας, στην ανάπτυξη αναγνωστικών δεξιοτήτων. Δεν αποτελεί απλώς μια άσκηση γραφής. είναι ένα γοητευτικό ταξίδι στον πλούσιο κόσμο της λογοτεχνίας, όπου οι μαθητές διερευνούν τους τρόπους με τους οποίους οι λέξεις χτίζουν ιστορίες, και συγκροτούν εικόνες και νοήματα που αγγίζουν την ψυχή μας. Η αυτοεκτίμηση, η φιλαναγνωσία, η εξερεύνηση του κόσμου της γραφής, το πάθος για τις λέξεις, η χαρά της δημιουργίας, η ξενοιασιά του παιχνιδιού, εγγράφονται στα οφέλη της δημιουργικής αυτής διαδικασίας που συνιστά μια πρωτόγνωρη άσκηση ελευθερίας.
Το βιβλίο του Λευτέρη Γιαννακουδάκη είναι μια αυστηρή άσκηση ελευθερίας. Όπως διαπιστώνει ο αναγνώστης από τις πρώτες σελίδες, βρισκόμαστε σε μια ευτυχή τριπλή σύμπτωση: ενός έμπειρου και εξαιρετικά ευαίσθητου δασκάλου, ειδικευμένου στη Δημιουργική Γραφή, ενός έγκριτου φιλολόγου-ερευνητή, με βαθιά γνώση του φαινομένου Καζαντζάκης, και ενός σκηνοθέτη-συγγραφέα αξιόλογων λογοτεχνικών έργων. Είναι επίσης φανερό εξαρχής ότι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη λογοτεχνική θεωρία ως εργαλείο επιστημονικό, που τον βοηθά να ξεκλειδώσει το νόημα των κειμένων, να εξετάσει δηλαδή τον τρόπο του εκάστοτε αφηγηματικού ιδιολέκτου. Η θεωρία στην περίπτωση αυτή, περιορισμένη, αφομοιωμένη, επιλεκτικά και συνδυαστικά χρησιμοποιημένη, μας βοηθά να αποστασιοποιούμαστε από τις συνήθεις εμπειροκριτικές αναγνώσεις και να χαιρόμαστε όλες τις διαστάσεις της γραφής.
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ο Γιαννακουδάκης ανιχνεύει την αρχή της Δημιουργικής Γραφής στην Ποιητική του Αριστοτέλη. Στην τεκμηριωμένη αυτή απάντηση του Αριστοτέλη στον Πλάτωνα, σχετικά με το έργο της ποίησης (οι ποιητές δεν έχουν έργο, υποστήριζε ο φιλόσοφος και τους έδιωξε από την ιδανική Πολιτεία του), στο πρώτο αυτό εγχειρίδιο λογοτεχνικής θεωρίας, που εισάγει θεμελιώδεις έννοιες για την αφηγηματική δομή και την ανάπτυξη των χαρακτήρων, ακουμπά η Δημιουργική Γραφή.
Ο συγγραφέας, που κατοπτεύει με τρόπο θαυμαστό το έργο του Καζαντζάκη, αναλύει τις βασικές τεχνικές της λογοτεχνικής γραφής του ως προς την ανάπτυξη χαρακτήρων, τη δημιουργία πλοκής και σκηνικού, την επιλογή της οπτικής γωνίας, την επιλογή του θέματος και του ύφους της γραφής. Ειδικότερη αναφορά στην ταυτότητα του αφηγητή και στον ρόλο που διαδραματίζει στην ιστορία, καθώς και στα όρια της γνώσης του. Η ανάλυση των τεχνικών αυτών τεκμηριώνεται με την παράθεση συγκεκριμένων, ενίοτε εκτενών, αποσπασμάτων από τα μυθιστορήματα του Καζαντζάκη. Στην ανάλυσή του υπόκειται, ασφαλώς, η θεωρία (ειδικά η διάκριση μεταξύ ιστορίας και πλοκής του Gérard Genette), η σκαλωσιά της όμως έχει εξαφανιστεί. Παρεμβάλλονται στοχευμένες ερωτήσεις που ενεργοποιούν την προσοχή του αναγνώστη και συγκεκριμένες ασκήσεις στο τέλος κάθε ενότητας που αποσκοπούν στη δημιουργική αναμέτρηση με τα κείμενα.
Η ανάλυση, ειδικότερα, των μυθιστορηματικών χαρακτήρων στο έργο του Καζαντζάκη, κατέχει σημαντική θέση στο βιβλίο. Οι τύποι των χαρακτήρων, η σκοπιμότητά τους στη μυθοπλασία και η συμβολή τους στη γοητεία της ιστορίας ανιχνεύονται στον Καπετάν Μιχάλη και στον Ζορμπά. Ο συγγραφέας, υιοθετώντας την αριστοτελική διάκριση διήγησις/μίμησις, δεν «λέει». «δείχνει». Ακολουθεί πιστά το «ταξίδι» του Καζαντζάκη, εμβαθύνει στα «αρχέτυπά» του και, εφαρμόζοντας την προοπτική του Μπόρχες, αγγίζει το βάθος των φιλοσοφικών-υπαρξιακών θεμάτων. Παρακολουθεί την εξέλιξη των χαρακτήρων και κατανοεί, μέσω της θεωρίας του Αργεντινού συγγραφέα, το βάθος των καζαντζακικών αφηγήσεων.
Η πλοκή στο μυθιστορηματικό έργο του Καζαντζάκη, το σκηνικό και η οπτική γωνία συνιστούν σημαντικές τεχνικές που «γράφουν ιστορία», σύμφωνα με τον συγγραφέα, αφού προσδιορίζουν τις χρονικές και τις χωρικές διαστάσεις της αφήγησης. Η κινηματογραφική, επίσης, τεχνική του Καζαντζάκη, όπως αποτυπώνεται στην αρχή του μυθιστορήματος Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, (βλ. σ. 170-178), απεικονίζει, με έναν εκπληκτικό εικονοποιητικό τρόπο, το σκηνικό. Μια αφήγηση-ντοκουμέντο, «μάτι-κάμερα» του Ντζίκα Βέρτοβ ή «στιλό-κάμερα», όπως εύστοχα παρατηρεί ο Γιαννακουδάκης. Η περιγραφή ολοκληρώνει το σκηνικό και ζωντανεύει τη γραφή.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην οπτική γωνία που αποκαλύπτει την ταυτότητα του εκάστοτε αφηγητή, τον ρόλο που διαδραματίζει στην ιστορία, καθώς και τα όρια της γνώσης του. Ο Γιαννακουδάκης παραθέτει, σε μια οριζόντια επισκόπηση, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των συγγραφικών επιλογών ως προς το ζήτημα και, σε μια κάθετη προσέγγιση, αναλύει την οπτική γωνία στην καζαντζακική αφήγηση. Η προοικονομία (ένα διακριτικό κλείσιμο του ματιού) συμπληρώνει την αριστοτεχνική δομή της αφήγησης. Με την ανάλυση των τεχνικών αυτών ο Καζαντζάκης αποδεικνύεται μάστορας της περιγραφής. Εστιάζει σε σημαίνουσες λεπτομέρειες, οι οποίες πιστοποιούν πόσο μεγάλος αφηγητής είναι (βλ. π.χ. την εισαγωγική παράγραφο στον Καπετάν Μιχάλη που παρατίθεται στη σελίδα 154).
Στην αφήγηση αυτή το θέμα κατέχει σημαντική θέση. Η αναζήτηση του νοήματος της ζωής, η θέση της ελευθερίας και της ευθύνης, το κοινωνικό και προσωπικό χρέος, η φύση του Θεού και η ιδέα της πίστης, είναι μερικά από τα θέματα που επανέρχονται στη μυθοπλασία του Καζαντζάκη και αναλύονται από τον Γιαννακουδάκη, προκειμένου να τροφοδοτήσουν ασκήσεις Δημιουργικής Γραφής (σ. 224-227).
Το δεύτερο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στο θέατρο. Είναι γνωστό ότι ο Καζαντζάκης ανέπτυξε έντονο ενδιαφέρον για το θέατρο, θεωρώντας το ισχυρό μέσο έκφρασης των φιλοσοφικών και υπαρξιακών του αναζητήσεων. Μετά την πληρέστατη εισαγωγή στο θεατρικό έργο του Καζαντζάκη, που συνιστά, κατά την άποψή μου, αυτοτελή εργασία, παρατίθενται σύντομες περιλήψεις των σημαντικότερων θεατρικών έργων με επικαιροποιημένη μάλιστα κριτική ματιά.
Στην ενότητα των ασκήσεων αποκαλύπτεται η σκηνοθετική γνώση του συγγραφέα, καθώς η μεταφορά από το χαρτί στη σκηνή αποδεικνύεται εξαιρετικά πολύπλοκη. Οι θεωρητικές γνώσεις για τη δημιουργίας της παράστασης, για τη σκηνοθετική τέχνη και ένας σύντομος οδηγός για το ανέβασμα μιας παράστασης καταλήγουν σε συγκεκριμένη πρόταση εργασίας, με ερμηνευτική προσέγγιση του θεατρικού έργου Χριστόφορος Κολόμβος, και ολοκληρώνουν την ύλη του βιβλίου. Ο Γιαννακουδάκης διανύει με τρόπο υποδειγματικό τα στάδια της διαδικασίας αυτής, θωρακίζει τον μαθητή του με στέρεη γνώση και τον αφήνει πάνοπλο να ασκηθεί στην δημιουργική θεατρική γραφή, με οδηγό το έργο του Καζαντζάκη.
Κλείνοντας το βιβλίο έχεις την αίσθηση ότι διάβασες σοβαρά λογοτεχνία και σοβαρή λογοτεχνία. Ότι η συγκεκριμένη αναγνωστική αγωγή σε οδήγησε αβίαστα σε μια ηθική της λογοτεχνικής ανάγνωσης και σε ανάλογη ηθική της λογοτεχνικής γραφής.[7] Ότι περιηγήθηκες στο έργο του Καζαντζάκη από έναν έμπειρο ξεναγό και ότι η ξενάγηση αυτή σε ένα σύνθετο πλέγμα κωδίκων, στο οποίο παραπέμπουν κατά κανόνα τα μυθιστορήματα του Καζαντζάκη, είχε συγκεκριμένη εστίαση. Ότι φωτίστηκαν οι τεχνικές του διάσημου συγγραφέα, ότι τον διάβασες τώρα ως σπουδαίο τεχνίτη της γραφής και ότι μπορείς να μάθεις πολλά από τον μεγάλο αυτό δάσκαλο. Το βιβλίο, με τα λόγια του συγγραφέα, είναι «ένα δέντρο με πολλά παρακλάδια και καρπούς που μπορούν να συλλέξουν κατ’ επιλογή όσοι απλώσουν το χέρι τους να πάρουν» (σ. 15). Δεν έχεις παρά να απλώσεις το χέρι σου.
Νιώθεις και κάτι άλλο: ότι είσαι έτοιμος να βουτήξεις στο σύμπαν της δημιουργίας, να συνομιλήσεις με ένα μεγάλο πνεύμα και (γιατί όχι;) να παίξεις μαζί του. Σε ενθαρρύνει ως προς αυτό ο συγγραφέας, βεβαιώνοντάς σε ότι «η γραφή, το θέατρο, η τέχνη πάνω απ’ όλα είναι ένα παιχνίδι και σαν παιχνίδι μπορεί να μας διασκεδάσει, να μας προβληματίσει, να μας διδάξει» (σ. 16). Η ιδέα του παιχνιδιού, βασικότατη παιδαγωγική αρχή, την οποία, δυστυχώς, δεν υιοθετεί η παιδαγωγική μας πολιτική, διατρέχει το βιβλίο. Η υπέρτατη αρετή του χιούμορ, την οποία διαθέτει ο συγγραφέας του βιβλίου, μειώνει το άγχος σου, σε ξυπνά, απελευθερώνει τη φαντασία σου, σε ενεργοποιεί.
Αλλά και ως δάσκαλος βλέπεις στην πράξη την ευεργετική επίδραση του χιούμορ. Βεβαιώνεσαι ότι η διδασκαλία είναι πολύ σοβαρή υπόθεση, ότι γι’ αυτό πρέπει να την παίρνουμε σοβαρά, δηλαδή με χιούμορ. Γιατί έχουν τεκμηριωθεί οι θετικές επιδράσεις ως προς το ότι το χιούμορ είναι το αντίδοτο στο άγχος, ότι συμβάλλει στη συνοχή της ομάδας, ότι μεταφέρει, με κοινωνικά αποδεκτό τρόπο, συναισθήματα και αντιλήψεις που είναι δύσκολο να ειπωθούν «στα σοβαρά». [8] Γιατί νιώθεις την ψυχική ευεξία που σου προκαλεί η φιλική αφήγηση, πίσω από την οποία η έμπρακτη αγάπη στον μαθητή και στην πράξη της διδασκαλίας, αλλά και οι τίτλοι του Λευτέρη Γιαννακουδάκη όπως «Κάντε προοικονομία (και οικονομία)!» (σ. 133), «Ο εστιασμένος παντογνώστης που ‘ξέχασε’ τον κεντρικό χαρακτήρα!» (σ. 188) και άλλοι. Γιατί «η ανακάλυψη της χαράς της γραφής, η μετάβαση από την αυστηρότητα της ευθύνης στη λυτρωτική ξενοιασιά του παιχνιδιού, ξεκλειδώνουν όλες τις συνθετικές αρετές του πεζογράφου Καζαντζάκη» (Νίκος Χρυσός, ό.π., σ. 28) και απελευθερώνουν ταυτόχρονα τις δημιουργικές δυνάμεις του μαθητή μου, του δίδουν ρόλο και τον παρακινούν σε δράση μέσα στην εκπαιδευτική ξηρασία μας που τον αδρανοποιεί. Γιατί νιώθεις ότι η Δημιουργική Γραφή «κομίζει το νερό της αφθονίας στη γη που έμεινε χέρσα και άκαρπη και αποκαμωμένη»[9] και γιατί «αν η λογοτεχνία δεν είναι παιχνίδι, τότε την έχουμε όλοι πολύ άσχημα».[10]
[1] Βλ. αναλυτικά, Ευριπίδης Γαραντούδης, «Η δημιουργική γραφή ως πρόκληση για τις φιλολογικές σπουδές και την εκπαίδευση», στο Δημήτρης Τζιόβας (επιμ.), Η ελληνική λογοτεχνία στον 21ο αιώνα, Διόπτρα, Αθήνα 2025, σ. 249-263.
[2] Ο Καζαντζάκης «απέκτησε παγκόσμια δόξα και έγινε γνωστός σαν φιλόσοφος και κοσμοπολίτης και όχι σαν λογοτέχνης», υποστηρίζει ο Πήτερ Μπην στο Οκτώ κεφάλαια για τον Νίκο Καζαντζάκη, επιμ. Σ. Ν. Φιλιππίδης, Καστανιώτης – Πανεπιστήμιο Κρήτης, Αθήνα 2007, σ. 17.
[3] Βλ. Σ. Ν. Φιλιππίδης, Έξι και ένα μελετήματα για τον Νίκο Καζαντζάκη, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο 2017.
[4] Βλ. σχετικά, Δημήρης Τζιόβας, «Η ποιητική της αντριγιάς: λογοτεχνικό είδος και ατομική ταυτότητα στον Καπετάν Μιχάλη, στο Roderick Beaton (επιμ.), Εισαγωγή στο έργο του Καζαντζάκη. Επιλογή κριτικών κειμένων, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2011, σ. 423-454: 212.
[5] Βλ. Πήτερ Μπην, Οκτώ κεφάλαια για τον Νίκο Καζαντζάκη, ό.π.
[6] Το ζήτημα αυτό εξετάζει ο Πήτερ Μπην στο Καζαντζάκης. Η πολιτική του πνεύματος, μτφρ. Ασπασία Δ. Λαμπρινίδου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001, τ. Α΄, σ. 63.
[7] Βλ. αναλυτικά, Ευριπίδης Γαραντούδης, «Η δημιουργική γραφή ως πρόκληση για τις φιλολογικές σπουδές και την εκπαίδευση», ό.π., σ. 249-263.
[8] Βλ. σχετικά, Νίκος Ι. Χανιωτάκης, Παιδαγωγική του χιούμορ, Αθήνα, Πεδίο, 2011.
[9] Gottfried Benn, «Οφείλει η ποίηση να βελτιώνει τη ζωή;», μτφρ. Κώστας Κουτσουρέλης, Ποίηση, τχ. 23, 2004, σ. 20.
[10] Αχιλλέας Κυριακίδης, Σημειώσεις για μια ιδιωτική θεωρία της λογοτεχνίας, Κίχλη, Αθήνα 2015 και στο «Γράφουμε για πολλούς λόγους, αλλά κυρίως για να μην τρελαθούμε» (συνέντευξη στην Τιτίκα Δημητρούλια, εφημ. Η Εποχή, «Η εποχή των βιβλίων», τχ. 66, 1-2 Νοεμβρίου 2025).
![]()











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)






Λευτέρης Γιαννακουδάκης, Έχεις τις λέξεις, έχεις και τη σκηνή. Ο Νίκος Καζαντζάκης στη Δημιουργική Γραφή και στο Θέατρο. Διόπτρα 2025



