ΑΦΙΕΡΩΜΑ 8, Το κουτί με την κόκκινη κορδέλα (διήγημα της Βίκυς Χασάνδρα)

0
149

 

Βίκυ Χασάνδρα (*)

 

 

Ήταν επτά και μισή. Ο όροφος με τα παιχνίδια δεν είχε πια κόσμο, ήταν άλλωστε παραμονή Χριστουγέννων και η πόλη ετοιμαζόταν για αλλαγή σκηνικού. Ο Κλέων άρχισε να συμμαζεύει με αργές κινήσεις. Το τσαλακωμένο φόρεμα μιας κούκλας που είχε γείρει στο ράφι πάνω σε μια άλλη, η μπάλα που είχε πέσει στο πάτωμα έμοιαζαν με άλλοθι για να ξεγελάσει το χρόνο. Οι δείκτες του ρολογιού με τον Ντόναλντ Ντακ στον τοίχο του θύμιζαν ότι σε μισή ώρα θα φύγει, θα βγει στους φωτισμένους δρόμους, θα περπατήσει με σκυμμένο το κεφάλι ανάμεσα σε γελαστά πρόσωπα γυναικών με κόκκινο κραγιόν, αντρών με καλοχτενισμένα μαλλιά.

Σβήνοντας τα φώτα, μέσα στο μισοσκόταδο πρόσεξε πάνω στο ανοιχτό βαγόνι ενός τραίνου ένα λευκό παραλληλόγραμμο κουτί, δυσανάλογο σε μέγεθος με το παιδικό παιχνίδι, τυλιγμένο με μια κόκκινη κορδέλα. Κάποιος θα το ξέχασε σκέφτηκε. Το πήρε και κατέβηκε στο ισόγειο. Στο δρόμο συνειδητοποίησε ότι είχε ακόμη στο χέρι του το κουτί με την κόκκινη κορδέλα. Του έμοιαζε αρκετά βαρύ. Θα το επέστρεφε μετά τα Χριστούγεννα στο τμήμα απολεσθέντων, αποφάσισε. Όποιος τον έβλεπε, σκέφτηκε, θα νόμιζε ότι πήγαινε κι αυτός κάπου επίσκεψη με ένα δώρο στο χέρι. Και δεν ήξερε να πει αν ήταν καλό ή κακό, αν ήταν ώρα να χαμογελάσει ή όχι. Από τότε που έμενε μόνος του στο κέντρο της πόλης δεν θυμόταν να τον έχει καλέσει κανείς παραμονή Χριστουγέννων.

Άφησε το κουτί πάνω στο μικρό τραπέζι μπροστά στον διθέσιο καναπέ. Φάνταζε ωραίο, σαν στολίδι, σκέφτηκε. Έλεγε ότι δεν του άρεσαν οι γιορτές, δεν του άρεσαν όλοι εκείνοι που ντύνονταν και στολίζονταν με γιορτινά χαμόγελα για μια δυο μέρες. Είχε χρόνια να λάβει δώρο, ίσως να μην είχε λάβει ποτέ από τότε που ενηλικιώθηκε. Κοίταξε γύρω του. Ούτε μία χριστουγεννιάτικη μπάλα δεν είδε, ούτε ένα φωτάκι δεν αναβόσβηνε. Έβαλε να πιει ένα ουίσκι. Ήταν παραμονή Χριστουγέννων, είπε μέσα του. Και βάλθηκε να κοιτάζει το λευκό κουτί με την κόκκινη κορδέλα. Έκανε διάφορους συνδυασμούς με το νου του. Ποιος μπορεί να το είχε αγοράσει, για ποιον. Και τι να είχε μέσα. Μέχρι που κέρδισε η φαντασίωση ότι το είχε αγοράσει μια ωραία γυναίκα για κείνον. Και Ή είΉ Ή    Ήαποφάσισε να τραβήξει τη μία άκρη της κορδέλας.

Το μικρό 22άρι περίστροφο με τη σκαλιστή λαβή που αποκαλύφθηκε μπροστά του τον έκανε να αναθεωρήσει. Ποιος θα έκανε δώρο ένα όπλο, αναρωτήθηκε αμήχανα σα να άρχιζε το παιχνίδι με τη φαντασίωση από την αρχή. Δεν είχε πιάσει ποτέ όπλο, σκέφτηκε καθώς το κρατούσε στην ανοιχτή παλάμη του σαν κάτι εύθραυστο και πολύτιμο. Ενώ στην αμέσως επόμενη σκέψη ότι αυτό το μικρό κομψοτέχνημα μπορούσε να σκοτώσει το έβαλε αμέσως πίσω στο κουτί. Δεν πέρασε πολλή ώρα όταν το ξαναπήρε στα χέρια του. Είχε πιει το ουίσκι του και είχε βάλει στο ποτήρι ένα δεύτερο.

Κράτησε το περίστροφο από τη λαβή. Έκανε πως σημαδεύει, σαν ένα μικρό παιδί που παίζει μόνο του. Ποιον; , σκέφτηκε.. Ποιον θα ήθελε να σκοτώσει; Αναρρίγησε στην ίδια του τη σκέψη. Δεν του είχε περάσει  ποτέ μέχρι τώρα από το νου κάτι τέτοιο. Άκουγε συχνά τελευταία να συζητούν στο κατάστημα για φόνους, ο ίδιος απέφευγε αυτές τις ειδήσεις, άλλαζε κανάλι στην τηλεόραση ή έκλεινε το facebook. Αναρωτήθηκε αν είχε μέσα σφαίρες. Συνέχισε να σημαδεύει. Έφερε το δάχτυλο στη σκανδάλη, την ένιωσε μαλακή, βελούδινη. Λίγη πίεση,  σκέφτηκε, και μια μικρή χρυσαφιά σφαίρα έφευγε με δύναμη. Για να πάει πού, αναρωτήθηκε με την αφέλεια ενός παιδιού. Για να μπει μέσα σε ένα σώμα. Να ανοίξει μια μικρή τρύπα και να βγει από την άλλη μεριά. Ή να μείνει μέσα, καρφωμένη σε κάποιο κόκαλο, έδωσε μόνος του την απάντηση. Ένιωσε ξανά φρίκη. Όμως το δάχτυλό του δεν άφηνε τη σκανδάλη. Ποιον θα σκότωνες, ξαναρώτησε μια φωνή μέσα του, αυτή τη φορά πιο επιτακτικά. Έψαξε στους άδειους τοίχους να βρει έναν στόχο για σημάδι. Μόνο το κεφάλι ενός άντρα που έπαιζε πιάνο σε μια αφίσα, βρήκε. Ήταν απολύτως μόνος του, σκέφτηκε. Ούτε έναν ψεύτικο στόχο δεν έβρισκε.

Συνέχισε να πίνει. Είχε αφήσει το περίστροφο ξανά στο κουτί. Καθώς το κοιτούσε θυμήθηκε ένα όνειρο που έβλεπε συχνά. Ένα όπλο να τον σημαδεύει κι εκείνος να μη φεύγει, να μην τρέχει να σωθεί. Να κοιτάζει τη μαύρη τρύπα της κάνης, και να περιμένει. Γιατί, αναρωτήθηκε. Τι περίμενε; Γιατί άφηνε τους άλλους να τον σημαδεύουν; Να τον περιφρονούν; Σκέψου κάποιον, είπε μέσα του βουρκωμένος καθώς κρατούσε πάλι το όπλο και σημάδευε στο κενό. Σκέψου κάποιον πού θα ήθελες να σκοτώσεις. Κάποιον που δεν ήθελε να πιει μαζί σου ένα ποτό; Κάποιον που προτίμησε έναν άλλον φίλο για συντροφιά; Κάποιον που γέλασε όταν είπες τι ήθελες να γίνεις άμα μεγαλώσεις; Που σου μιλούσε για το καλό και το κακό; Που σου ζητούσε να χαμογελάς; Τους γονείς σου που σε θεωρούσαν μέτριο; Μια κοπέλα που δεν γύρισε ποτέ να σε κοιτάξει όταν της χαμογελούσες από το θρανίο; « Σκέψου κάποιον!» , αναφώνησε καθώς προσπαθούσε να κρατήσει σταθερό το τεντωμένο χέρι με το όπλο για να παραξενευτεί και ο ίδιος με τη φωνή του.

Το δάχτυλό του πίεσε με δύναμη τη σκανδάλη. Ο Κλέων είδε τη μικρή σφαίρα να διαπερνά την ξύλινη πόρτα. Μια πνιχτή κραυγή απ’ έξω τον έκανε να καταλάβει πως είχε βρει έναν στόχο. Δεν άνοιξε να κοιτάξει. Πήγε πίσω στον καναπέ, έβαλε το περίστροφο στο κουτί, το έδεσε με την κόκκινη κορδέλα. Ίσως το άνοιγε πάλι, ίσως το άφηνε πίσω στη θέση που το είχε βρει όταν θα επέστρεφε στη δουλειά. Δεν ήταν πια το μικρό παιδί στο όνειρό του που το σημάδευε μια μαύρη κάνη. Δεν ήταν το μικρό παιδί που του ζητούσαν με τη βία ένα χαμόγελο.

(*) Η Βίκυ Χασάνδρα είναι συγγραφέας αστυνομικών ιστοριών. Τελευταίος της βιβλίο το “Άμμος στο βυθό”, εκδ. Τόπος

Προηγούμενο άρθροΑΦΙΕΡΩΜΑ 7, Βαμμένα, πυρόξανθα μαλλιά (διήγημα του Φίλιππου Φιλίππου)
Επόμενο άρθροΑΦΙΕΡΩΜΑ 6, Πώς χάθηκε μια γενιά αστυνομικών συγγραφέων (της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ