Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Η Λέιλα στη Λευκή Στρατοκάστερ (διήγημα του Ανδρέα Παπαναστασίου)

Η Λέιλα στη Λευκή Στρατοκάστερ (διήγημα του Ανδρέα Παπαναστασίου)

0
42

 

Ανδρέας Παπαναστασίου (*) 

Συνειδητοποίησα ότι τα εφηβικά μου χρόνια  είχαν τελειώσει  μια τυχαία βραδιά στο τέλος του καλοκαιριού.Συνάντησα τυχαία έναν παλιό μου φίλο στο τέλος του δρόμου που περπατούσα όταν ήμασταν συμμαθητές προς το σχολείο μας και χαιρετηθήκαμε.Με τις εξεταστικές μας να έχουν τελειώσει, είχαμε λίγο χρόνο και αποφασίσαμε να πάμε στο καφέ που πηγαίναμε πριν η ζωή μας χωρίσει στους δρόμους προς τα πτυχία και το πανεπιστήμιο.

Το μαγαζί ήταν έτσι ακριβώς όπως το θυμόμουν.Αφίσες του Μέσι, του Ρονάλντο και του Χαριστέα στόλιζαν εναλλάξ κάθε έναν από τους τέσσερις τοίχους.Στην τελευταία γωνία, πίσω από το μπαρ, υπήρχε ένα τραπέζι του μπιλιάρδου και πάνω στα ράφια είχαν στοιβαχθεί παλιά πλαστικά επιτραπέζια,και ένα σετ τάβλι-σκάκι, του οποίου τα λευκά πιόνια κόντευαν να γίνουν μαύρα και τα μαύρα λευκά. Το τραπέζι που καθόταν σχεδόν πάντα η παρέα μας ήταν κατειλημμένο, οπότε αναγκαστικά έπρεπε να συμβιβαστούμε με αυτό που ήταν κοντά στο τζάμι.

Καθίσαμε και παραγγείλαμε καφέ στα γρήγορα.Ο φίλος μου ένα γαλλικό και εγώ ένα φρέντο εσπρέσο.Κανένας απ΄τους δυο μας δεν ήθελε ζάχαρη. Δεν είχε αλλάξει πολύ.Μόνο το μαλλί του είχε μακρύνει. Μιλούσε σχεδόν με τον ίδιο τρόπο.Λίγο πιο μαζεμένα στην αρχή, μα αν έπινε ή αν η βραδιά προχωρούσε θα γινόταν πιο εκφραστικός.Πρώτη ερώτηση που μου έκανε, αν έχω κοπέλα.Παραξενεύτηκα.Είχα, του απάντησα, αλλά χωρίσαμε πρόσφατα.Κι εκείνος ήταν πρόσφατα χωρισμένος.Όταν το συζητούσαμε, φαινόταν πολύ ψύχραιμος.

Η συζήτηση μας κύλισε γρήγορα σε διάφορα θέματα.Ρώτησα τι κάνανε οι υπόλοιποι φίλοι μας.Οι περισσότεροι είχαν φύγει στο εξωτερικό.Έτσι κι αλλιώς, από τις πολλές ώρες στα εργαστήρια και τις κλινικές δεν είχα χρόνο να τους δω.Ο Χρίστος λέει, κόντευε να τελειώσει τη νομική στη Γερμανία και τώρα σκεφτόταν να μετακομίσει εκεί μόνιμα.Ο Μάριος είχε παρατήσει το Βιολογικό για να ανοίξει επιχείρηση με ρούχα.Η Ιωάννα είχε αρραβωνιαστεί απ΄τα εικοσιπέντε με έναν Ιταλό πολιτικό μηχανικό και ποιητή, δέκα χρόνια μεγαλύτερο της.

Από κάποιο σημείο και μετά έχασα τον ειρμό του και βούτηξα στις αναμνήσεις μου σαν να ΄ταν θάλασσα τον Αύγουστο.Έτσι κι αλλιώς, στο καφέ είχε πάντα ζέστη.Να και κάτι που εν τέλει ποτέ δεν άλλαξε.Οι άνθρωποι που θυμόμουν είχαν χαθεί σαν σκιές παιδιών που παίζουν το απόγευμα μετά το ηλιοβασίλεμα.Οι αναμνήσεις από τις απογευματινές μας βόλτες που κατέληγαν σε περίεργα υψώματα του Υμηττού με πιάσανε απροετοίμαστο, όσο απροετοίμαστο με είχε πιάσει ο τότε καλύτερος μου φίλος που χαμουρευόταν με μια συμμαθήτρια μας στον κήπο του σπιτιού μου, σε ένα πάρτι για τα δέκατα έκτα γενέθλια μου.

Τότε ήταν που είχα πάρει και το καλύτερο δώρο της ζωής μου.Το μωρό μου, το κορίτσι μου, μια λευκή Fender Stratocaster, ζωντανή σαν το θρύλο του Jimi Hendrix.Έπαιζα για ώρες ατελείωτες- Τα Σάββατα το δωμάτιο μου πιο κοντά ηχητικά  σε παμπ με κακόφωνους τραγουδιστές παρά σε χώρο διαβίωσης για έναν έφηβο- και βέβαια άκουγα πολλή γκρίνια από τους γείτονες μου, και κυρίως, από τη μεγαλύτερη αδερφή μου που είτε ήθελε να διαβάσει για το πανεπιστήμιο, είτε μιλούσε με τις φίλες της στο τηλέφωνο, είτε έβλεπε κάποια ρομαντική κομεντί με το αγόρι της στο σαλόνι.Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, οι ώρες κοινής ησυχίας τότε για εμένα ήταν μόνο μια αφηρημένη θεωρία χωρίς εφαρμογή,και η “παντόφλα” που έπεφτε από τους γύρω μου δεν ήταν παρά μόνο ο ιδανικός ατμοσφαιρικός-παρασκηνιακός ήχος για να παίζω τις παράξενες, αδέξιες μου συνθέσεις.

Είχαμε προσπαθήσει να στήσουμε και ένα συγκρότημα όταν είμασταν κάπου στην πρώτη ή τη δευτέρα λυκείου.Δεν αντέξαμε μέχρι την τρίτη πρόβα πριν τα σπάσουμε οριστικά.Η τραγουδίστρια δεν ήθελε με τίποτα τον πιανίστα, και εγώ ήθελα δεύτερη κιθάρα αλλά δεν έβρισκα.Είχαμε προλάβει να παίξουμε όμως, σε ένα φεστιβάλ του σχολείου μας.Layla, του Κλάπτον, μας είπαν οι διοργανωτές- που δεν μας είχαν και ιδιαίτερη συμπάθεια- ένα ιδιαίτερα δύσκολο τραγούδι, με εκτενές σόλο και πιάνο.Η εισαγωγή του έπαιξε ξανά στη σκέψη μου, μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι την άκουγα στ’ αυτιά μου, απ’ τα ηχεία του καφέ.

“Επ, είσαι ακόμα εκεί;” ρώτησε ο φίλος μου.

“Ελα ρε, σόρρυ σ’έχασα” απάντησα βιαστικά. Ένοιωθα όπως στην τάξη της Ιστορίας με έπαιρνε ο ύπνος και η καθηγήτρια με ξυπνούσε με ένα βαθύ βλέμμα απογοήτευσης.Για λίγο μείναμε ακίνητοι και αμίλητοι.Ύστερα συνεχίσαμε να συζητάμε για θέματα που ξέφευγαν από την παλιά μας ζωή:Την φετινή πορεία του Παναθηναϊκού-σαν κάπως βελτιωμένη να ήταν σε σχέση με τα λυκειακά μας χρόνια- τα ταξίδια που οργανώναμε για το επόμενο καλοκαίρι, τι μάρκα τσιγάρων κάπνιζαν οι συμφοιτητές μου, αν το πανεπιστήμιο του φίλου μου είχε ωραίες φοιτήτριες-μάλλον όχι- και την ιστορία πίσω από το τραγούδι μας, τη Layla του Κλάπτον.

Συνειδητοποίησα λοιπόν,ότι τα εφηβικά μου χρόνια είχαν οριστικά τελειώσει,εκείνη τη μέρα, λίγο μετά στη συζήτηση μας.Μας είχε πάρει το βράδυ και οι καφέδες μας είχαν δώσει τη θέση τους σε μπίρες.Είχαμε θυμηθεί μια βόλτα μας με το αμάξι- οδηγούσε ο μεγαλύτερος αδερφός ενός  άλλου  φίλου μας από την παρέα-κοντά στη γειτονιά που μεγαλώσαμε.Εκείνο το απόγευμα είχε εκτυλιχθεί σαν λαβύρινθος, κάθε καινούργια λεπτομέρεια που θυμόμασταν μας άνοιγε και έναν καινούργιο διάδρομο στις αποθήκες της κοινής μας μνήμης.

Χαμένος σ’ έναν τέτοιο διάδρομο και πιθανώς απομακρυσμένος από την ροή της σκέψης του φίλου μου, σε μια προσπάθεια να ξανασυνδεθώ μαζί του, του είπα: ” Ρε ‘σύ, μου λείπουν αυτές οι βόλτες μας!” και ήπια λίγη ακόμα από τη μπίρα μου.Χωρίς δεύτερη σκέψη, εκείνος μου απάντησε:”Ναι… εμένα όμως μου λείπει περισσότερο η Μελίνα και οι στιγμές μας… αν καταλαβαίνεις τι εννοώ”.

Καταλάβαινα πλήρως τι εννοούσε.Ίσως και να τον συμμεριζόμουνα αλλά να μην είχα το κουράγιο εκείνη τη στιγμή να το παραδεχτώ.Για κάποιο περίεργο λόγο πίστεψα εκείνη τη στιγμή- και το πιστεύω και τώρα- πως αυτά τα λόγια σηματοδότησαν το τέλος των εφηβικών μου χρόνων.Ίσως γιατί ήταν η στιγμή που κατάλαβα ότι το πέπλο της ενηλικίωσης είχε σκεπάσει τη σκέψη τόσο τη δική μου όσο και του φίλου μου, αλλά και όλης της υπόλοιπης μας παρέας.Είχαμε γίνει άνθρωποι της συνήθειας, η σχέση που είχαμε ο ένας με τον άλλο πια ήταν αυτή της συνήθειας, η σχέση ανθρώπων που αγαπούσαν υπερβολικά πολύ το παρελθόν τους για να το αφήσουν να πάρει τη θέση του στους διαδρόμους της μνήμης τους.

Φεύγοντας από το καφέ, τα δάχτυλα μου ένιωθαν λειψά.Ζητούσαν ξανά εκείνη τη λευκή στρατ που είχε μείνει στο ντουλάπι για κάποιους μήνες.Τα λόγια του φίλου μου είχαν κολλήσει πάνω μου σαν κουνούπια που έπρεπε άμεσα να σκοτωθούν.Όταν μπήκα σπίτι μου είχε πια νυχτώσει.Πια έμενα μόνος μου, σ’ ένα διαμέρισμα που είχε κληρονομήσει ο πατέρας μου, πάνω στην πλατεία Μαβίλη.Η κιθάρα μου με χαιρέτησε όταν μπήκα στο δωμάτιο μου-δεν ήταν πάνω από σαράντα τετραγωνικά- και εγώ την κοίταξα με βαθιά νοσταλγία.Έπλυνα βιαστικά τα χέρια μου.Το χρυσό αποτύπωμα του μπουκαλιού της μπίρας ξεθώριασε σχετικά γρήγορα.Έπιασα πάλι το κορίτσι μου αγκαλιά και άρχισα να γραντζουνάω το σώμα της.

Προσπάθησα να δω αν θυμόμουν να παίζω τη Layla.Θυμόμουν τις πρώτες νότες του riff, όχι πολύ καλά.Μέσα από τα γρατζουνίσματα μου, είδα πάλι το πρόσωπο τους.Η παλιά μου παρέα καθόταν ξανά στο τραπεζάκι της στο καφενείο, το μπιλιάρδο ήταν γεμάτο με επικές μάχες -κι ακόμα περισσότερο επικά στοίχηματα γι’ αυτές- μα κάτι είχε αλλάξει.Στο καφέ δεν έπεφτε τόσο φως.Ο ήλιος το χτυπούσε διαφορετικά.Συνέχισα να γραντζουνάω.Τα δάχτυλα μου από επιθυμία ένιωσαν δυνατά το ξέσκισμα των συγχορδιών.Το καφέ σβήνει μέσα στη μνήμη μου.Στην κιθάρα ξέφυγα από τη Layla.Οι ακολουθίες ήχων που έφευγαν από τον ενισχυτή έγιναν όλο και πιο περίεργες, μα όμορφες.Ήταν αδόμητες, μα σταθερές.Μετά από περίπου δέκα λεπτά χαμήλωσα την ένταση.Κοίταξα το ρολόι.Ώρα έντεκα και τριάντα εφτά το βράδυ.Θα με παίρναν τηλέφωνο σίγουρα οι γείτονες σε λίγο αν δεν σταματούσα.Ζύγισα το ρίσκο μέσα μου και είπα να συνεχίσω για λίγο ακόμη.

Ένα παλιό αστείο του Χρίστου τρύπωσε μέσα στη συνείδηση μου.Ύστερα κάποιοι τσακωμοί στο σχολείο, καλοκαιρινά μπάνια μετά τις εξετάσεις των αρχαίων-έπρεπε να πάρουμε τρία λεωφορεία για να φτάσουμε στην ακτή- χριστουγεννιάτικες γιορτές που φοράγαμε χαζά ρούχα, ποτά στην ταράτσα του σπιτιού μου που δεν τελείωναν, όλα έγιναν μια , μοναδική ανάμνηση φράκταλ με ατέλειωτο βάθος.Ασυνείδητα τα χέρια μου είχαν σταματήσει να πειράζουν την κιθάρα.”Ξέχασα να παίζω τη Layla” , σκέφτηκα μέσα μου, και κάπως έτσι, ήρθε σαν αναλαμπή και εδραιώθηκε στη συνείδηση μου:Τα εφηβικά μου χρόνια είχαν τελειώσει.

 

(*) Ο Παπαναστασίου Ανδρέας είναι φοιτητής Ιατρικής

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΦεμινίστριες εποχής (γράφει ο Θανάσης Μαρκόπουλος)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ