της Δήμητρας Ρουμπούλα
Πώς μπορεί κάποιος να αφηγηθεί το τέλος μιας εποχής χωρίς να βυθιστεί σε έναν παρωχημένο συναισθηματισμό; Την απάντηση στο ερώτημα θα μπορούσε να δώσει ένας καθηγητής λογοτεχνίας. Αντί, όμως, για μια θεωρητική διάλεξη, ο Αιγύπτιος Αλάα Αλ-Ασουάνι, ο οποίος διδάσκει λογοτεχνία σε αμερικανικό πανεπιστήμιο από την πολιτική του εξορία, μας προσφέρει ένα σαγηνευτικό μυθιστόρημα αποφεύγοντας τις εγγενείς παγίδες του είδους.
Περισσότερα από είκοσι χρόνια μετά το πολυμεταφρασμένο και πολυδιαβασμένο “Το Μέγαρο Γιακουμπιάν” (Πόλις, 2007 / Πατάκης, 2016) – μια ακτινογραφία της αιγυπτιακής κοινωνίας υπό το διεφθαρμένο καθεστώς του Χόσνι Μουμπάρακ μέσα από τους ενοίκους ενός ετοιμόρροπου κτιρίου στο κέντρο του Καΐρου και με το οποίο ο Αλ – Ασουάνι εισήλθε αμέσως στον κανόνα της αραβικής λογοτεχνίας – ο συγγραφέας επιστρέφει ή επιμένει στο πολυφωνικό μυθιστόρημα για να εξετάσει μια άλλη εποχή της πατρίδας του, ένα άλλο καθεστώς και μια άλλη πόλη.
Το “Τα δέντρα περπατούν στην Αλεξάνδρεια” είναι μια πινακοθήκη από σύνθετα και ευαίσθητα πορτρέτα ανθρώπων, μέσα από τα οποία διαφορετικές απόψεις για τη ζωή ή την πολιτική μπλέκονται σε έναν συνεχή διάλογο. Η ιστορία τοποθετείται στην πόλη της Αλεξάνδρειας, κατά τη δεκαετία του 1960 και στο ιστορικό πνεύμα του μυθιστορήματος “Η αυτοκινητιστική λέσχη της Αιγύπτου” (2015, εκδόσεις Πατάκη, απ΄ όπου κυκλοφορούν πλέον όλα τα βιβλία του Αλ-Ασουάνι), το οποίο αναφέρεται στα τελευταία χρόνια της μοναρχίας του βασιλιά Φαρούκ που ανετράπη το 1952 μετά από στρατιωτικό πραξικόπημα υπό την ηγεσία του Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, πρωθυπουργού της Αιγύπτου από το 1954 και στη συνέχεια προέδρου μέχρι τον θάνατό του το 1970. Εδώ, η Αλεξάνδρεια διάγει τις τελευταίες μέρες του θρυλικού κοσμοπολιτισμού της και οι χαρακτήρες του Αλ-Ασουάνι βιώνουν φευγαλέες στιγμές ελευθερίας και συγχρόνως ασφυκτιούν από εξωτερικές δυνάμεις. Ο δημόσιος χώρος καθίσταται σταδιακά απαγορευμένος για τους κοσμοπολίτες, οι οποίοι αναγκάζονται να περιοριστούν σε μια ιδιωτική σφαίρα που κι αυτή κάποια στιγμή βάλλεται.
Σε μια εντυπωσιακή δυναμική εσωστρέφειας και εξωστρέφειας, μια παρέα φίλων ευρωπαϊκής καταγωγής, αλλά ενωμένη σε έναν βαθύ δεσμό με την Αλεξάνδρεια, συναντάται πολύ συχνά στο μικρό ιδιωτικό μπαρ πάνω από ένα ξακουστό εστιατόριο μετά το κλείσιμο του ωραρίου του. Τόσο αντάξιο της φήμης του είναι το εστιατόριο του Έλληνα Γιώργου Αρτινού που κάποτε το είχε επισκεφθεί και ο βασιλιάς Φαρούκ – το πορτρέτο του μαζί με φωτογραφίες άλλων διασημοτήτων φιγουράρουν στους τοίχους. Την παράδοση συνεχίζει η κόρη του Αρτινού, Λήδα, η οποία διαθέτει αυτόν τον χώρο για τις βραδινές συναντήσεις των φίλων της. Τιμώντας τους επιφανείς προκατόχους του, με κορυφαίο τον Ναγκίμπ Μαχφούζ, στην τέχνη της περιγραφής των χαρακτήρων, ο Αλ-Ασουάνι σκιαγραφεί με τρυφερότητα και σχολαστική λεπτομέρεια τα μέλη της παρέας που παρά την ξένη καταγωγή τους θεωρούν τους εαυτούς τους Αιγύπτιους και αντιπροσωπεύουν την ιδέα μιας βαθιάς κοινωνικής πολυμορφίας της πόλης που σε λίγο θα ανήκει στο παρελθόν. Εκτός από την αριστοκρατική οικοδέσποινα Λήδα και τον μετρ που αναλαμβάνει τα ηνία του εστιατορίου το βράδυ, τον εκπάγλου κάλλους Κάρλο, συμμετέχουν ο λαμπρός δικηγόρος Αμπάς, με τη σύζυγό του Νόα, κόρη Πασά, ο παρορμητικός μποέμ ζωγράφος που αγαπά την κάνναβη Ανάς, ο πράος και ευτραφής Τόνυ, ιδιοκτήτης ενός ακμάζοντος εργοστασίου σοκολατοποιίας. Μαζί τους και η Σαντάλ, μια Γαλλίδα που διατηρεί ακόμη το δημοφιλές βιβλιοπωλείο Μπαλζάκ, έχοντας καταφέρει λόγω γνωριμιών να εξαιρεθεί από την απέλαση Γάλλων πολιτών μετά τη συμμετοχή της Γαλλίας στην τριμερή επίθεση του 1956, γνωστή ως Κρίση του Σουέζ.
Καθώς η χώρα βιώνει βαθιές πολιτικές και κοινωνικές αναταραχές, αυτοί οι φίλοι, αφοσιωμένοι στη δικαιοσύνη, την ομορφιά, τον έρωτα και το ποτό, στην τακτική τους συνάντηση συνομιλούν, διασκεδάζουν και μοιράζονται την αγάπη τους για την πόλη, τη σπλαχνική προσκόλληση στον κοσμοπολιτισμό της. Η Αλεξάνδρεια, λέει ο Ανάς, “σε αγκαλιάζει χωρίς να την ενδιαφέρει ποια γλώσσα μιλάς, ποια θρησκεία ασπάζεσαι ή από πού κατάγεσαι. Πού αλλού μπορεί να βρει κανείς μια πόλη όπου μπορείς να πας σε Έλληνα κουρέα, να φας σ΄ένα εστιατόριο που ανήκει σε Ιταλούς, να γράψεις τα παιδιά σου σε γαλλικό σχολείο και, αν ποτέ αντιμετωπίσεις κάποιο πρόβλημα, να προσλάβεις για την υπεράσπισή σου έναν Αρμένη δικηγόρο;”
Από το “Συνέδριο” (Caucus, στο πρωτότυπο), όπως αποκαλεί τα νυχτερινά ανταμώματα της παρέας ο Αμερικανός πρόξενος, εξηγώντας ότι η λέξη αφορά αυτούς που μοιράζονται τις ίδιες πολιτικές πεποιθήσεις, δεν λείπουν οι συζητήσεις για την πολιτική του Νάσερ. Κάποιοι τον βλέπουν αρχικά ως έναν φωτισμένο ηγέτη που απολαμβάνει τεράστιας δημοτικότητας τόσο εντός της χώρας όσο και σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο, ενώ άλλοι ως έναν σκιώδη σφετεριστή και ανησυχούν για τα σημάδια αυταρχισμού που αργότερα θα δουν να εντείνονται. Η Σαντάλ επικρίνει ακραία την υποταγή του αιγυπτιακού λαού: “Οι Αιγύπτιοι είναι πολιτισμένοι, ευφυείς, καλοί και πνευματώδεις, αλλά υποταγμένοι στην εξουσία (…) Η θρησκεία σε κάνει να αποδέχεσαι την καταπίεση και να περιμένεις τη δικαίωση στην άλλη ζωή. Η θρησκεία σε ωθεί στην υπακοή. Υπακούς στον Θεό κι έπειτα υπακούς στους ιερωμένους, μετά υπακούς στον σύζυγό σου κι έτσι είναι πολύ εύκολο μετά να υπακούσεις στον δικτάτορα”.
Ένα από τα δυνατά σημεία του συγγραφέα είναι η ικανότητά του να αποτυπώνει το πλούσιο πολιτισμικό και κοινωνικό μωσαϊκό της Αιγύπτου. Ο Αλ-Ασουάνι απολαμβάνει να συνυφαίνει τα πεπρωμένα δεκάδων χαρακτήρων, καταδεικνύοντας έτσι τη μεγάλη ποικιλομορφία σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Από τα υψηλότερα κλιμάκια μέχρι τις φτωχογειτονιές, προβάλεται μια πόλη που αποτελείται από διάφορες κοινότητες (Έλληνες, Ιταλοί, Λεβαντίνοι, Αρμένιοι κ.ά.). Η συνύπαρξη είναι κάτι περισσότερο από σύνθημα στην Αλεξάνδρεια όπου όλες οι συναντήσεις είναι δυνατές. Σύντομα, όμως, χωρίς να το καταλάβουμε, αυτός ο κόσμος θα αρχίσει να κλείνεται στον εαυτό του, μετατρέποντας την πολυμορφία σε νεύρωση.
Με πολλά διαδοχικά ανατριχιαστικά περιστατικά, ο συγγραφέας δείχνει πως κάτω από τη ρητορική της εξουσίας που υπόσχεται ένα λαμπρότερο μέλλον, στο όνομα ενός σοσιαλισμού αιγυπτιακού τύπου, η πραγματικότητα είναι λιγότερο ελκυστική. Μέσω μυστικών ομάδων της Κρατικής Ασφάλειας επιχειρείται να ελεγχθεί η κοινή γνώμη και να φιμωθεί κάθε μορφή διαφωνίας. Ο πολιτισμός και η πληροφόρηση εξαρτώνται από μια υπηρεσία του στρατού, τη λεγόμενη Διεύθυνση Ηθικού Προσανατολισμού. Ένθερμοι οπαδοί του προέδρου κολλούν πορτρέτα του στις πόρτες. Η στρατιωτική αστυνομία και άλλες κρατικές υπηρεσίες αναμειγνύονται ακόμη και στην ιδιωτική ζωή των πολιτών και, για χάρη του πατριωτισμού και των παραλλαγών του, αποφασίσουν ποιος είναι Αιγύπτιος και ποιος ξένος, ποιος είναι πατριώτης και ποιος όχι. “Η Αλεξάνδρεια αντιστάθηκε για πολύ καιρό χάρη στην πολιτισμική της κληρονομιά, αλλά νικήθηκε και να που τώρα υποτάσσεται… Η Αλεξάνδρεια που γνωρίζαμε σβήνει σιγά σιγά και τη θέση της παίρνει μια άλλη Αλεξάνδρεια, που εμάς δε μας θέλει”. Κάθε μέλος αυτού του χαρούμενου κύκλου σελίδα τη σελίδα βρίσκεται αντιμέτωπο με το αδιανόητο, καθώς κατηγορείται για ανυπόστατα πράγματα. Βρώμικες πρακτικές, χειραγώγηση, εκβιασμοί, συλλήψεις, ψυχολογικές δοκιμασίες – ο συγγραφέας μέσα από μια δεξιοτεχνική αφηγηματική δομή, που συνδυάζει τις συμβάσεις του πολιτικού θρίλερ με το κοινωνικό πανόραμα, καταφέρνει να κρατά τον αναγνώστη σε ένταση σαν να διαβάζει θρίλερ.
Ο Αλάα Αλ-Ασουάνι είναι ένας πολιτικά αφοσιωμένος συγγραφέας, πολέμιος του ισλαμικού φονταμενταλισμού και ένθερμος υποστηρικτής των δημοκρατικών αξιών. Αφού εξερεύνησε τις διάφορες όψεις της Αραβικής Άνοιξης στην “Ανεκπλήρωτη δημοκρατία” (2020) και στη συνέχεια ανέλυσε το φαινόμενο του πολιτικού αυταρχισμού και τις συνθήκες που του επιτρέπουν να ευδοκιμήσει στο “Το σύνδρομο της δικτατορίας” (2022), τώρα με το έκτο μυθιστόρημά του ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς του με τη σκοτεινή πλευρά του καθεστώτος Νάσερ. Μέσα από τον χαρακτήρα του Γκαλίλ, ενός αφελούς λογιστή στο εργοστάσιο σοκολατοποιίας του Τόνυ, το οποίο κρατικοποιείται όπως τόσες άλλες “ξένες” επιχειρήσεις, αποκαλύπτονται οι ύπουλοι μηχανισμοί του συστήματος , όπως και ο παραλογισμός του πληροφοριοδότη ή του δήθεν αφοσιωμένου μαχητή που τυφλωμένος από φανατισμό δεν έχει πάντα επίγνωση των πράξεών του.
Το μυθιστόρημα συνθέτει ένα ανθρώπινο και ιστορικό τοπίο στο τέλος μιας ταραγμένης εποχής. Πολυφωνικό με πολλαπλούς αφηγητές, ξεχωρίζει για την προσοχή του σε κάθε χαρακτήρα, ακόμη και σε εκείνους που συναντάμε για λίγο. Με το μάτι ενός προσωπογράφου όσο και ενός κοινωνιολόγου, ο Αλ-Ασουάνι περιγράφει τις ιστορίες τους, τα όνειρα, τις ανησυχίες και τις απογοητεύσεις τους. Ίσως ο χαρακτήρας του καλλιτέχνη Ανάς, που επιλέγει να σκιτσάρει αγνώστους στους δρόμους, είναι ένα alter ego του συγγραφέα ο οποίος μας βυθίζει για μια ακόμη φορά στην ολοζώντανη ζωή της πατρίδας του, για την οποία τρέφει βαθιά αγάπη, παρά το γεγονός ότι του έχει απαγορευτεί να γράφει και να εκδίδει εκεί, όπως και να διατίθενται τα βιβλία του στα βιβλιοπωλεία, αναγκάζοντάς τον να ζει εδώ και χρόνια στις ΗΠΑ.
Aλάα Αλ-Ασουάνι“Τα δέντρα περπατούν στην Αλεξάνδρεια”, μτφρ. Γιάννης Στρίγκος, Πατάκης
![]()






















